Μαθησιακές δυσκολίες: Οι κυριότερες ενδείξεις και η σωστή αντιμετώπιση

Λέγοντας μαθησιακές δυσκολίες εννοούμε μια μεγάλη ομάδα από διαταραχές που επιδρούν κατ’ αρχάς αρνητικά στη μαθησιακή ικανότητα και την εκπαιδευτική πορεία ενός ατόμου, όμως ουσιαστικά επιβαρύνουν συνολικά τη ζωή του.

Ποια είναι, λοιπόν, η θεραπευτική προσέγγιση και γιατί είναι σημαντική η συμβολή της οικογένειας;

Οι μαθησιακές δυσκολίες είναι μια μεγάλη ομάδα διαταραχών που επηρεάζουν τη μαθησιακή ικανότητα και την εκπαιδευτική πορεία ενός ατόμου. Οι δυσκολίες αυτές φαίνεται ότι είναι εγγενείς, δηλαδή το άτομο θα μπορούσαμε να πούμε ότι γεννιέται με αυτήν την προδιάθεση. Οι αιτίες μπορεί πολλές φορές να είναι σύνθετες ή ακόμη και άγνωστες, ενώ πιθανά κάποιες επιμέρους δυσκολίες μπορεί να οφείλονται σε λειτουργική δυσλειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος του ατόμου ή σε κάποιο χρόνιο νόσημα. Σε καμία περίπτωση, όμως, ο όρος μαθησιακές δυσκολίες δεν είναι ταυτόσημος με τον χαμηλό δείκτη νοημοσύνης (νοητική υστέρηση), αν και άτομα με νοητικά ελλείμματα μπορεί να εμφανίζουν συχνά -μεταξύ άλλων- και μαθησιακές δυσκολίες.

Καλώς ή κακώς, οι δυσκολίες αυτές στη διαδικασία της μάθησης συχνά συνοδεύουν το άτομο καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Εκτός από τις γενικευμένες μαθησιακές δυσκολίες, υπάρχουν και οι Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες (Specific Learning Disorders), οι οποίες αποτελούν νευροαναπτυξιακή διαταραχή. Σύμφωνα με την κατάταξη του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου των Ψυχικών Διαταραχών (DSM-5), οι ειδικές μαθησιακές δυσκολίες χωρίζονταν σε επιμέρους ομάδες, ανάλογα με το αν οι δυσκολίες του ατόμου αφορούν διαταραχές στον γραπτό λόγο, στα μαθηματικά ή στη γραφή, με πιο γνωστές τη δυσλεξία, τη δυσαριθμησία, τη δυσγραφία και η δυσορθογραφία. Οι ειδικές μαθησιακές δυσκολίες αποτελούν όπως είπαμε ξεχωριστή οντότητα και αφορούν μικρό ποσοστό του μαθητικού πληθυσμού.

Η διάγνωση

Η διάγνωση των μαθησιακών δυσκολιών, γενικευμένων ή ειδικών, πάντοτε γίνεται έπειτα από λήψη πλήρους ιατρικού ατομικού και οικογενειακού ιστορικού, κλινική αξιολόγηση και χορήγηση σταθμισμένων αναπτυξιακών εργαλείων από αναπτυξιολόγο, παιδοψυχολόγο και εκπαιδευτικό ειδικής αγωγής και παράλληλα συμπλήρωση ερωτηματολογίων από τους γονείς -φροντιστές και το σχολείο του παιδιού (συνήθως τα ερωτηματολόγια τα συμπληρώνει ο δάσκαλος της τάξης).

Οι κυριότερες ενδείξεις για την ύπαρξη μαθησιακών δυσκολιών είναι οι εμμένουσες δυσκολίες στην ανάγνωση, στη γραφή και στα μαθηματικά (αριθμητική και επίλυση προβλημάτων) κατά τα σχολικά έτη, οι οποίες γίνονται εμφανείς από τις πρώτες κιόλας τάξεις του Δημοτικού Σχολείου. Οι παραπάνω δυσκολίες θα πρέπει να επηρεάζουν την ακαδημαϊκή πορεία του ατόμου σε τέτοιο βαθμό ώστε η απόδοση του μαθητή να είναι χαμηλότερη από τον μέσο όρο, δηλαδή χαμηλότερη από την αντίστοιχη απόδοση παιδιών της ηλικίας του, με φυσιολογικό νοητικό δυναμικό.

Δεν είναι λίγες οι φορές που κατά την αξιολόγηση παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες διαπιστώνονται επιπλέον δυσκολίες στην αντίληψη, στην κατανόηση, στον ρυθμό επεξεργασίας στη μνήμη και στην προσοχή. Οι δυσκολίες αυτές, σε συνδυασμό με τις εγγενείς δυσκολίες του παιδιού, επηρεάζουν επιπλέον τη σχολική απόδοσή του, μεγεθύνοντας τις δυσκολίες στα μαθηματικά, στην προπαίδεια και στην επίλυση προβλημάτων, στην ορθογραφία και στην ανάγνωση (ρυθμός ανάγνωσης, συχνές παραποιήσεις λέξεων), στην κατανόηση κειμένου, είτε στην απομνημόνευση θεωρητικών μαθημάτων, όπως είναι η ιστορία και τα θρησκευτικά.

Ας μην ξεχνάμε ότι, συχνά, παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, με το πέρασμα του χρόνου μπορεί να εμφανίσουν και συννόσηση με άλλες ψυχοσυναισθηματικές διαταραχές, όπως συμπτωματολογία άγχους και κατάθλιψης, χαμηλή αυτοεκτίμηση, κακή εικόνα εαυτού και απόσυρση από τις κοινωνικές δράσεις ή επιθετική συμπεριφορά.

Η αντιμετώπιση

Όμως, όποιες δυσκολίες ή ιδιαιτερότητες και αν εμφανίζει κάποιος, ανεξαρτήτως του βαθμού και του είδους τους, χρειάζεται άμεση και έγκαιρη αναγνώριση και άμεση ένταξη σε πρόγραμμα παρέμβασης για την επίλυση των δυσκολιών αυτών. Στην έγκαιρη παρέμβαση παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες, μπορούν να βοηθήσουν πρωτίστως εκπαιδευτικοί ειδικής αγωγής, λογοθεραπευτές και ψυχολόγοι, με μαθήματα τα οποία πραγματοποιούνται εκτός σχολικού πλαισίου.

Εξίσου εποικοδομητικά είναι και τα προγράμματα ενισχυτικής διδασκαλίας, τα οποία πραγματοποιούνται σε δημόσια σχολεία, την ώρα του εκπαιδευτικού προγράμματος, με στόχο την ενίσχυση των πιο «αδύνατων» μαθησιακά μαθητών. Πολλές από τις παρεμβάσεις ειδικής διαπαιδαγώγησης και ειδικής αγωγής απευθύνονται τόσο στο ίδιο το παιδί που δυσκολεύεται μαθησιακά, όσο και στην οικογένεια στο σύνολό της, για τη στήριξη της αλλά και την ψυχοσυναισθηματική ενίσχυση των μελών της, λόγω των εντάσεων που μπορεί να προκαλούνται από τις δυσκολίες της καθημερινής μελέτης.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο ρόλος του γονέα στην οικογένεια είναι -και πρέπει να είναι- διακριτός από τον ρόλο του «εκπαιδευτικού» ή του «εκπαιδευτή», για την ομαλή συναισθηματική ισορροπία των παιδιών, ειδικά αυτών που δυσκολεύονται μαθησιακά.

(Δέσποινα Α.Μπαστάκη, ygeiamou – φωτο:pexels)

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Σχετικά άρθρα:

loading...
loading...