Δεν είναι οι δηλώσεις του Ιταλού δικτάτορα για την Ελλάδα και τον πόλεμο, που έχουν επανειλημμένα δημοσιοποιηθεί, αλλά όσα κατέγραψε ο Έλληνας δημοσιογράφος πριν και κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους, στις 24 Ιανουαρίου 1936. Οι ημέρες που πέρασε στη Ρώμη, οι εικόνες μιας χώρας σε πολεμική κινητοποίηση, η ατμόσφαιρα της φασιστικής πρωτεύουσας, η διαδρομή μέχρι το γραφείο του Μουσολίνι και οι λεπτομερείς παρατηρήσεις του για τη συμπεριφορά του συνθέτουν ένα αυτοτελές δημοσιογραφικό χρονικό. Μια μαρτυρία που περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Μίλησα με τις μορφές του αιώνα-Βιβλιοπωλείον της Εστίας – ΙΔ Κολλάρου & ΣΙΑΣ ΑΕ- Διεθνείς Σχέσεις Πολιτισμουύ» και φωτίζει όσα συνέβησαν πίσω από μια συνέντευξη που έχει αποκτήσει ιδιαίτερη ιστορική σημασία.
Η Ρώμη του 1936 και οι ημέρες αναμονής
«ΡΩΜΗ… Φωλιά του φασισμού. Κέντρο του Καθολικισμού και της σκληρής δικτατορίας των μελανών χιτώνων».
Με αυτή τη φράση αρχίζει ο Λιδωρίκης την περιγραφή της ιταλικής πρωτεύουσας, τον Ιανουάριο του 1936, όταν η Ιταλία βρίσκεται σε πόλεμο με την Αιθιοπία και αντιμετωπίζει τις κυρώσεις της Κοινωνίας των Εθνών.
“ΡΩΜΗ… Πόλη που ανασαίνει με τα ερείπια παλαιών καισαρικών θριάμβων, που ξημερώνεται με το απαλό τραγούδι του Τίβερη και γέρνει μελαγχολική τη νύχτα κάτω απ’ την κλαγγή των όπλων του θρασύτερου ιμπεριαλισμού, απ’ τον τριγμό των μυτερών δοντιών του τρομερού φασιστικού θηρίου, θηρίου πολυπλόκαμου, μεγάλου και απειλητικού, τρομακτικού σε οργάνωση, μοναδικού σε προπαγάνδα, σε αγώνα αυτοσυντηρήσεως…».
Ο Έλληνας δημοσιογράφος έχει φθάσει στη Ρώμη με στόχο να συναντήσει τον Μουσολίνι. Η συνέντευξη, όμως, δεν πραγματοποιείται αμέσως. Οι ημέρες που μεσολαβούν του προσφέρουν την ευκαιρία να παρακολουθήσει την κατάσταση στην ιταλική πρωτεύουσα και να συγκεντρώσει πληροφορίες.
«Μέρες αναμονής. Τριγύρισα τη Ρώμη, έζησα την πολεμική ατμόσφαιρα, πήρα δευτερευούσης σημασίας συνεντεύξεις, μελέτησα με όση τελειότητα μπορούσα Στρατό, Στόλο και Αεροπορία του κράτους του “πελεκέως”, ανέπνευσα… κυρωτικό αέρα, είδα τι ρόλο παίζει στο λαό και τι επίδραση έχει μια προπαγάνδα συστηματική, ετοποθέτησα αντίκρυ στη δημοσιογραφική συνείδησή μου τη θέση την πραγματική του φασισμού επάνω στην περιπλοκή, στη διεθνή περιπλοκή, που τον σφιχταγκαλιάζει… Είδα και άκουσα. Πρόσεξα και σημείωσα».
Ο Λιδωρίκης δεν περιορίζεται στην αναμονή της συνέντευξης. Περιηγείται στην πόλη, παρακολουθεί την πολεμική κινητοποίηση και επιχειρεί να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η φασιστική προπαγάνδα.
Στο κείμενό του προαναγγέλλει μάλιστα ότι οι εμπειρίες αυτές θα αποτελέσουν αντικείμενο επόμενων δημοσιογραφικών ανταποκρίσεων.
«Αύριο, μεθαύριο, στα άρθρα που θ’ ακολουθήσουν το παρόν θα μπούμε συντροφιά μέσα στο φλογερό και ύπουλο καμίνι που παρουσιάζει η Ιταλία σήμερα, θα πλησιάσουμε προσωπικότητες».
Το τηλεγράφημα και η άφιξη στο Παλάτσο Βενέτσια
Η αναμονή ολοκληρώνεται με ένα τηλεγράφημα του ιταλικού υπουργείου Τύπου και Προπαγάνδας, με ημερομηνία 22 Ιανουαρίου 1936. Ο Μουσολίνι θα δεχθεί τον Έλληνα δημοσιογράφο την Παρασκευή 24 Ιανουαρίου, στις έξι το απόγευμα.
Στο τηλεγράφημα αναφέρεται ότι ο επισκέπτης πρέπει να παρουσιαστεί στο Παλάτσο Βενέτσια, από την είσοδο της ομώνυμης πλατείας.
Ο Λιδωρίκης καταγράφει την άφιξή του:
«Ένα ταξί με φέρνει -6 παρά 10 ακριβώς- το απόγευμα της 24ης Ιανουαρίου στο “Παλάτσο Βενέτσια” εμπρός. Στην πύλη του, σε δύο φυλάκια, ισάριθμοι φρουροί μ’ αφήνουν να περάσω».
Ακολουθεί μια διαδρομή μέσα από ελέγχους, φρουρούς, διαδρόμους και αίθουσες.
«Και στην είσοδο ένας τεράστιος θυρωρός μ’ ασπροκέντητη λιβρέα με δέχεται, απλώνοντας το χέρι. Θέλει την άδειά μου… Τον τριγυρίζουν πέντε “μυστικοί”, που πλησιάζουν όλοι και ρίχνουν μια ματιά στο γράμμα που κρατώ. Ζητούν το διαβατήριό μου. Το δείχνω».
Η είσοδος στο κτίριο δεν είναι απλή υπόθεση. Ο δημοσιογράφος περνά διαδοχικά σημεία ελέγχου, ενώ η παρουσία των φρουρών και των υπηρετών είναι συνεχής.
«Περάστε!…».
Η ίδια λέξη επαναλαμβάνεται καθώς προχωρεί προς το εσωτερικό του κτιρίου.
«Μία ηρεμία απόλυτη κυριαρχεί. Μόνο οι υπηρέτες που πηγαινοέρχονται διαρκώς. Μία ηρεμία που ξαφνιάζει και ταυτοχρόνως ενθαρρύνει…».
Ο Λιδωρίκης παρατηρεί τις πόρτες, τους διαδρόμους και τις κινήσεις των ανθρώπων γύρω του. Προσπαθεί να καταλάβει πού βρίσκεται το γραφείο του Μουσολίνι.
«Κοιτάζω δεξιά κι αριστερά για να μαντεύσω πίσω από ποια πόρτα, που κοντά βρίσκεται ο δικτάτωρ, ο άνθρωπος που παίζει μες στα δυο του χέρια μια Ιταλία ολόκληρη και που δεσπόζει με τα φασιστικά συστήματά του, με το φασιστικό του κνούτο, απάνω σε σαράντα δύο εκατομμύρια ψυχές».
Σε μια στιγμή, η αναμονή διακόπτεται.
«Και τότε με φωνάζουν. “Έφθασε η στιγμή”. Σηκώνομαι, περνώ έναν μικρό διάδρομο που μόλις φωτίζεται και στο βάθος του μου δείχνουν μια πόρτα».
Το γραφείο των σαράντα μέτρων
Η είσοδος στο γραφείο του Μουσολίνι αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές της αφήγησης.
«Η αίσθηση του χάους με κυριεύει απότομα. Ένα τεράστιο δωμάτιο, ένα τεράστιο, ξερό, γυμνό και παγερό γραφείο απλώνεται μπροστά μου. 40 μέτρα μήκος!… Είναι η “Υδρόγειος”, όπως το λένε. Του “Ντούτσε” η δικτατορική φωλιά. Του βρυχωμένου λέοντος το άντρο».
Ο δημοσιογράφος αναφέρεται στη διαμόρφωση του χώρου και στην εντύπωση που δημιουργεί στον επισκέπτη η μεγάλη απόσταση από την είσοδο μέχρι το γραφείο.
«Λένε πως η σκηνογραφία του γραφείου είναι καλά μελετημένη για να υφίσταται ο επισκέπτης μια τρομερή επίδραση!… Θέατρο και πολιτική!…».
Η παρατήρηση αυτή αποτυπώνει την προσωπική εντύπωση του Λιδωρίκη για τη σχέση ανάμεσα στην αρχιτεκτονική του χώρου και στην προβολή της εξουσίας.
«Και αρχίζει η δοκιμασία… Βαδίζω. Προχωρώ. Πλησιάζω. Τώρα τον διακρίνω καθαρά. Είναι σκυμμένος στο γραφείο του. Γράφει. Κανείς φρουρός ούτε και γραμματεύς κοντά του. Βαδίζω. Κι έπειτα από μερικές στιγμές βρίσκομαι ακριβώς μπροστά του».
Ο Μουσολίνι σηκώνεται από το γραφείο του για να υποδεχθεί τον επισκέπτη.
«Πριν φθάσω εντελώς μπροστά του σηκώνεται μηχανικά. Όρθιος, στητός, έκφραση κάπως βλοσυρή, θεατρικά μεγαλοπρεπέστατη. Το χέρι του απλώνεται σε έναν βαρύ φασιστικό χαιρετισμό».
Ο Λιδωρίκης προσέχει ιδιαίτερα το πρόσωπο και το βλέμμα του Ιταλού δικτάτορα. Η περιγραφή συνεχίζεται με τις εντυπώσεις που του προκαλεί η φυσιογνωμία του συνομιλητή του.
«Μέσα στα μάτια του, που άλλοτε μισοκλείνουν και άλλοτε στρογγυλεύουν με μια παράξενη διαστολή, γράφεται η ιστορία της ζωής του: Ερείπια και αναστηλώσεις».
Και αμέσως μετά: «Γραμμές, ρυτίδες, περάσματα του χρόνου χαράζουν το μέτωπο και αυλακώνουν τη μορφή».
Η παρατήρηση της εξωτερικής εμφάνισης δεν είναι περιστασιακή. Ο Λιδωρίκης αφιερώνει αρκετές γραμμές στο πρόσωπο, στις κινήσεις και στις μεταβολές της έκφρασης του Μουσολίνι, πριν ακόμη περάσει στο κύριο μέρος της συνέντευξης.
Οι αντιδράσεις του Μουσολίνι κατά τη συνομιλία
Η συνέντευξη αρχίζει με τον πόλεμο της Αιθιοπίας και τις διεθνείς κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στην Ιταλία. Ο Λιδωρίκης παρατηρεί πώς αντιδρά ο Μουσολίνι όταν η συζήτηση στρέφεται σε αυτά τα ζητήματα. «Κυρώσεις!».
Και αμέσως καταγράφει: «Προφέρει με βαρύτητα αυτή τη λέξη και συνοφρυώνεται. Τα μάτια του αστράφτουν. Το χέρι του, πυγμή, πέφτει πάνω στο τραπέζι».
Ο δημοσιογράφος παρακολουθεί την ένταση της φωνής, τις κινήσεις και τις αλλαγές της έκφρασης του συνομιλητή του.
Όταν η συζήτηση περνά στην Ελλάδα, ο Λιδωρίκης επιχειρεί να πληροφορηθεί πώς αντιμετωπίζει ο Ιταλός δικτάτορας το ενδεχόμενο μιας μεσογειακής σύρραξης στην οποία θα μπορούσε να εμπλακεί και η χώρα μας.
Η απάντηση του Μουσολίνι, όπως και οι υπόλοιπες δηλώσεις του για τις ελληνοϊταλικές σχέσεις, έχει αποτελέσει αντικείμενο μεταγενέστερων ιστορικών αναφορών. Εκείνο που ξεχωρίζει στην προσωπική αφήγηση του δημοσιογράφου είναι οι λεπτομέρειες της συμπεριφοράς του. «Κουνάει ελαφρά, με βλοσυρότερη έκφραση από πριν, το κεφάλι του».
Σε άλλο σημείο της συνομιλίας ο σημειώνει:
«Βηματίζει, σταματά μακράν μου, και ενώ τα μάτια του παίρνουν ένα στρογγύλεμα άγριο προσθέτει».
Οι κινήσεις αυτές συνοδεύουν τις απαντήσεις του Μουσολίνι για την εξωτερική πολιτική και τον πόλεμο.
Η συζήτηση επεκτείνεται και στα εσωτερικά πολιτικά ζητήματα της Ελλάδας, στη μοναρχία και στη δημοκρατία. Ο Λιδωρίκης παρατηρεί ότι ο Μουσολίνι δεν περιορίζεται σε σύντομες απαντήσεις, αλλά αναπτύσσει τις απόψεις του και επανέρχεται σε διαφορετικά θέματα. «Ομιλεί ακόμη. Εισέρχεται εις άλλα θέματα και τα λεπτά παρέρχονται».
Η συνέντευξη εξελίσσεται έτσι σε μια εκτενή συνομιλία, κατά την οποία ο δημοσιογράφος καταγράφει όχι μόνο τις δηλώσεις, αλλά και την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία διατυπώνονται.
Τα τελευταία λεπτά της συνάντησης
Προς το τέλος της συνομιλίας προκύπτει ένα ακόμη ενδιαφέρον περιστατικό. Ο Μουσολίνι αναφέρεται σε όσα πρόκειται να δημοσιευθούν και επιχειρεί να περιορίσει το περιεχόμενο της συνέντευξης.
«Δεν θέλω να γραφούν όλα αυτά -μου λέγει τελικώς-. Σας είπα ότι δεν δίδω συνεντεύξεις. Κρατήσατέ τα διά τον εαυτόν σας!…».
Ο Λιδωρίκης επιμένει στη δημοσιογραφική του ιδιότητα.
«Είμαι δημοσιογράφος. Τι πρέπει να πω… Και τι να γράψω;…».
Η απάντηση του Μουσολίνι είναι σύντομη:
«Γράψετε ορισμένα πράγματα».
Ο δημοσιογράφος, από την πλευρά του, καταγράφει τη συνομιλία και τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε.
Η συνάντηση ολοκληρώνεται έπειτα από σαράντα λεπτά.
Ο Λιδωρίκης κλείνει το χρονικό του με την ακριβή αναφορά στην ημέρα, στον τόπο και στη διάρκεια της συνομιλίας:
«Όπως και ο υποφαινόμενος γράφει όσα συνέβησαν και ελέχθησαν την 24ην Ιανουαρίου 1936 εις το “Παλάτσο Βενέτσια” της Ρώμης, μεταξύ των 6.5΄ και 6.45΄ το απόγευμα…».
Η μαρτυρία του Αλέκου Λιδωρίκη διασώζει μια διαφορετική πλευρά της ιστορικής συνέντευξης. Από τις ημέρες αναμονής και τις περιηγήσεις στη Ρώμη έως την είσοδο στο Παλάτσο Βενέτσια, το γραφείο των σαράντα μέτρων και τις προσωπικές παρατηρήσεις για τον Μουσολίνι, το κείμενο αποτυπώνει την εμπειρία ενός Έλληνα δημοσιογράφου που βρέθηκε στο κέντρο της φασιστικής εξουσίας.
Πέρα από τις δηλώσεις που έμειναν στην ιστορία, οι περιγραφές του αποτελούν μια ξεχωριστή δημοσιογραφική μαρτυρία για την Ιταλία του 1936, την ατμόσφαιρα του καθεστώτος και τις συνθήκες μιας συνέντευξης που πραγματοποιήθηκε σε μια κρίσιμη περίοδο για την Ευρώπη.
ΑΠΕ-ΜΠΕ / photo: ΑΠΕ-ΜΠΕ – EPA-EFE









