Το φαινόμενο αυτό, το οποίο επανήλθε στο προσκήνιο και με τις αποφάσεις της τουρκικής κυβέρνησης να μετατρέψει σε τζαμιά την Αγία Σοφία και τη Μονή της Χώρας, δεν αποτελεί μια απλή αλλαγή χρήσης, αλλά μια βαθιά αλλοίωση της εσωτερικής αρχιτεκτονικής των μνημείων.
Καθώς το Ισλάμ απαγορεύει αυστηρά την ύπαρξη ανθρωπόμορφων απεικονίσεων και θρησκευτικών εικόνων κατά τη διάρκεια της λατρείας, οι μηχανικοί και οι συντηρητές επιστρατεύουν εξειδικευμένες μεθόδους για να προσαρμόσουν τους βυζαντινούς ναούς στα ισλαμικά πρότυπα, προσπαθώντας ταυτόχρονα να αποφύγουν τη διεθνή κατακραυγή για την καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η πιο κρίσιμη και τεχνικά απαιτητική παρέμβαση, αφορά τη διαχείριση των ανεκτίμητων χριστιανικών ψηφιδωτών και τοιχογραφιών, που κοσμούν τους τοίχους και τους τρούλους των ναών. Στο παρελθόν, κατά την οθωμανική περίοδο, η συνήθης πρακτική περιλάμβανε την πλήρη κάλυψη των αγιογραφιών με παχύ στρώμα σοβά, γεγονός που οδήγησε στην έμμεση διάσωσή τους μέχρι την ανακήρυξη των μνημείων σε μουσεία κατά τον εικοστό αιώνα.
Στη σύγχρονη εποχή, οι αρχές εφαρμόζουν μια πιο εξελιγμένη μέθοδο, τοποθετώντας ειδικά αυτοματοποιημένα πάνελ και πτυσσόμενες λευκές κουρτίνες, οι οποίες ελέγχονται με ηλεκτρονικά συστήματα. Αυτά τα προστατευτικά καλύμματα κλείνουν και κρύβουν τις αγιογραφίες, αποκλειστικά κατά τη διάρκεια των πέντε καθημερινών μουσουλμανικών προσευχών, και ανοίγουν ξανά αμέσως μετά για την είσοδο των επισκεπτών.
Εκτός από την απόκρυψη των εικόνων, η μετατροπή απαιτεί τη ριζική αλλαγή του εσωτερικού προσανατολισμού του κτιρίου και την προσθήκη νέων λατρευτικών στοιχείων. Ο χριστιανικός ναός είναι παραδοσιακά χτισμένος με το Ιερό Βήμα στραμμένο προς την Ανατολή, όμως οι μουσουλμάνοι πιστοί πρέπει να προσεύχονται με κατεύθυνση προς τη Μέκκα, η οποία για την περιοχή της Μικράς Ασίας βρίσκεται προς τα νοτιοανατολικά. Για να γεφυρωθεί αυτή η διαφορά, τοποθετείται διαγώνια μέσα στον χώρο το Μιχράμπ, μια περίτεχνη κόγχη στον τοίχο, που δείχνει τη σωστή κατεύθυνση της προσευχής, αναγκάζοντας τους πιστούς να στέκονται λοξά σε σχέση με την αρχική βυζαντινή γραμμή του κτιρίου. Παράλληλα, το έδαφος καλύπτεται πλήρως με βαριά, ενιαία χαλιά που κρύβουν τα αρχαία μαρμάρινα δάπεδα και τα ιστορικά μωσαϊκά.
Η εξωτερική όψη των ναών δέχεται εξίσου σοβαρά πλήγματα, με κυριότερη παρέμβαση την ανέγερση των μιναρέδων, οι οποίοι λειτουργούν ως οπτικά σύμβολα της νέας θρησκευτικής κυριαρχίας πάνω στο ναό. Στο εσωτερικό προστίθεται επίσης ο Άμβωνας (Μινμπάρ), μια υψηλή ξύλινη ή μαρμάρινη σκάλα από την οποία κηρύττει ο ιμάμης, καθώς και μεγάλοι κυκλικοί πίνακες (σφραγίδες) με καλλιγραφικές επιγραφές των ονομάτων του Αλλάχ και του Μωάμεθ.
Η διεθνής επιστημονική κοινότητα εκφράζει συνεχώς έντονες ανησυχίες, καθώς αυτές οι μόνιμες ή προσωρινές μετατροπές όχι μόνο αλλοιώνουν τον οικουμενικό χαρακτήρα των κορυφαίων μνημείων της ανθρωπότητας, αλλά δημιουργούν και σοβαρούς κινδύνους φθοράς για τα ευαίσθητα υλικά, λόγω της αλλαγής των συνθηκών υγρασίας και φωτισμού στο εσωτερικό τους.
Τα υφάσματα εγκλωβίζουν τις αναθυμιάσεις και τον ιδρώτα των χιλιάδων καθημερινών επισκεπτών, με αποτέλεσμα η υγρασία να εισχωρεί πίσω από τα βυζαντινά ψηφιδωτά, να σαπίζει τον υποστηρικτικό σοβά και να αποκολλά τις πολύτιμες ψηφίδες. Παράλληλα, η χρήση των συστημάτων απόκρυψης δημιουργεί θύλακες στάσιμου αέρα και στερεί από τις τοιχογραφίες το φυσικό φως, ενώ η συνεχής χρήση ισχυρού τεχνητού φωτισμού εκπέμπει θερμότητα που ξεθωριάζει τα ιστορικά χρώματα και ευνοεί την ανάπτυξη διαβρωτικών αλάτων. Όλες αυτές οι παρεμβάσεις αλλοιώνουν το ευαίσθητο μικροκλίμα του κτιρίου, παγιδεύοντας την υγρασία και προκαλώντας μη αναστρέψιμες καταστροφές στα αρχαία υλικά των ναών.
Δείτε βίντεο ΕΔΩ
photo: pixabay









