Η «χρυσή εποχή» του Ελληνισμού της Αυστραλίας

Ιστορικά έχει αποδειχτεί από μελέτες που προηγήθηκαν ότι η χρυσή εποχή του Ελληνισμού της Αυστραλίας ήταν η περίοδος 1975-2000. Ήταν η εποχή της δημιουργικής εξέλιξης, της εμφάνισης εκατοντάδων σωματείων, της ανάδειξης των κοσμικών και εκκλησιαστικών κοινωνικών φορέων του Ελληνισμού, της άνθισης του ελληνικού ποδοσφαίρου, της καταξίωσης των παιδιών των μεταναστών στους χώρους της διοίκησης, της οικονομίας, της πολιτικής, των επιστημών, των τεχνών. ΄Ηταν η εποχή που η Ελληνική γλώσσα είχε καθιερωθεί στο κρατικό σύστημα διδασκαλίας (1974) και από το 1987 είχε καθιερωθεί ως υποχρεωτικό μάθημα διδασκαλίας και μάθησης στα κρατικά σχολεία για ομογενείς και αλλογενείς και αλλόγλωσσους αφού δικαιωματικά είχε επιλεγεί ως μία από τις δέκα προστατευόμενες γλώσσες της αυστραλιανής Κοινοπολιτείας.

Ήταν η εποχή που ο αριθμός των μαθητών που έπαιρναν την Ελληνική ως μάθημα επιλογής στις εισαγωγικές εξετάσεις του Πανεπιστημίου μόνον στη Βικτώρια έφτανε τις 3.000, ο αριθμός των σπουδαστών της Ελληνικής που διδάσκονταν τότε σε 14 πανεπιστημιακά ιδρύματα ξεπερνούσε τις 4.000, ήταν η εποχή που ανέδειξε τη γένεση ένδεκα ελληνικών ημερήσιων σχολείων. Ήταν η εποχή των εκπαιδευτικών συμβούλων, όταν γέμιζαν ασφυκτικά οι αίθουσες της Μελβούρνης από εκπαιδευτικούς και ενδιαφερομένους να ακούσουν τα εκπαιδευτικά σεμινάρια του Παναγιώτη Λιβεριάδη. Ήταν η εποχή που γέμιζαν οι αίθουσες χορού από μετανάστες και τα ανήλικα παιδιά τους, πολλές φορές και χίλια άτομα, ήταν η εποχή που δεκάδες λεωφορεία μετέφεραν τις χιλιάδες των μελών και των φίλων των σωματείων μας στις θάλασσες τα καλοκαίρια, ήταν η εποχή που 100.000 και πλέον συγκεντρώθηκαν στο Μνημείο για να υποδεχτούν τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας το 1982 και άλλες τόσες χιλιάδες, δέκα χρόνια αργότερα (1992), για να διαδηλώσουν τα δίκαια της Μακεδονίας στον βικτωριανό Κοινοβούλιο.

Ήταν η εποχή της δημογραφικής άνθισης του Ελληνισμού, της έξαρσης της δυναμικότητάς του, ήταν η εποχή της θυσίας των Ελλήνων μεταναστών της πρώτης γενιάς, η εποχή που οι πρωτοπόροι στερούνταν τότε για να απολαύσουν τα παιδιά τους αργότερα (οι Έλληνες έχουν τρεις φορές μεγαλύτερη κτηματική περιουσία, κατά μέσο όρο, σε σύγκριση με τον μέσο Αυστραλό συμπολίτη τους- Απογραφή 2016). Ήταν η εποχή της ενσωμάτωσης του Ελληνισμού, η εποχή που η Διοικούσα Εκκλησία επικέντρωσε περισσότερο το πρόγραμμά της στην επικράτησή της επί του οργανωμένου ποιμνίου και λιγότερο στο αποστολικό και κοινωνικό της ρόλο, διότι αντιμετώπισε τις συγκυρίες ευκαιριακά, ότι δηλαδή τότε μπορούσε ευκολότερα και ταχύτερα, λιγότερο επονείδιστα, χωρίς ιδιαίτερη λογική μετροέπεια. Ήταν η εποχή που οι τέχνες των Ελλήνων ανθούσαν, η συμμετοχή τους στα δρώμενα του αθλητισμού ήταν σχεδόν καθολική, γέμιζαν τα γήπεδα με δέκα και είκοσι χιλιάδες Έλληνες τις Κυριακές.

Ήταν η εποχή που η Ελλάδα κι η Κύπρος αποτελούσαν το επιδιωκόμενο ιδανικό ως τόπος επίσκεψης, ως προσκύνημα στις πατρογονικές εστίες. Τότε το μεροκάματο και τα σελίνια του μιλκμπαρ ή του μικρομάγαζου που πουλούσε ακόμη τσίπια στην εφημερίδα δεν περίσσευαν, για να κάνουν την επίσκεψη εύκολη. Έκαναν οικονομία, θυσίαζαν την καλοπέραση. Δούλευαν τα ανδρόγυνα διπλά «σίφτια», ατέλειωτες ώρες, αφήνοντας τα μεγαλύτερα παιδιά τους οκτώ χρονών να φροντίζουν τα μικρότερα. Έτσι αυγάτισαν τις οικονομίες τους κι αγόραζαν κτήματα και περιουσίες, για να έχουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους, και να μη στερηθούν αυτά, όλα όσα αυτοί στερήθηκαν ως μετανάστες δουλέυοντας στα εργοστάσια καις τις ατέλειωτες γραμμές παραγωγής των βιομηχανιών.

Μετά το 2000, άρχισε η γήρανση της πρώτης γενιάς των μεταναστών (το 20% από αυτούς ήσαν γεννημένοι στη δεκαετία του 1920, το 53% στη δεκαετία του 1930, και το 20% στη δεκαετία του 1940). Το 2000 ο μέσος όρος ηλικίας των Ελλήνων μεταναστών πρώτης γενιάς ήταν 68 χρονών. Το 2019 ο μέσος όρος ηλικίας ανέρχεται πλέον στα 80 χρόνια. Η βιολογική έξοδος, η αδήριτη νομοτέλεια της διαλεκτικής των όντων, αφάνισε σχεδόν την πρώτη γενιά ή την έκανε ανήμπορη να μπορεί να παρακολουθεί δυναμικά, εκ του σύνεγγυς τα γεγονότα, τις εξελίξεις. Το 2030, αναμένεται ότι από το σύνολο των 270.000 ελληνικής καταγωγής μεταναστών πρώτης γενιάς (Κυπρίων και Ελλήνων), θα επιβιώνουν λιγότεροι από 12.000. Ο ρυθμός της ανάπτυξης της Ομογένειας στα θέματα της κοινοτικής και κοινωνικής οργάνωσης, στηριγμένος στα παλαιά πρότυπα και δημογραφικά μοντέλα φθίνει γεωμετρικά. Οι αίθουσες χορού πλέον δεν συγκεντρώνουν χιλιάδες, με δυσκολία ίσως και 200 άτομα, αφού δύο και τρία σωματεία ενώνουν την προσπάθειά τους.

Οι διαφημίσεις δεν προβάλλουν πλέον φωτογραφεία, ούτε είδη γάμων και βαπτίσεων, αλλά νεκροταφεία και κηδείες. Οι συνεδριάσεις των Διοικητικών Συμβουλίων ατόνισαν, με δυσκολία πλέον συνέρχονταν ακόμη και στις Γενικές τους Συνελεύσεις (από κάτω πολλές φορές περιμένουν και τα ασθενοφόρα), οι εκδρομές των σωματείων, όσα απέμειναν, δεν συγκεντρώνουν περισσότερο από σαράντα και πενήντα ζευγάρια. Τα περισσότερα σωματεία, ακόμη και τα νομικώς κατοχυρωμένα, διαλύθηκαν. Ορισμένα από σωματεία που είχαν περιουσία, οι ηγέτες τους τα πούλησαν και αποταμίευσαν τα χρήματα σε τραπεζικούς λογαριασμούς, άλλοι ηγέτες φρόντισαν να επιμοιράζουν το εισόδημά των ενοικιαζόμενων κτηρίων τους στα μέλη τους, οργανώνοντας εκδρομές και κοινωνικές εκδηλώσεις, πολλά κτήρια, τα περισσότερα, παρέμεναν άδεια και αραχνιασμένα για να θυμίζουν δόξες παλιές, ενώ, τέλος, κάποιοι με αρχές, δυστυχώς ελάχιστοι, σκέφτηκαν λογικά και πατριωτικά να τα πουλήσουν και να επενδύσουν τα χρήματά τους στην Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης και Βικτωρίας (Άξιοι εισί!).

Ελάχιστοι πλέον από τους πρωτοπόρους μετανάστες, μετά το 2000, συνεχίζουν να δηλώνουν μάχιμοι παρά την ηλικία τους, συνεπείς στο καθήκον παρά την κόπωση, εντεταγμένοι στις αρχές της κοινωνικής και κοινοτικής προσφοράς. Ελάχιστοι αψηφούν τη φθορά που φέρνει το βάρος των χρόνων, ακόμη πιο λίγοι είναι αυτοί που συμπαραστέκονται και μάχονται για τα δίκαια του Ελληνισμού, των σωματείων, της γλώσσας μας και της εθνογλωσσικής μας και θρησκευτικής μας ταυτότητας. Λίγοι είναι αυτοί που ακόμη θέλουν να δουν τον Χριστό και τον Έλληνα ως μία ομοούσια πολιτιστική ταυτότητα του σύγχρονου νεοέλληνα, και ακόμη πιο λίγοι αυτοί, αυτοί οι γενναίοι και αξιόμαχοι, που στέκονται δίπλα στους λίγους Αυστραλογεννημένους νέους μας που έδειξαν ενδιαφέρον για το Κοινό των Ελλήνων. Οι ελάχιστοι αυτοί ώριμοι νέοι που ακόμη επιμένουν Ελληνικά, παρά την ηλικία τους, έχουν μέσα τους σφυρηλατημένο το Χρέος της προσφοράς στα κοινά, είναι αυτοί που έχουν μέσα τους ανέσπερη τη συνείδηση του πολίτη (civil conscience), αντίθετα προς αυτή του ιδιώτη, που έχουμε οι περισσότεροι.

Αυτοί οι λίγοι που ακόμη επιμένουν στην ποιοτική ελληνόγλωσση εκπαίδευση και δίνουν τη μάχη τους σε επίπεδο ομογενειακό και κυβερνητικό (οι Αμανατίδηδες, οι Δουβαρτζίδηδες, οι Δημαράδες, οι Μαυραγάνηδες, οι Γκογκίδηδες κ.ά.), αυτοί που μάχονται για τα ιστορικά και πολιτιστικά μας δίκαια (οι Προκοπίου, οι Πατιστέοι, οι Μηνάδες, οι Λιβεριάδηδες, οι Κοροσίδηδες κ.ά.), αυτοί που αγωνιούν για την κοινοτική πορεία του Ελληνισμού, για μια υγιή διαδοχή στο χώρο της ύπαρξης των σωματείων και των κοινοτήτων μας (οι Αλεξοπουλαίοι, οι Αγγελοδήμου, οι Ζαγκάληδες, οι Ρέντζηδες κ.ά) κι όλοι οι επώνυμοι και ανώνυμοι και γενναίοι που ακόμη επιμένουν στην προσφορά και στο χρέος. Σε αυτούς που ακόμη επιχειρούν και τολμούν, και αγωνίζονται συλλογικά σε αυτούς αξίζει έπαινος και σεβασμός.

Κάθε προσπάθεια από οποιονδήποτε να συγκριθούν δημογραφικά τα χρόνια των παχιών αγελάδων (1975-2000), με τα χρόνια των ισχνών αγελάδων (2000-2019) είναι προκλητική, εντελώς αψυχολόγητη και βάρβαρα ανισοβαρής, επομένως και τα πορίσματα στα οποία καταλήγουν όλοι όσοι το επιχειρούν είναι άδικα και αναξιόπιστα και δείχνουν πρόθεση να βλάψουν και όχι να καταθέσουν τον λόγο της αλήθειας. Τα χρόνια της δημογραφικής παρακμής του Ελληνισμού της πρώτης γενιάς (2000-2019) είναι χρόνια αντοχής, δυναμικής αποφασιστικότητας και περηφάνιας ψυχής. Εύκολο ήταν να συγκεντρώσεις 1000 άτομα το 1980 σε ένα χορό του Συλλόγου Ποσειδωνιατών Μελβούρνης, πολύ πιο δύσκολο να συγκεντρώσεις 200 άτομα σήμερα.

Ήταν ευκολότερο να διατηρήσεις συνέπεια σε εβδομαδιαίες συνεδριάσεις στη δεκαετία του 1990, παρά μηνιαίες μετά το έτος 2000, ήταν ευκολότερο να φροντίζεις για τη συνεκτικότητα του σωματείου πριν από τριάντα χρόνια, παρά σήμερα. Ό,τι γίνεται μετά το 2000 στο χώρο της κοινοτικής προσφοράς από Έλληνες της πρώτης γενιάς είναι πολλάκις δυσκολότερο, πολλάκις πλέον σημαντικό (χωρίς να είμαστε ασεβείς και αχάριστοι προς όλους όσοι προσέφεραν θεάρεστο, κοινωφελές και εθνοφελές έργο στη διάρκεια της χρυσής περιόδου 1975-2000). Ήταν ευκολότερο να είσαι στα σαράντα και στα πενήντα σου και να έχεις δίπλα σου εκατό-διακόσιους συνεργάτες της ίδιας ηλικίας το 1985, και είναι απείρως δυσκολότερο το 2019 να είσαι στα ογδόντα και να παραμένεις ακόμη χαλκέντερος και συνεπής, γενναίος και ευσυνείδητος πολίτης, ώστε και να διατηρείς το κύρος και τη σοφία σου στα πόστα που σε αναθέτουν ακόμη, αλλά και να νουθετείς και να συμβουλεύεις με τη γνώση σου τους Αυστραλογεννημένους διαδόχους του Ελληνισμού.

Και βέβαια είναι τραγικό ολίσθημα λογικής και ίσως ακόμη και παραφροσύνη, να μειώνουμε και να εκμηδενίζουμε τη διάθεση για προσφορά, όταν καταφερόμαστε εναντίον αυστραλογεννημένων ατόμων που θέλουν να προσφέρουν στα κοινά, συγκρίνοντάς τους με τι συνέβηκε πριν σαράντα χρόνια, σκόπιμα αγνοώντας τις εγγενείς δυσκολίες του σήμερα. Σήμερα ο Ελληνισμός χρειάζεται συγκρητισμό και ενότητα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Άξιοι είναι κι αυτοί που προσέφεραν και τότε, ίσως περισσότερο άξιοι είναι αυτοί που ακόμη επιμένουν παρά την ηλικία τους στην προσφορά και αξιότεροι, ίσως, οι αυστραλογεννημένοι που έταξαν σκοπό της ζωής τους τη συνέχιση και διαδοχή στην προσφορά στα κοινά. Τους χρεωστάμε το μέλλον. Και οι επικριτές τους, ιδιαίτερα όταν αυτοί πλησιάζουν την τελική φάση της ζωής τους, και συνεχίζουν να παρέχουν ψόγο αντί σοφία, τους χρεωστούν τουλάχιστον την άνευ όρων συγγνώμη. Διαφορετικά η ιστορία θα σταθεί αμείλικτη απέναντί τους.

Από Νέος Κόσμος, ΦΩΤΟ eurokinissi