• Αρχική
  • Άρθρα
  • Άρθρα
  • Τα Αρχαία Ελληνικά ζουν: Φράσεις της νεοελληνικής γλώσσας που περιλαμβάνουν δοτική πτώση

Τα Αρχαία Ελληνικά ζουν: Φράσεις της νεοελληνικής γλώσσας που περιλαμβάνουν δοτική πτώση

Διαβάστε:

ελέω Θεού

= με την ευσπλαχνία του Θεού, με τη χάρη του Θεού

Ο βασιλιάς βασιλεύει ελέω Θεού.

ελλείψει

= με έλλειψη, λόγω έλλειψης

Το έργο σταμάτησε ελλείψει κονδυλίων

εν (πλήρει) συγχύσει

= σε πλήρη σύγχυση

Συνάντησα έναν Κώστα εν πλήρει συγχύσει.

εν αγαστή συμπνοία

= με θαυμαστή συμφωνία

Στο τέλος, κομματικοί φίλοι κι αντίπαλοι, εν αγαστή συμπνοία, διασκέδασαν όλοι μαζί στο καφενείο του χωριού.

εν αγνοία

= (σε άγνοια) = χωρίς γνώση

Ολα έγιναν εν αγνοία μου

εν αδίκω
εν δικαίω

= σε άδικο
= σε δίκαιο

Είμαι εν αδίκω = έχω άδικο. Είμαι εν δικαίω = έχω δίκιο

Έχω τη γνώμη ότι αυτή τη φορά εσύ είσαι εν αδίκω.

εν αμύνη

= σε άμυνα

Πυροβόλησε εν αμύνη.

εν αμφιβόλω

= σε αμφιβολία

Θέτω εν αμφιβόλω τους ισχυρισμούς σου (ΑΕ: τίθεμαι ες αμφίβολον).

εν ανάγκη

= στην ανάγκη, αν χρειαστεί

Κλείνουμε τώρα μια συγκεκριμένη ημερομηνία και εν ανάγκη την αλλάζουμε.

εν αναμονή

= σε αναμονή, αναμένοντας, περιμένοντας

Είμαστε εν αναμονή εξελίξεων = Αναμένουμε εξελίξεις

εν αφθονία

= σε αφθονία, αφθόνως, άφθονος

Στο περιβόλι υπάρχουν φρούτα εν αφθονία.

εν αντιθέσει (προς)

= σε αντίθεση (με)

Ο Γιώργος είχε αντιρρήσεις, εν αντιθέσει προς εμένα που συμφώνησα απόλυτα.

εν φάσει

= σε φάση, με την ίδια φάση (στην Κυματική για κύματα και στην Ηλεκτρονική για σήματα)

Κατά τη συμβολή δυο καθαροτονικών ηχητικών κυμάτων έχουμε ενίσχυση όταν αυτά είναι εν φάσει.

εν απαρτία

= σε απαρτία = με αριθμό παρόντων ίσο ή μεγαλύτερο από εκείνον που απαιτείται κατ’ ελάχιστον για τη λήψη έγκυρης απόφασης (σε συνέλευση ενός οργάνου)

εν αποστρατεία

= σε αποστρατεία, απόστρατος

Είναι στρατηγός εν αποστρατεία.

εν αποσυνθέσει

= σε αποσύνθεση

Βρέθηκε ένα πτώμα εν αποσυνθέσει

εν απουσία

= κατά την απουσία

Η όλη ενέργεια εξελίχθηκε εν απουσία μου.

εν αρχή
εν τέλει, εντέλει

= στην αρχή, καταρχήν, καταρχάς

Εν αρχή ην ο λόγος … (από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο)
«Εν αρχή, λοιπόν, το ανθρώπινο δυναμικό…» (ΒΗΜΑ/Τουρισμός/Β11, Κυριακή 19-5-02).

Εν τέλει, αποδέχθηκε την ήττα του. Εντέλει, θά ‘ρθεις ή όχι;

εν αταξία
εν τάξει, εντάξει

= σε αταξία, όχι σωστά ή κανονικά
= σε τάξη, σωστά, κανονικά

Εγώ είμαι εντάξει. Αυτός που είναι εν αταξία είσαι εσύ.

εν αχρηστία,
εν χρήσει

= σε αχρηστία
= σε χρήση
Η μέθοδος αυτή έχει, πλέον, περιπέσει σε αχρηστία.

εν βρασμώ ψυχής

= σε ψυχική ταραχή, σε σύγχυση

Διέπραξε το έγκλημα εν βρασμώψυχής.

εν γένει

= γενικά

Ο καιρός της Αττικής είναι, εν γένει, αίθριος.

εν γνώσει

= σε γνώση, γνώστης, ξέροντας, γνωρίζοντας

Είμαι εν γνώσει των συνεπειών των ενεργειών μου.

εν δήμω

= στο δήμο, δημοσίως

Τα εν οίκω μη εν δήμω = τα ενδοοικογενειακά μην τα κοινολογείς {μην τα κάνεις βούκινο}!

εν διαστάσει

= σε διάσταση, σε διακοπή της συμβίωσης

Το ζεύγος θα είναι εν διαστάσει ώσπου να βγει το διαζύγιο.

εν διεγέρσει
εν ηρεμία

= σε διέγερση, ενεργός
= σε ηρεμία, ανενεργός

Ο ηλεκτρονόμος (ή ρωστήρας) είναι ρυθμιστική ηλεκτρονική διάταξη που μπορεί να είναι εν ηρεμία ή εν διεγέρσει, ανάλογα με το αν διαρρέεται από ηλεκτρικό ρεύμα ή όχι. Ηφαίστειο εν ηρεμία.

εν δικαίω
εν αδίκω

= σε δίκαιο
= σε άδικο

Είμαι εν αδίκω = έχω άδικο. Είμαι εν δικαίω = έχω δίκιο.

Το δικαστήριο θα κρίνει ποιος είναι εν δικαίω και ποιος εν αδίκω.

εν διωγμώ

= σε διωγμό, σε καταδίωξη

Ευνοούνταν μόνο οι ομοϊδεάτες του? όλοι οι υπόλοιποι ήταν εν διωγμώ

Πηγή alfavita.gr, ΦΩΤΟ: Pexels

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Σχετικά άρθρα:

loading...
loading...