• Αρχική
  • Άρθρα
  • Ο Αυτοκράτορας Βασίλειος Βουλγαροκτόνος στην Ακρόπολη…

Ο Αυτοκράτορας Βασίλειος Βουλγαροκτόνος στην Ακρόπολη…

Στην ιστορία των ελληνικών αγώνων, το όνομα του Βασιλείου του Β’ του Βουλγαροκτόνου είναι ένα από τα ενδοξότερα και το όνομά του αντηχεί περισσότερο σαν θριαμβευτική ιαχή νίκης.

Ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος, αφού κατατρόπωσε τους Πέρσες και κατέκτησε, σχεδόν χωρίς μάχη, το Βασίλειο της Ιβηρίας, τη Δαμασκό και την Τύρο, στράφηκε κατόπιν εναντίον των Ενετών, οι οποίοι, φρονιμότεροι από τους άλλους, ζήτησαν να συνθηκολογήσουν μαζί του. Ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου, λοιπόν, αφού τους παραχώρησε ορισμένα προνόμια, τους υπέταξε.


Εν τω μεταξύ, συνέχισε τον πόλεμο εναντίον των Βουλγάρων, που τον είχε ξεκινήσει δώδεκα έτη νωρίτερα. Είχε κυριεύσει διάφορα φρούρια και του είχε παραδοθεί με προδοσία το Δυρράχιο. Στην Ιταλία, πάλι, ο τοποτηρητής του Βασιλείου, ο Γρηγόριος, βοηθούμενος από τον Δόγη της Βενετίας, έδιωξε τους Σαρακηνούς το 1003. Αλλά οι αδιάκοποι αυτοί πόλεμοι εξάντλησαν τα οικονομικά του Βυζαντίου και ο Αυτοκράτορας αναγκάστηκε να αυξήσει τους φόρους, πράγμα που τον έκανε μισητό στον λαό.

Όσο προχωρούσε στην ηλικία, ο Βασίλειος γινόταν ολοένα και πιότερο φιλοπόλεμος. Ήθελε με κάθε τρόπο να εκδικηθεί τους Βουλγάρους για τις επιδρομές και τις λεηλασίες που πραγματοποιούσαν στην αυτοκρατορία του. Και τέλος, το κατόρθωσε.

Εξεστράτευσε αυτοπροσώπως εναντίον του Βασιλιά των Βουλγάρων Σαμουήλ κι έπειτα από σφοδρή μάχη, έτρεψε τους εχθρούς σε φυγή και συνέλαβε δεκαπέντε χιλιάδες αιχμαλώτους. Ο Βασίλειος διέταξε τότε και έβγαλαν τα μάτια των αιχμαλώτων και μόνο λίγους άφησε μονόφθαλμους, για να οδηγήσουν τις χιλιάδες των τυφλών πίσω στην πατρίδα τους. Όταν ο Σαμουήλ είδε το φρικαλέο εκείνο θέαμα της παρέλασης των δύστυχων στρατιωτών του, τόσο λυπήθηκε, ώστε πέθανε.

Έπειτα από λίγο, ο Στρατηγός του Βασιλείου, ο Θεοφύλακτος, συνελήφθη από τους Βουλγάρους, υπεβλήθη σε ανείπωτα βασανιστήρια και τέλος, κατακρεουργήθηκε. Ο Βασίλειος στεναχωρήθηκε βαθιά, αλλά περισσότερο θύμωσε. Κατέκαψε τις πόλεις και τα χωριά των Βουλγάρων και πέρασε όλη τη χώρα τους “δια πυρός και σιδήρου”. Τέλος, οι Βούλγαροι, κουρασμένοι από τον εικοσαετή αυτόν πόλεμο, δήλωσαν απόλυτη υποταγή και παρέδωσαν τα φρούριά τους στον Βασίλειο, ο οποίος, για όλα αυτά, ονομάστηκε Βουλγαροκτόνος.

Μετά από τον οριστικό αυτόν θρίαμβο, ο Βασίλειος ξεκίνησε από τους μακεδονικούς κάμπους, διέσχισε τη Θεσσαλία, κατευοδούμενος από το άπειρο πλήθος των Ελλήνων γεωργών, που γιόρταζε τις νίκες του ελευθερωτή τους, θεωρώντας τον ως απεσταλμένο του Θεού, για να τους βγάλει από τη σκλαβιά και τις φρικαλεότητες των βουλγαρικών επιδρομών.

Η πανηγυρική αυτή κάθοδος του Αυτοκράτορα προς την Αθήνα, τη δεύτερη αυτή ιερή πόλη του Βυζαντινού Ελληνισμού, συνοδεύθηκε από ενθουσιασμό. Τα νικηφόρα στρατεύματα που ακολουθούσαν τον Βασίλειο έφτασαν κάποτε έξω από το Ζητούνι, τη σημερινή Λαμία και διέσχισαν τον κάμπο του Σπερχειού ποταμού. Εκεί, ο Αυτοκράτορας μαζί με τον στρατό του, είδαν ένα πρωτοφανές και αλησμόνητο θέαμα. Ολόκληρος ο κάμπος ήταν στρωμένος από ανθρώπινα κόκαλα, που άσπριζαν σε όσο μάκρος μπορούσε να φτάσει το μάτι. Ήταν τα κόκαλα των στρατιωτών του Σαμουήλ, που είχαν σφαχτεί είκοσι τρία χρόνια νωρίτερα από τους Βυζαντινούς.

Τότε, ο Βασίλειος, γεμάτος ενθουσιασμό για το συντελεσμένο έργο της απελευθέρωσης από τη συνεχή βαρβαρότητα των βουλγαρικών επιδρομών, έπλεξε το εγκώμιο του ελληνικού στρατού και με μεγάλη υπερηφάνεια πέρασε κάτω από την πύλη του υψηλού τείχους, που το είχαν σηκώσει οι Έλληνες στο Στενό των Θερμοπυλών, για να προστατεύσουν την υπόλοιπη χώρα, και κυρίως τη Θεσσαλία, από τις άγριες λεηλασίες των Βουλγάρων.

Ο Βουλγαροκτόνος είχε κάνει τάμα να πάει στην Αθήνα, να ανεβεί στην Ακρόπολη και να προσκυνήσει την “Παναγιά την Αθηνιώτισσα”. Συνεχίζοντας, λοιπόν, τη θριαμβευτική του πορεία, πέρασε τη Φωκίδα, τη Λοκρίδα και τη Βοιωτία, σταμάτησε λίγο στη Λιβαδειά και κατόπιν στη Θήβα, όπου τότε ήταν τότε “μια πόλη μεγάλη και τρανό βιομηχανικό κέντρο της Ανατολής, με πολλά υφαντουργεία μεταξωτών υφασμάτων, ιδίως των περίφημων κοκκινοβαφών”.

Εν συνεχεία, ο ακατανίκητος Αυτοκράτορας, ακολουθούμενος από τον στρατό του, έφτασε και στην Αθήνα. Ο Γερμανός ιστορικός Φερδινάνδος Γρηγορόβιος έγραψε για αυτήν την επίσκεψη:


Η επίσκεψη αυτή του αυτοκρατορικού ήρωα ήταν πολύ μεγάλη τιμή για τη πόλη της Αθήνας, που τότε ήταν βυθισμένη στην τέλεια αφάνεια. Η περιλάλητη Αθήνα, ξεπεσμένη πολύ από το λαμπρότατο παρελθόν της, καταταγμένη πια στη σειρά των επαρχιακών πόλεων, δεν κατόρθωσε να θεωρηθεί άξια ούτε για έδρα Στρατηγού του Θέματος (Επαρχίας) της Ελλάδας, ο οποίος είχε προτιμήσει να μείνει στη Θήβα.

Βεβαίως, αυτό που έφερε τον τρομερό Βουλγαροκτόνο μέχρι τους πρόποδες της Ακρόπολης δεν ήταν λόγοι αρχαιολογικού ενδιαφέροντος. Ο σκληραγωγημένος αυτός πολεμιστής με το άκαμπτο ηθικό είχε πλήρη συναίσθηση ότι με τον ξεπεσμό της βουλγαρικής μοναρχίας, αποφασιζόταν πια οριστικά η νίκη του ελληνικού κόσμου και η ανάμνηση της αρχαίας δόξας της πόλης της Παλλάδος στάθηκε άξια να εμπνεύσει στην καρδιά του πολεμιστή ηγεμόνα άπειρο σεβασμό για την περικλεή πατρίδα των νικητών του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας.

Για μια φορά, λοιπόν, ακόμα, προτού καταφτάσουν οι ταραγμένες μέρες της φραγκικής κατάκτησης και πιο ύστερα οι χρόνοι της Τουρκοκρατίας, η Ακρόπολη, ο ιερότατος και πολυδόξαστος αυτός βράχος, στολίστηκε με τη λαμπρότητα της αυτοκρατορικής παρουσίας. Γύρω από τον Βουλγαροκτόνο μαζεύτηκαν οι στρατηγοί, οι σεβάσμιοι αξιωματούχοι, οι επίσκοποι και οι ηγούμενοι, οι άρχοντες και οι δικαστές. Το πλήθος ζητωκραύγαζε ασταμάτητα, ενώ οι ιερείς έψελναν δοξαστικά.

Ο Αρχιεπίσκοπος των Αθηνών Μιχαήλ, με σύσσωμο τον Κλήρο, φορώντας την επίσημη χρυσοκόκκινη στολή του, υποδέχτηκε με τιμές τον “φιλόχριστο βασιλέα” μπροστά στις πύλες της Ακρόπολης.

Ενώ ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος ανηφόριζε προς τα Προπύλαια, ο ιερός χώρος σειόταν από τις επευφημίες του κόσμου. Διπλή σειρά από διάκους, με τα λιβανιστήρια στα χέρια, σχημάτιζε τείχος για να περάσει ο Βασιλιάς και να γονατίσει ευλαβικά μπροστά στο εικονοστάσι της Παναγιάς, που φλογιζόταν από μυριάδες κεριών και καντηλιών. Και οι καπνοί του μοσχολίβανου υψώνονταν πυκνοί στον καθάριο αττικό ουρανό. Η στιγμή εκείνη ήταν τρανή για τον ελληνισμό.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 10/10/1929…

Από strangepress