Νεραϊδόσπηλιος Κρήτης: Ο Μυστηριώδης Τόπος όπου… γεννήθηκε η θεά Αθηνά

Το φαράγγι Κουνάβων – Αστρακών – Καρτερού

είναι το μεγαλύτερο της περιοχής του Ηρακλείου, μήκους 22 χλμ περίπου. Βρίσκεται ανατολικά της πόλης του Ηρακλείου, στους (πρώην) Δήμους «Ν. Καζαντζάκης», Επισκοπής και Νέας Αλικαρνασσού.

Ξεκινάει βορειοδυτικά από τη θέση Κολομόδι και καταλήγει στον Πρασσά και στον Καρτερό Χάρη σε ένα έργο με συνεργασία των δήμων, ένα μονοπάτι -που βρίσκεται μάλιστα σε εξέλιξη ώστε να γίνει προσβάσιμο σε όλο του το μήκος. Εδώ σύμφωνα με τον μύθο και κατά τον Δ. Σικιελιώτη γεννήθηκε η Θεά Αθηνά:

«Μυθολογούσι δε και την Αθηνάν κατά την Κρήτην εκ Διός εν τας πηγάς του Τρίτωνος ποταμού γεννηθήναι, διό και Τριτογένειαν ονομασθήναι.»

 ( μτφ.Αναφέρουν το μύθο, ότι και η Αθηνά γεννήθηκε στην Κρήτη, από τον Δία, στις πηγές του ποταμού Τρίτωνα και γι αυτό λεγόταν Τριτογένεια»)

Στο Νεραϊδόσπηλιο των Αστρακών, το οποίο είναι μέσα στο φαράγγι του Καρτερού Κρήτης, εδώ και χρόνια υπάρχουν ιστορίες για «νεράιδες». Πρόκειται για μικρό σπήλαιο, που σύμφωνα με τον Paul Faure αποτελούσε το ιερό της Τριτογένειας Αθηνάς όπως αναφέρει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης σε κείμενο του (Βιβλίο 5, 72-73). Ο θρύλος αναφέρει ότι το σπήλαιο αποτελεί κατοικία των νεράιδων.

Γύρω από το Νεραϊδόσπηλιο των Αστρακών υπάρχουν πολλές πηγές και σχισμές από τις οποίες βγαίνει νερό οι πηγές του ποταμού Τρίτωνα (έτσι λεγόταν ο Καρτερός Ηρακλείου κατά τους αρχαίους Έλληνες).

 Σύμφωνα με τους ντόπιους τα πλάσματα αυτά χρησιμοποιώντας τις μαγικές τους ικανότητες, εκπληρώνουν κάθε επιθυμία των θνητών που προσπαθούν να πιουν από το «αθάνατο» νερό τους. Λένε ότι όποιος ξεδιψάσει από το σπήλαιο αυτό, διώχνει μια για πάντα λύπες και δυσάρεστα γεγονότα! Γύρω από το Νεραϊδοσπήλαιο των Αστρακών υπάρχουν οπές και σχισμές από τις οποίες αναβλύζει το μαγεμένο ύδωρ και συνοδεύεται από ένα ελαφρύ κλάμα που εμφανίζεται μετά από έντονη βροχόπτωση. Το ανεξήγητο φαινόμενο που συμβαίνει συχνά πυκνά σήμερα, προέρχεται από τα «Δάκρυα της Νεράιδας». Ανά τακτά χρονικά διαστήματα, μετά από πλημμύρες, τα νερά θολώνουν. Παρόλο που τα χρόνια κυλούν, η χημική σύσταση δεν μπορεί να αναλυθεί.

 Μεγάλης ηλικίας αγρότες ομολογούν πως κατάφεραν να εντοπίσουν τις Καλές Κυράδες που γελούσαν ασταμάτητα μεταξύ τους. Μιλούν για αερικά, για πλάσματα που προέρχονται από έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο. Οι Καλούδες, ή Ξωνέρια, ή Καλομοίρες συνομιλούν μεταξύ τους τηλεπαθητικά, γεγονός που δικαιολογεί το γεγονός ότι η περίεργη ομιλία μοιάζει με στιγμιαία ηχώ, σύμφωνα με τις μαρτυρίες.

Ουδείς δεν μπορεί να μιλήσει με σιγουριά εάν πρόκειται για την αληθινή ύπαρξη των άυλων οντοτήτων που ταράζουν τα ήρεμα νερά της τοπικής κοινωνίας. Οι πιο ορθολογιστές κάνουν λόγο για ήχους που βγαίνουν από τις δεκάδες οπές του σπηλαίου και δημιουργούν την ψευδάισθηση της ομιλίας! Ωστόσο οι νεράιδες αποτελούν παράδοση για την περιοχή. Πολλοί επιλέγουν το συγκεκριμένο προορισμό για να μετατρέψουν το παιδικό όνειρο σε αληθινό και να σε συναντήσουν τις νεράιδες των θρύλων!

 Λέει λοιπόν ο θρύλος, όπως τον έχει καταγράψει και ο Βασίλης Γ. Χαρωνίτης στο βιβλίο του «Η Κρήτη των Θρύλων» ότι:

«στο Νεραϊδόσπηλιο των Αστρακών που βρίσκεται μέσα στο φαράγγι του Καρτερού, πήγαιναν οι Νεράιδες και χόρευαν. Ώσπου μια νύχτα, ένας νέος, καλός λυράρης, άκουσε το τραγούδι τους και από περιέργεια μπήκε στη σπηλιά. Κι εκεί τις είδε! Οι Νεράιδες, με ξέπλεκα μαλλιά, πεπλοντυμένες, λουσμένες στο φως μιας αιώνιας άνοιξης, χόρευαν!. Συνεπαρμένος, έπιασε χωρίς να το καταλάβει τη λύρα του και τις συνόδεψε στο χορό. Οι Νεράιδες ακολούθησαν το παίξιμό του και ξετρελάθηκε ο νέος από τα όσα γίνηκαν μπροστά του….

Το επόμενο και το μεθεπόμενο βράδυ, οδηγημένος από κάποια αόρατη δύναμη, βρέθηκε πάλι στη σπηλιά και με τη λύρα του έπαιζε ασταμάτητα για τις Νεράιδες που χόρευαν. Σιγά σιγά, η ματιά του σταμάτησε πάνω σε μια απ’ αυτές και δεν χόρταινε να την κοιτάζει! Ήταν ερωτευμένος μαζί της! Όταν το συνειδητοποίησε, πήγε σε μια γριά πολύξερη και ζήτησε τη βοήθειά της. Η γριά, αφού τον άκουσε με προσοχή, του είπε πως άμα πλησιάζει η ώρα να λαλήσουν οι πετεινοί (οπότε χάνονται οι Νεράιδες), ν’ αρπάξει από τα μαλλιά εκείνη που αγαπούσε και να μην την αφήσει με κανέναν τρόπο. Ήρθε το βράδυ και ο νέος πήρε τη λύρα του και πήγε στη σπηλιά, όπου άρχισε να παίζει όσο γλυκύτερα μπορούσε, χορευτικούς σκοπούς.

Σε λίγο, παρουσιάστηκαν οι Νεράιδες και πιάστηκαν στο χορό. Λίγο προτού λαλήσουν οι πετεινοί, ο νέος άφησε τη λύρα του και έκαμε όπως τον είχε συμβουλέψει η γριά. Η Νεράιδα αντιστάθηκε με λύσσα, αγρίεψε, έβαλε τις φωνές, μα τίποτα! Ο νέος την κρατούσε γερά! Άρχισε τότε να μεταμορφώνεται πότε σε σκύλο, πότε σε φωτιά, πότε σε φίδι, πότε σε καμήλα, αλλά ο λυράρης την κρατούσε γερά από τα μαλλιά και δεν την άφηνε. Ξαφνικά, λάλησαν οι πετεινοί κι οι άλλες Νεράιδες εξαφανίστηκαν. Τότε εκείνη που κρατούσε ο νέος ξανάγινε πανέμορφη, όπως ήταν πριν και τον ακολούθησε στο σπίτι του. Έζησε μαζί του ένα χρόνο, του γέννησε ένα γιο, αλλά τη μιλιά της δεν την άκουσε ποτέ! …

Ξαναπήγε λοιπόν στη γριά και της ζήτησε τη συμβουλή της. Εκείνη του ορμήνεψε να πυρώσει καλά το φούρνο κι ύστερα να πάρει το παιδί από τα χέρια της γυναίκας του, να κάνει πως θα το πετάξει μέσα στο φούρνο και να πει: «Δε μου μιλείς; Τότε ρίχνω κι εγώ το παιδί σου στο φούρνο». Ακολούθησε πιστά τη συμβουλή της, μα τη στιγμή που έκανε ότι θα έριχνε το παιδί στη φωτιά, η Νεράιδα χίμηξε πάνω του σέρνοντας φωνή: «Μη σκύλε το παιδί μου!». Του τ’ άρπαξε από τα χέρια και έγιναν άφαντοι, μάνα και παιδί μαζί. Απελπισμένος τους αναζήτησε με φωνές, παρακάλια και κλάματα, αλλά μάταια.

Η Νεράιδα – μάνα και το παιδί, δεν ξαναφάνηκαν πια. Πήγε λένε στις αδελφές της, αλλά αυτές δεν τη δέχτηκαν. Δεν της συχώρεσαν το ότι άφησε άνθρωπο και την άγγιξε και τη μόλυνε. Γι’ αυτό αναγκάστηκε και πήγε λίγο πιο πέρα σε μια βρύση που τη λένε Λούτρα. Εκεί τη βλέπουν δυο – τρεις φορές το χρόνο να κρατεί το παιδί στην αγκαλιά της και να κλαίει. Τα δάκρυά της πέφτουν πάνω στο νερό και το θολώνουν, γι’ αυτό τα νερά του Νεραϊδόσπηλιου εμφανίζονται θολά πότε – πότε»

Σχετικά άρθρα:

loading...
Close Menu