• Αρχική
  • Άρθρα
  • ΙΣΤΟΡΙΑ
  • Κύπρος-1974: 45 Χρόνια από την βάρβαρη Τουρκική εισβολή- Συγκλονιστικές μαρτυρίες που πρέπει να διαβάσουν όλοι οι Έλληνες (ΒΙΝΤΕΟ)

Κύπρος-1974: 45 Χρόνια από την βάρβαρη Τουρκική εισβολή- Συγκλονιστικές μαρτυρίες που πρέπει να διαβάσουν όλοι οι Έλληνες (ΒΙΝΤΕΟ)

Τρεις μαρτυρίες-φωτιά, από ανθρώπους που έζησαν τα γεγονότα της εισβολής από πρώτο χέρι.

Η πρώτη αφορά δυο Ελληνόπουλα από την Πάτρα, που στις 19 Ιουλίου 1974 φτάνουν στην Κύπρο για να καταταχθούν στην ΕΛΔΥΚ, και στις 20 γνωρίζουν τον πόλεμο.

Λίγο μετά τις έξι το απόγευμα και μετά από περιπλάνηση περίπου μιας εβδομάδας στη θάλασσα μεταξύ Ρόδου και Κύπρου το αρματαγωγό που μεταφέρει την 107 σειρά της ΕΛΔΥΚ, φτάνει στο λιμάνι της Αμμοχώστου και αποβιβάζει τους περίπου 1.200 στρατιώτες. Είναι 19 Ιουλίου του 1974.

Ανάμεσά τους ο Γιώργος Χουλιαράς και ο Γιώργος Βουρλιόγκας δύο γειτονόπουλα 20 χρόνων από τη συνοικία του Αγίου Δημητρίου στην Πάτρα, που η προηγούμενη ζωή τους δεν τους είχε κάνει φίλους, αλλά οι επόμενες ώρες, ημέρες και χρόνια τους έκαναν συμπολεμιστές.

«Φτάσαμε μετά από μεγάλο ταξίδι, επιτέλους στην Κύπρο. Είχαμε φύγει από το λιμάνι των Κεχριών στις 14 του μήνα» αφηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Γιώργος Χουλιαράς «και ενώ το ταξίδι ήταν περίπου τρεις μέρες, εμείς το κάναμε έξι. Στο πλοίο πάνω μάθαμε για το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. Αλλά κάτι οι καθησυχαστικές δηλώσεις των αξιωματικών κάτι το ανέμελο της ηλικίας, που να φανταστούμε το μετά…»

Μετά την αποβίβαση οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ και χωρίστηκαν σε διαφορετικούς λόχους και μετά στους θαλάμους. Μια ήρεμη νύχτα πριν ξημερώσει η τραγωδία

«Την ώρα που είχαμε πάει για το πρωινό ρόφημα, λίγο πριν τις έξι, ακούσαμε αεροπλάνα να πετούν πάνω από το στρατόπεδο και πριν προλάβουμε καλά-καλά να καταλάβουμε τι συμβαίνει άρχισαν να πέφτουν οι βόμβες», θυμάται μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Χουλιαράς. «Πρώτα οι βόμβες έπεσαν στο γήπεδο και μετά στα κτήρια.

Στις 10:30 μας μάζεψαν για να κάνουμε επίθεση κατά του τουρκικού στρατοπέδου, στο Κιόνελι. Ξεκινήσαμε, προχωρήσαμε αλλά ήταν αδύνατο να συνεχίσουμε και μας είπαν να γυρίσουμε πίσω. Τα αεροπλάνα συνέχιζαν τον βομβαρδισμό ενώ είχαν αρχίσει να πέφτουν και οι αλεξιπτωτιστές. Το βράδυ μας μέτρησαν, δηλαδή φωνάζανε τα ονόματά μας και τότε κατάλαβα ότι τουλάχιστον 7 ή 8 δεν ήσαν πια μαζί μας…»

Οι μάχες συνεχίζονται γύρω από το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ και την επομένη νύχτα ο στρατιώτης Χουλιαράς λαμβάνει εντολή να τοποθετηθεί σε ακροαστικό φυλάκιο. Στην ουσία δηλαδή να βγει εκτός των συρματοπλεγμάτων του στρατοπέδου και να προσπαθήσει να ακούσει ή να δει εάν πλησιάζουν οι Τούρκοι.

«Φοβήθηκα γιατί εκεί θα ήμουν μόνος μου απέναντι σε Τούρκους λοκατζήδες. Αλλά τι να κάνω, πήγα. Έπιασα θέση σε ένα μικρό ύψωμα και κάποια στιγμή άρχισα να ακούω κάτι θορύβους. Με προσοχή επέστρεψα στο στρατόπεδο και ενημέρωσα τον αρχιλοχία μου, που δεν με πίστεψε. Άντε ρε φοβητσιάρη μου είπε.

Φεύγω τότε και πάω και το λέω και στον λοχαγό. Και πριν προλάβει να ειδοποιήσει ότι έρχονται, βλέπει κάποιους και τους φωνάζει «Αλτ, τις ει». Και του απαντά μια φωνή. «Τι φωνάζεις βρε βλάκα; Έλληνες είμαστε». Το άκουσα καθαρότατα, ελληνικά. Του ζητά το παρασύνθημα χωρίς να πάρει απάντηση. Και δίνει εντολή για πυρ. Εκεί πρέπει να χάσανε πολλούς, άκουγες σκουσμάρια… Όταν ξαναβγήκα μαζί με άλλους σε ακροαστικά φυλάκια, είδα νεκρούς, όπλα και πυρομαχικά που είχαν εγκαταλείψει..»

Μόλις 20 χρόνων πέφτουν στη φωτιά της μάχης και πυροβολούν για πρώτη φορά. Ανθρώπινους στόχους. Το θυμούνται το συναίσθημα. Εάν μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι η μάχη και ο πόλεμος έχουν τέτοια συναισθήματα. «Εγώ έριχνα στο ψαχνό γιατί πόλεμος ήταν, εάν δεν σκοτώσω θα με σκοτώσουν», θυμάται ο κ. Χουλιαράς αν και παραδέχεται πως το πρωί της πρώτης ημέρας «με έπιασε ταραχή. Σκέφτηκα την μάνα μου και τον πατέρα μου γιατί είχαμε χάσει και τον αδελφό μου 17 χρόνων… Σας το λέω και ανατριχιάζω, σοκαρίστηκα. Αλλά όταν άρχισε το μπαμ δεν σκεφτόμουν τίποτα. Μόνο πώς θα γλιτώσω και πόσους θα μπορέσω να ….»

Η μάχη του στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ είναι βαθιά χαραγμένη στη μνήμη αλλά και την ψυχή του Γιώργου Βουρλιόγκα. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά, αφού ήταν εκεί μέχρι την ύστατη στιγμή, όταν δόθηκε η εντολή για την απαγκίστρωση.

«Ήμουν στον 2ο λόχο, τον λόχο Προμαχώνα» αφηγείται στο ΑΠΕ ΜΠΕ. «Φύγαμε τελευταίοι από τις θέσεις μας. Πολεμήσαμε με την ψυχή μας. Αλλά δεν έφτανε μόνο αυτή. Οι Τούρκοι είχαν μέσα που εμείς δεν διαθέταμε όπως βαρέα όπλα και άρματά μάχης. Ωστόσο πολεμήσαμε μέχρι το τέλος. Είμαστε από τους τυχερούς που αν και βρεθήκαμε στη δίνη της μάχης δεν τραυματιστήκαμε. Όμως πολλά παιδιά που κατάφεραν να γυρίσουν στην Ελλάδα ήσαν τραυματίες και πολλοί είχαν ψυχολογικά τραύματα που τους ακολούθησαν στη ζωή τους…»

Ξεχνιούνται άραγε αυτές οι εμπειρίες; Τα χρόνια που περνούν, 45 σήμερα, είναι αρκετά να διαγράψουν μνήμες και σκιές ρωτάμε τον κ. Βουρλιόγκα;

«Όχι δεν ξεχνιούνται, αλλά και δεν έρχονται μόλις τις αναζητήσεις. Το μυαλό μας επιστρέφει σε κείνες τις μέρες όταν βρεθούμε πάλι οι συμπολεμιστές. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην θυμηθούμε τα γεγονότα. Αλλά γενικά υπάρχουν στιγμές που ακόμη και εάν προκληθούμε από κάποιους που θέλουν να μάθουν τι έγινε τότε, δεν σου έρχεται η διάθεση να το κουβεντιάσεις. Δεν είναι μνήμες τεχνητές, αλλά βιωματικές».

Δεκαεπτά μήνες μετά, τον Νοέμβριο του 1975 επιστρέφουν στην Ελλάδα, πάλι στο λιμάνι των Κεχριών. «Δεκαεπτά μήνες στην πρώτη γραμμή» όπως λένε και οι δύο χαρακτηριστικά.

Και η ζωή συνεχίστηκε. Οι τότε 20χρονοι, σήμερα σε ηλικία 65 ετών έφτιαξαν τη ζωή τους, αλλά ένα κομμάτι τους έχει παραμείνει σε εκείνο το τραγικό καλοκαίρι της νεότητάς τους, στις μνήμες που ακόμη και σήμερα ανακαλούνται κάθε φορά που πλησιάζει η επέτειος της 20ης Ιουλίου του 1974.

Το ότι δεν έχουν ξεχάσει και δεν πρόκειται να ξεχάσουν αποτελεί το γεγονός ότι παραμένουν δραστήρια μέλη του συλλόγου Αγωνιστών Κύπρου Ν. Αχαϊας, ο κ. Χουλιαράς από την θέση του προέδρου και ο κ. Βουρλιόγκας από τη θέση του αντιπροέδρου.

«Όλα αυτά τα χρόνια, μιλώντας με δεκάδες συμπολεμιστές μου από όλη την Ελλάδα έχουμε ένα παράπονο. Ότι δεν αναγνωρίστηκε η συμμετοχή μας και η όποια προσφορά μας εκείνο το τραγικό καλοκαίρι του 1974. Θα ήταν η ηθική μας ανταμοιβή. Και είναι θετικό το γεγονός ότι πρόσφατα έστω ένα τμήμα από αυτό που αποκαλείται «Φάκελος της Κύπρου» δόθηκε στη δημοσιότητα», προσθέτει ο κ. Βουρλιόγκας.

Η δεύτερη μαρτυρία, αφορά τον αντιστράτηγο εν αποστρατεία Βασίλη Μανουρά.

Οι μνήμες από την επιχείρηση με την κωδική ονομασία «Νίκη», δε θα σβήσουν ποτέ από το μυαλό του 82χρονου σήμερα, αντιστράτηγου εν αποστρατεία Βασίλη Μανουρά, ο οποίος ως ταγματάρχης στην Α’ Μοίρα Καταδρομών στο Μάλεμε, συμμετείχε στην επιχείρηση, με στόχο την ενίσχυση «της δοκιμαζόμενης αδελφής Κύπρου» όπως λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

«Υπηρετούσα, θυμάμαι, ένα χρόνο στο Μάλεμε ενώ ήμουν από το 1970-1972 στην Κύπρο.

Η μονάδα, είχε προετοιμαστεί για να μεταβεί στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, στη Ρόδο και την Κω για ενίσχυση της εσωτερικής άμυνας. Το μεσημέρι όμως της 21ης Ιουλίου το 1974 ένα τηλεφώνημα στον διοικητή, άλλαξε τα πάντα. Σε 5 ώρες φεύγετε για Κύπρο του είπαν. Κάναμε, θυμάμαι σύσκεψη, αλλάξαμε φόρτους και τη γραμμή που είχαμε σχεδιάσει».

Ο αντιστράτηγος Βασίλης Μανουράς 37 χρόνων τότε, όπως είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, έφυγε με ακόμη περίπου 330 άνδρες με 15 αεροσκάφη της Πολεμικής Αεροπορίας από το αεροδρόμιο Χανίων μέσα στη νύχτα, με μια χαμηλή πτήση, για να μη γίνουν αντιληπτοί από τον εχθρό που είχε εισβάλλει στην Κύπρο.

«Φύγαμε μετά τις 10 τη νύχτα, αθόρυβα για να μη γίνει αντιληπτή η Επιχείρηση που όμοια της δεν είχε γίνει άλλη. Μια ασυνόδευτη μονάδα, σε χαμηλή πτήση 100 μέτρα περίπου από την επιφάνεια της θάλασσας, για να μη μας αντιληφθεί ο εχθρός» εξηγεί, συμπληρώνοντας ότι τα αισθήματα ήταν «δέος αλλά και ενθουσιασμός, γιατί νιώθαμε την τύχη που μας είχε επιφυλάξει η μοίρα, να βοηθήσουμε τους συμπατριώτες μας στην Κύπρο. Θυμάμαι μάλιστα πως όταν φεύγαμε, σύσσωμη η μονάδα ήθελε να συμμετέχει. Αφήσαμε 30 άτομα πίσω για να φυλάνε το στρατόπεδο αν και κανείς δεν ήθελε να μείνει πίσω. Ήταν ένας συγχωριανός μου Ανωγειανός στρατιώτης, δεν πιστεύω να με αφήσετε εδώ, μου είπε. Κοίταξε δυο είμαστε από τα Ανώγεια, ας μείνει πίσω ο ένας, του απάντησα. Δεν ξεχάσω ποτέ την απάντηση που μου έδωσε. Πώς θα ξαναπάω στο χωριό, αν μείνω πίσω; Τέτοια ήταν η επιθυμία μας να κάνουμε το καθήκον μας».

45 χρόνια μετά, εκείνη η νύχτα της 21ης προς 22α Ιουλίου 1974 έχει αποτυπωθεί λεπτό προς λεπτό στο μυαλό του.

«Καθυστερούσαμε να προσγειωθούμε στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Πήγα στον πιλότο ο οποίος μου είπε ότι βαλλόμασταν και μέσα από το αεροδρόμιο και από την περιφέρεια και πως ήταν δύσκολο το αεροσκάφος να προσγειωθεί. Ρώτησα αν έχει προσγειωθεί άλλο αεροσκάφος και εκείνος μου είπε ότι είχε καταφέρει μόλις ένα. Δεν σκέφτηκα τίποτα άλλο και το μόνο που του είπα ότι επειδή στο αεροσκάφος που ήμασταν επέβαινε η διοίκηση της μοίρας, δεν υπήρχε άλλη επιλογή και έπρεπε οπωσδήποτε να βρει τρόπο να προσγειωθεί». Όπως και έγινε, τουλάχιστον για το αεροσκάφος που επέβαινε ο ταγματάρχης Βασίλειος Μανουράς. Όχι όμως και για τα 15 Noratlas αφού ένα αεροσκάφος καταρρίφθηκε και δυο επέστρεψαν πίσω.

«Από τα 15 έφτασαν τα 13 και δυο επέστεψαν. Καταρρίφθηκε ένα αεροπλάνο με 29 καταδρομείς και 4 αεροπόρους, ενώ επίσης δυο στρατιώτες σκοτώθηκαν και 9 τραυματίστηκαν από τα πυρά.

Τα περισσότερα αεροσκάφη είχαν βληθεί. Τρία από αυτά καταστράφηκαν και δεν πέταξαν ξανά. Όλοι έριχναν. Τόσο οι Τούρκοι, όσο οι Άγγλοι αλλά και φίλια πυρά, διότι για λόγους μυστικότητας, δεν μεταφέρθηκε εγκαίρως το μήνυμα ότι φτάνουμε στην Κύπρο. Μας πέρασαν για εχθρικά και άρχισαν να ρίχνουν ανεξέλεγκτα» είπε ο αντιστράτηγος Βασίλης Μανουράς, ο οποίος ξεδιπλώνοντας τις μνήμες του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ 45 χρόνια μετά, θυμάται ότι αν και ήταν μέρα εκεχειρίας η 22α Ιουλίου τους ζητήθηκε από τη Σχολή Μονής Κύκκου που είχαν μεταφερθεί, να επιστρέψουν στο αεροδρόμιο αφού υπήρχαν ενδείξεις κατάληψης του αεροδρομίου και άρχιζαν να πέφτουν πυρά.

«Αρχικά μας ζητήθηκε ένας λόχος γιατί υπήρχαν ενδείξεις για επιχείρηση κατάληψης του αεροδρομίου, ενώ λίγο μετά μας ζήτησαν άλλον ένα λόχο.

Πέφτανε πυρά εντός του αεροδρομίου. Είχε ξεκινήσει η επίθεση, όταν έφτασα. Διατάξαμε να πάρουν θέσεις και άρχισε η ανταλλαγή πυρών. Ήταν μέρα εκεχειρίας υποτίθεται. Η μάχη κράτησε δυο ώρες και η ρίψη πυρών ήταν συνεχής» λέει, ενώ στο ερώτημα αν μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση ένιωσε φόβο, ο ίδιος απαντά με απόλυτο τόνο: «Σ’ αυτές τις ώρες δε νιώθεις φόβο. Ο μόνος μου φόβος ήταν μη χάσω κάποιον στρατιώτη».

Όπως εξήγησε ο κ. Μανουράς, η συμβολή της μοίρας ήταν σημαντική γιατί κατάφερε να κρατήσει το αεροδρόμιο:

«Αν το καταλάμβαναν οι Τούρκοι θα ήταν άλλη η εξέλιξη των πραγμάτων».

Όπως θυμάται 45 χρόνια μετά, αν και έγιναν προσπάθειες ακόμη και από το Γενικό Επιτελείο Φρουράς για να φύγουν γιατί κινδύνευαν, οι ίδιοι αποφάσισαν να μείνουν.

«Φοβηθήκαμε ότι αν θα φεύγαμε, θα έφταναν οι Τούρκοι που ήταν στα 600 μέτρα. Παρά τις εντολές και του ΓΕΦ, εμείς παραμείναμε . Θέλαμε να έρθουν από τον ΟΗΕ και να το δώσουμε θέση προς θέση το αεροδρόμιο, για να μην καταληφθεί».

Ο ταγματάρχης, τότε, της Α’ Μοίρας Καταδρομών στο Μάλεμε Χανίων λέει, χωρίς να κάνει δεύτερες σκέψεις, ότι:

«Το ωραιότερο πράγμα για τον άνθρωπο είναι να πιστεύει ότι υπερασπίζεται την πατρίδα του. Εμείς για ένα είμαστε περήφανοι, ότι ενώ μας έτυχε να υπερασπιστούμε το έδαφος της Ελλάδας, γιατί η Κύπρος είναι Ελλάδα, δεν παραδώσαμε ούτε μια σπιθαμή. Και οι νεκροί μας νομίζω ότι έχουν αναπαυθεί από αυτό, διότι καμία θυσία δεν πάει χαμένη. Κρατήθηκε από τη μια το αεροδρόμιο, εμποδίστηκε όμως από την άλλη και ο εχθρός στον «Αττίλα 2″ τον Αύγουστο του 1974, που επιχείρησε από τα δυτικά της Λευκωσίας να υπερκεράσει και να κυκλώσει την πόλη. Η Μοίρα στη Μόνη Γρηγορίου, με αντιαρματικά, κατέστρεψε άρματα των Τούρκων και τους εμπόδισε να προχωρήσουν».

Η επιστροφή από την Κύπρο λέει, ότι έγινε σταδιακά. Ο ίδιος εξηγεί ότι γύρισε στην Κρήτη τον Απρίλιο του 1975.

«Ένιωθα ότι είχαμε επιτελέσει το έργο μας, αλλά είχα μεγάλη θλίψη για ό,τι είχε συμβεί και πόσο έδαφος είχε χαθεί» είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο αντιστράτηγος Βασίλης Μανουράς.

«Για τους Κύπριους είμαστε αγαπητά πρόσωπα. Μας φώναζαν «οι Κρητικοί» όχι μόνο επειδή είχαμε φύγει από το Μάλεμε, αλλά επειδή και οι μισοί ήμασταν Kρητικοί.

Με πιάνει συγκίνηση όταν πηγαίνω στην Κύπρο. Κάποτε μου πρότειναν να πάω και στα κατεχόμενα, αλλά δεν θέλησα. Στην Κερύνεια τούς είπα ότι θα πάμε μόνο όταν γίνει Κυπριακή».

Θέλοντας να κρατήσει ζωντανά στο μυαλό του όσα έζησε, ο Βασίλης Μανουράς δεν παραλείπει να τονίσει ότι «Ο πόλεμος είναι το χειρότερο πράγμα. Είναι καταστροφή, αλλά όμως δεν πρέπει να τον αποφεύγουμε όταν είναι να υπερασπιστούμε τα εδάφη μας».

Κλείνοντας την αφήγηση του, πάντως, εκείνο που λέει ότι επίσης δεν θα ξεχάσει ποτέ, είναι τα λόγια του πατέρα του με τον οποίο κατάφερε να μιλήσει τηλεφωνικά, όταν πια είχαν περάσει 40 μέρες που ήταν στην Κύπρο.

«Τον κάλεσα στο καφενείο στα Ανώγεια. Όταν κατάφερα να τον βρω και σήκωσε το ακουστικό και αντί να με ρωτήσει αν είμαι καλά, μου είπε «Μα τι γίνεται εκεί, όλο πίσω πάτε»; Προφανώς έλεγαν στις ειδήσεις ότι προχωράνε οι Τούρκοι και ο κόσμος δε μπορούσε να πιστέψει ότι χανόταν η Κύπρος.

Όταν μετά από λίγα λεπτά , θυμάμαι, μίλησα με το διοικητή, του είπα ότι ένιωθα ταπεινωμένος, ακούγοντας τον πατέρα μου. Βλέπετε, πίστευαν ακόμη και οι δικοί μας άνθρωποι, ότι μπορούσαμε να κρατήσουμε όλη την Κύπρο. Δεν μπορούσαμε. Κάναμε όμως το καθήκον μας. Κρατήσαμε το αεροδρόμιο και εμποδίσαμε την περικύκλωση για την κατάληψη της Λευκωσίας».

Η τρίτη και τελευταία (για το παρόν άρθρο) μαρτυρία, ανήκει στον Παύλο Τσόγκα από τον Κρόκο Κοζάνης, λοχίας της Α΄ Μοίρας Καταδρομέων που την νύχτα της 21ης Ιουλίου 1973 μεταφέρθηκε στην Κύπρο για την υπεράσπιση του αεροδρομίου της Λευκωσίας.

Στο Noratlas 6 επικρατούσε απόλυτη σιωπή, κανένας από τους 27 καταδρομείς που ήμασταν στοιβαγμένοι στην κοιλιά του σκάφους δεν μιλούσε. Τα φώτα στο εσωτερικό του μεταγωγικού ήταν όλα σβηστά και μόνο κάνα δυο «σειρές» αψηφώντας τις εντολές είχαν ανάψει τσιγάρο. Ακουγόταν μόνο ο βόμβος των κινητήρων του αεροπλάνου…

Ο Παύλος Τσόγκας από τον Κρόκο Κοζάνης, λοχίας της Α΄ Μοίρας Καταδρομέων που την νύχτα της 21ης Ιουλίου 1973 μεταφέρθηκε στην Κύπρο για την υπεράσπιση του αεροδρομίου της Λευκωσίας, μιλά για πρώτη φορά και περιγράφει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ, την προετοιμασία της επιχείρησης, τη μεταφορά τους στην Κύπρο, το πώς βλήθηκε το αεροσκάφος τους από αντιαεροπορικά πυρά, τον τραυματισμό του και τις προσπάθειες του ιδίου και άλλων τραυματιών να κρατηθούν ζωντανοί.

Η ιστορία του Παύλου είναι άγνωστη στην Κοζάνη, όπως άγνωστη ήταν μέχρι και πριν από ορισμένα χρόνια η ιστορία των καταδρομέων της Α΄ Μοίρας, που υλοποιώντας το σχέδιο μιας παράτολμης επιχείρησης που έφερε την κωδική ονομασία «Επιχείρηση ΝΙΚΗ», είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο 32 εξ αυτών, όταν δύο μεταγωγικά αεροσκάφη, το «Noratlas 4» και το «Noratlas 6», κατά τη διάρκεια της προσγείωσης τους στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας θεωρήθηκαν ως εχθρικά και κτυπήθηκαν κατά λάθος από αντιαεροπορικά πυρά της κυπριακής αεράμυνας που υπεράσπιζε το αεροδρόμιο.

«Από το αεροδρόμιο της Σούδας φύγαμε λίγο μετά τις 11 το βράδυ, έχουν περάσει περίπου δυο ώρες και ο Λοχαγός Σταύρος Μπένος μας δίνει εντολή να ετοιμαστούμε γιατί πλησιάζουμε στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Τα πυρομαχικά μας και τα όπλα τα είχαμε στοιβαγμένα πίσω από το πιλοτήριο, μόλις έχουμε σηκωθεί αρχίζοντας την προετοιμασία, ένοιωσα ένα θόρυβο κάτι σαν συνεχόμενα κτυπήματα στο σκάφος, στην αρχή δεν έδωσα σημασία γιατί είμαστε σε διαδικασία προσγείωσης αλλά αμέσως μετά ένα μεγάλο τράνταγμα ταρακούνησε το σκάφος. Άρχισαν να βγαίνουν καπνοί και σε ορισμένα σημεία είδαμε φωτιά».

Ο Παύλος Τσόγκας παραδέχεται ότι όλοι κατάλαβαν ότι το σκάφος κτυπήθηκε στην κοιλιά από αντιαεροπορικά πυρά, αλλά ποιοι τους χτύπησαν θα το ανακάλυπταν λίγο αργότερα. Στο εσωτερικό του σκάφους αρχικά επικράτησε πανικός, αλλά η στεντόρεια φωνή του λοχαγού Μπένου και η εντολή «σβήστε τώρα τη φωτιά» εξισορρόπησε λίγο τα πράγματα. «Θυμάμαι ότι έβγαλα το παγούρι από τη ζώνη μου και εκεί που άρχισα να ρίχνω νερό στη φωτιά, έχασα τον κόσμο από τα ματιά μου και έπεσα στο πάτωμα».

Τον ρώτησα εάν κατάλαβε ότι είχε τραυματιστεί η εάν ένοιωσε πόνο σε κάποιο σημείο του σώματός του αλλά ο 67χρονος σήμερα Παύλος δεν κατάλαβε ότι είχε κτυπηθεί, «λίγο πριν χάσω τις αισθήσεις μου σαν να ένιωσα μια μικρή γλυκιά μέθη ή κάτι σαν ευθυμία».

Το «ΝΙΚΗ 6» χωρίς να το γνωρίζει ο 19χρονος τότε Παύλος αλλά και πολλοί άλλοι καταδρομείς, εξαιτίας των πυρών που είχε δεχτεί από την ελληνοκυπριακή αεράμυνα έχει χάσει και τους δύο κινητήρες και προσγειώνεται στο αεροδρόμιο χάρη στη δεξιοτεχνία και τον επαγγελματισμό των χειριστών της ΠΑ. Δέκα λεπτά νωρίτερα το Nίκη 4 κτυπήθηκε με μεγαλύτερη σφοδρότητα από τα αντιαεροπορικά πυρά έπιασε φωτιά στον αέρα και συνετρίβη στο λόφο της Μακεδονίτισσας. Είκοσι έξι καταδρομείς και 4 αξιωματικοί από το πλήρωμα του αεροσκάφους είναι νεκροί, ενώ μοναδικός επιζών είναι ο καταδρομέας Θανάσης Ζαφειρίου ο οποίος φλεγόμενος πήδηξε από το σκάφος λίγο πριν συντριβεί στο έδαφος.

Από το Νίκη 6, δύο στρατιώτες είναι νεκροί και 10 τραυματίες που φέρουν σοβαρά η ελαφρότερα τραύματα θα μεταφερθούν στο νοσοκομείο της Λευκωσίας, ανάμεσά τους είναι και ο Παύλος Τσόγκας.

Η τραγική κατάληξη της επιχείρησης οφείλεται στην πρωτοφανή καθυστέρηση που επέδειξαν στο Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων, το σημερινό ΓΕΕΘΑ. στην Αθήνα να ενημερώσουν το γενικό αρχηγείο Λευκωσίας, ότι έρχονται ενισχύσεις, το έκαναν μόλις στις 01:00, με το σήμα «Έρχονται τα 15 πορτοκάλια». Έτσι η αντιαεροπορική άμυνα του αεροδρομίου αρχικά δεν είχε ενημέρωση, με αποτέλεσμα να θεωρήσουν ότι τα αεροσκάφη που πέταγαν ήταν τουρκικά.

Η ιστορία του Παύλου και το πώς βρέθηκε στο νοσοκομείο έχει όλα τα σπουδαία χαρακτηριστικά ανθρωπιάς και αλληλεγγύης που παραμένουν ζωντανά στην αγριότητα του πολέμου και της μάχης.

«Ξύπνησα από μια άγρια φωνή που έφτανε στα αφτιά μου «Παύλο, Παύλο πού είσαι;» Δυο καταδρομείς είχαν μπει μέσα στο σκάφος και έψαχναν για τραυματίες και νεκρούς, μόλις άκουσα το όνομα μου τους είπα ένα ξεψυχισμένο »Ναι.. εδώ..» και αμέσως με πήραν και με κατέβασαν από το αεροπλάνο. Ο στρατιώτης Κουτσονάκης ήταν αυτός που τον κατέβασε από το τρυπημένο αεροσκάφος και ο Παύλος δεν ξεχνά πως έξι μήνες μετά τα γεγονότα της Κύπρου αντάμωσαν, «μου έδειχνε με τα χέρια του πώς με χτυπούσε στο κράνος για να ξυπνήσω από τον λήθαργο του τραύματος. Κρίμα όμως, αυτό το παλικάρι συγχωρέθηκε αρκετά νέος»

« Ήταν τρεις πάρα… το πρωί και το δροσερό αεράκι με ξύπνησε για καλά, δεν αισθανόμουν να πονάω πάρα ένιωθα μόνο εξάντληση. Εκείνη την ώρα με πλησιάζει ο στρατιώτης Δημητρίου από την Καρδίτσα και μου λέει ότι πρέπει φύγουμε να ακολουθήσουμε τους άλλους. Προσπάθησα να σηκωθώ αλλά δεν μπορούσα να κρατηθώ όρθιος, έπεσα στο έδαφος είχα χάσει και αρκετό αίμα από το δεξί πόδι μου».

Θυμάται με ευγνωμοσύνη το θάρρος και την αποφασιστικότητα που έδειξε ο συνάδελφός του. «Μου ζήτησε να αφήσω το όπλο μου και παρότι ήταν κοντύτερος από μένα με πήρε στους ώμους του και άρχισε να τρέχει προς τη μεριά που φαινόταν ο διάδρομος του αεροδρομίου». Οι δύο άνδρες έπρεπε να τον διασχίσουν γρήγορα, να περάσουν στην άλλη πλευρά ενώ την ίδια ώρα συνεχίζονταν οι αφίξεις ελληνικών αεροσκαφών και υπήρχε σοβαρός κίνδυνος για τη ζωή τους. Κάποια στιγμή κουράστηκε και μ ‘άφησε στο έδαφος, αλλά στη θέα ενός Noratlas που πλησίαζε δεν ξέρω πού βρήκα τη δύναμη και κρατώντας τον από τον ώμο αρχίσαμε να τρέχουμε σαν τρελοί μέχρι που φτάσαμε στην άλλη πλευρά του διαδρόμου όπου κατέρρευσα από την εξάντληση. Στις πέντε τα ξημερώματα εμφανίστηκαν τα πρώτα ασθενοφόρα για να μας πάρουν». Ο Παύλος άκουγε τα βογγητά και τις κραυγές των άλλων τραυματιών «αλλά δεν είμαι σίγουρος εάν αυτό που μ ‘έκανε να νοιώθω τόσο πολύ τον πόνο, ήταν ο φόβος του θανάτου η το τραύμα στο πόδι μου που είχε αρχίσει να παγώνει».

Στο νοσοκομείο της Λευκωσίας έμεινε δέκα ημέρες, του έβαλαν νάρθηκα στο πόδι και άρχισε να περπατά στους διαδρόμους με τις πατερίτσες. Ένα πρωί κάποιος του νοσοκομείου τούς λέει σε ένα απομακρυσμένο θάλαμο «νοσηλεύεται ένας δικός σας σε κακή κατάσταση»’. «Μας δείχνουν τον καταδρομέα Θανάση Ζαφειρίου» τον μοναδικό επιζώντα από το Νίκη 4. Η φωνή του Παύλου αλλάζει όταν αναφέρεται στην εικόνα του πολυτραυματία. «Δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου αυτή την εικόνα, πώς είναι όταν βλέπεις ένα κούτσουρο καμένο μέσα σ’ ένα χωράφι; έτσι ήταν το σώμα του Θανάση…. Ο ίδιος ακούνητος, αμίλητος και από το καμένο δέρμα να τρέχουν υγρά. Τις επόμενες ημέρες ο Θανάσης μεταφέρθηκε με αεροπλάνο στην Αθήνα και πάρα τα πολλαπλά κατάγματα και τα εγκαύματα κατάφερε να βγει νικητής. Έφυγε από την ζωή το Σεπτέμβριο 2016.

Στις 2 Αυγούστου του 1973 με πολιτικό πλοίο της γραμμής οι πιο ελαφρά τραυματίες μεταφέρονται στον Πειραιά και απευθείας στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο της Αθήνας. Ο Παύλος Τσόγκας ένα μήνα μετά θα επιστρέψει στη μονάδα του στο Μάλεμε της Κρήτης και στη συνέχεια στο Ναυτικό νοσοκομείο όπου θα κάνει δύο ακόμη επεμβάσεις για να αφαιρέσει δυο μεγάλα θραύσματα που έχουν μείνει στο ποδιού του. Θα απολυθεί από το στρατό το Νοέμβριο του 1974 και θα επιστρέψει στο σπίτι του στο Κρόκο Κοζάνης.

Μεσημέρι 21ης Ιουλίου 1973

Αλήθεια, γνωρίζατε ότι πηγαίνατε στην Κύπρο να πολεμήσετε τον ρώτησα; «Δεν μας το είπαν από την αρχή, μας μιλούσαν με μισόλογα». Ήταν μεσημέρι προς το απόγευμα όταν τους ενημέρωσαν στην Μοίρα ότι πρέπει να ετοιμάσουν οπλισμό και πυρομαχικά για να πάνε στα νησιά. «Ναι έτσι μας είπαν… ότι θα πάμε στα νησιά… Το πιστέψαμε γιατί κάτι είχαμε ακούσει από την προηγούμενη μέρα στα ραδιόφωνα, χωρίς να σκεφτούμε περισσότερο, είχαμε και την αφέλεια των 19χρονων παιδιών». Το απόγευμα το στρατόπεδο γέμισε από τουριστικά λεωφορεία, «βάλαμε τα πράγματα μας και ξεκινήσαμε για το αεροδρόμιο της Σούδας». Ο Παύλος θυμάται ότι είχε βραδιάσει, «στα λεωφορεία τραγουδούσαμε το »πότε θα κάνει ξαστεριά» ενώ απ’ όπου περνούσαμε στους δρόμους στα μαγαζιά και τις καφετέριες ο κόσμος μάς χειροκροτούσε».

Ο Παύλος υποστηρίζει ότι οι Κρητικοί γνώριζαν τι γίνεται, γι’ αυτό και τους επεφύλαξαν τέτοιο θερμό αποχαιρετισμό. Τα λεωφορεία εισήλθαν στο αεροδρόμιο κι «είδαμε πάνω από είκοσι αεροσκάφη μεταγωγικά παραταγμένα στη σειρά να περιμένουν. Στεκόμαστε σε παράταξη όλη η Μοίρα με τους επικεφαλής και θυμάμαι τον αξιωματικό Πλάτωνα Κολοκοτρώνη να ανεβαίνει στο τρίτο σκαλοπάτι της πόρτας ενός noratlas για να μας μιλήσει. «Κύριοι, η Μοίρα μας έχει σοβαρή αποστολή, πάμε στην Κύπρο». Εκεί παγώσαμε για πρώτη φορά όλοι και οι θαρραλέοι και οι μη θαρραλέοι. Ο Παύλος θυμάται ότι δεν υπήρξε ενημέρωση για το τι θα κάνουμε εκεί και ποια θα είναι η επιχείρηση στην οποία θα συμμετάσχουμε. Μπήκαμε στο αεροπλάνο βάλαμε τα πυρομαχικά μας πίσω από το πιλοτήριο και απ’ ό,τι θυμάμαι τα αεροσκάφη ξεκίνησαν με σβηστά φώτα».

Κοιτάζει συνεχώς ένα απόκομμά της εφημερίδας με τις φωτογραφίες των νεκρών παλικαριών του «Νίκη 4» και του «Νίκη 6» και μου εξομολογείται ότι από τύχη βρίσκεται στη ζωή. Ότι θα μπορούσε να κάθεται στη θέση των δύο νεκρών παλικαριών από το «Νίκη 6» εάν ο λοχαγός του επέτρεπε ως αρχηγός της ομάδας του να εισέλθει πρώτος στο αεροσκάφος. Ο Σπυρίδωνας Νόμπελης και ο Κωνσταντίνος Οικονομάκης είναι οι δύο καταδρομείς που πέθαναν από τα πυρά που δέχτηκε το Νίκη 6 κατά την προσγείωση στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας.

Ο Παύλος Τσόγκας το 1974 επέστρεψε στο χωριό του τον Κρόκο Κοζάνης και συνέχισε να ασχολείται ως τεχνίτης της γούνας και λίγο με τις αγροτικές εργασίες. Έκανε οικογένεια και προσπάθησε να μεγαλώσει τα τρία του παιδιά. Μετά από χρόνια και από πιέσεις του ίδιου αλλά και πολλών άλλων συμπολεμιστών του που τραυματίστηκαν στην Κύπρο και αντιμετώπιζαν κινητικά προβλήματα έως και σωματική αναπηρία από τα τραύματα, το 1988 προσλαμβάνεται ως κλητήρας στον ΑΗΣ Καρδιάς.

Ο Παύλος ενώ μαζεύει τις φωτογραφίες που έχει απλωμένες στο γραφείο, τον ακούω να μονολογεί «Την ιστορία μας την ξέρουν ελάχιστοι». Και γυρίζοντας το πρόσωπο του, μου ζητά να μην ξεχάσω να γράψω ότι ως «τμήμα αυτοκτονίας μάς είχαν δηλώσει στην επιχείρηση Νίκη, χωρίς εμείς να το γνωρίζουμε».

(φώτο: Eurokinissi)

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Σχετικά άρθρα:

loading...
loading...