Κωνσταντίνος Σιμωνίδης: Κορυφαίος διανοητής ή καιροσκόπος απατεώνας;

Ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης γεννήθηκε στη Σύμη το 1820.

 Από τα πρώτα χρόνια της μαθητικής ζωής του εκδήλωσε έντονο ενδιαφέρον και λατρεία για τα αρχαία κείμενα, για να εξελιχθεί στη συνέχεια σε ένα ημίθεο συλλέκτη τους. 
Ανάλωσε ολόκληρη την πατρική του περιουσία ταξιδεύοντας αδιάκοπα οργώνοντας όλο τον κόσμο, προκειμένου να εντοπίσει και να αγοράσει παπύρους, περγαμηνές, παλίμψηστα και αρχαία χειρόγραφα από μοναστήρια, ιδιώτες, παλαιοπώλες κ.λπ.
Ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων εκείνων που σπανίως η φύση έχει προικίσει με τόσο λαμπρό νου, ο οποίος κατέκτησε και γοήτευσε ολόκληρο τον πνευματικό κόσμο της εποχής του, αλλά ταυτόχρονα επέσυρε τη ζηλοτυπία της παγκόσμιας Ιντελιγκέντσιας, με αποτέλεσμα να κατασυκοφαντηθεί από αυτήν ως «πλαστογράφος» και «τυχοδιώκτης», ενώ, 150 χρόνια μετά το θάνατό του, η επακριβής εξέταση, με τη μέθοδο και τα μέσα της σύγχρονης τεχνολογίας, αποφαίνεται υπέρ της γνησιότητας των περίφημων αρχαίων παπύρων και εγγράφων του.
Χωρίς να περιβληθεί το μοναχικό σχήμα, διέμεινε αρκετά χρόνια στην Αθωνική Πολιτεία για να μελετήσει και να εντρυφήσει στα παλαιοχριστιανικά χειρόγραφα και να συμβάλει αποτελεσματικά στη συντήρηση και τη διάσωσή τους, τα οποία είχαν φθαρεί από τη χρήση που έκαναν οι μοναχοί στις καθημερινές προσευχές τους.

Ο Σιμωνίδης στην αρχή προκαλεί τον ενθουσιασμό και εγκωμιάζεται από την παγκόσμια Ιντελιγκέντσια ως σωτήρας της αρχαίας γραμματείας.

Ως γνωστόν, την Ιντελιγκέντσια ανέκαθεν συγκροτούσαν και συγκροτούν οι ακαδημαϊκοί, οι καλλιτέχνες, οι εκπαιδευτικοί, οι συγγραφείς, οι αυτοαποκαλούμενοι «σοφοί» και γενικά όλο το σύστημα και το κατεστημένο της κοινωνίας των γραμμάτων. Οι μεγαλύτερες εφημερίδες στον κόσμο αφιέρωναν στον Κωνσταντίνο Σιμωνίδη διθυράμβους, εγκώμια και επαίνους.
Συνδέεται, αλληλογραφεί και συναντάται με τους κορυφαίους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής του, οι οποίοι επιθυμούν να τον γνωρίσουν και να μελετήσουν τα αρχαία πολύτιμα έγγραφα τα οποία κατείχε.
Τα αυθεντικά κείμενα του Κωνσταντίνου Σιμωνίδη προσήλκυσαν το έντονο ενδιαφέρον των Βασιλέων και των πλουσίων συλλεκτών, οι οποίοι του πρόσφεραν τεράστια χρηματικά ποσά.

Οι επιστολές του Ιωάννη και του Ιούδα, για την πλαστότητα των οποίων άδικα κατηγορήθηκε, απεδείχθησαν τελικά γνήσιες, όπως και αυτή του Ανδροσθένη, Ναυάρχου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, καθώς επίσης και τα πολύτιμα χειρόγραφα του Αρχιμήδη, του Κικέρωνα, του Πλίνιου κ.λπ. με τη χρήση ακτίνων Χ και με μήκη κύματος φωτός.

Εντούτοις, μόλις η Ιντελιγκέντσια διείδε τον παραμερισμό της και άρχισε να διαισθάνεται ότι διατρέχει κίνδυνο η πρωτοκαθεδρία και η εγκεφαλική της επιστημοσύνη, από την ιδιοφυία του Κωνσταντίνου Σιμωνίδη, άλλαξε άρδην συμπεριφορά.

Ο ενθουσιασμός και οι έπαινοι μεταβλήθηκαν σε αβάσιμες κατηγορίες και άρχισαν – εν γνώσει της αναλήθειας – να ισχυρίζονται ότι παραπλανήθηκαν και εξαπατήθηκαν όλοι τους από τον Συμιακό ταλαντούχο και διαπρεπή αρχαιολάτρη, ότι δήθεν δεν αντιλήφθηκαν την πλαστότητα των αρχαίων παπύρων και εγγράφων του και ότι δεν μπορούσαν να καθορίσουν την πραγματική χρονολογία τους, παρά την υποτιθέμενη αυθεντία και εμπειρογνωμοσύνη τους για την οποία οι ίδιοι κομπορρημονούσαν και δεν δίστασαν να αμφισβητήσουν ακόμη και την αυθεντικότητα και τη γνησιότητα των πτυχίων του, επειδή ακριβώς διέτρεχαν κίνδυνο τα «ύψιστα» συμφέροντά τους.

Αυτή η ακατονόμαστη συμπεριφορά της Ιντελιγκέντσιας δεν αιφνιδίασε και δεν εξέπληξε τον Κωνσταντίνο Σιμωνίδη.

 

Του προξένησε όμως βαθύτατη θλίψη, διότι η συστηματική δυσφήμηση και η οργανωμένη σκευωρία και πλεκτάνη εις βάρος του, σήμανε και το τέλος της λαμπρής φήμης του και της σταδιοδρομίας του. Προκειμένου να προσποριστεί τα προς το ζην, αναγκάζεται να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως διερμηνέα και στο τέλος πηγαίνει στο πατριαρχείο Αλεξανδρείας από το οποίο του ανατίθενται καθήκοντα επισκόπου Αιθιοπίας. Ο θάνατός του επήλθε στην Αλεξάνδρεια το 1867. Αρχαίες περγαμηνές και άλλα πολύτιμα αρχαία έγγραφα της συλλογής του υπάρχουν στα μουσεία και τις μεγάλες βιβλιοθήκες του κόσμου και πάρα πολλά έχουν καταλήξει στη Μονή του Σινά.

Ήθελε να επηρεάσει την Ιστορία.

Στόχος του ήταν επίσης να υποστηρίξει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, καθώς η έρευνα της αρχαιότητας βρισκόταν εκείνο τον καιρό σε ξένα χέρια, γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά. Αυτός ο δυσπρόσιτος άνθρωπος-φάντασμα δρούσε σε μία αγορά αρχαιοτήτων που βρισκόταν σε άνθηση και οι κανόνες της οποίας καθορίζονταν στο Λονδίνο, το Παρίσι και το Βερολίνο. Ήταν ένας χαρισματικός άνθρωπος, έρμαιο των περιστάσεων, τα έργα του γίνονταν ανάρπαστα.
Από τη μια οι Ευρωπαίοι, που με μανία σκαλίζουν και αρπάζουν «με τα βέβηλα χέρια τους» ότι είναι ελληνικό και από την άλλη τα φερέφωνα τους, κάνουν τον Σιμωνίδη επιθετικό.
Ο Σιμωνίδης λοιπόν τους έκανε να ντρέπονται και να τον φοβούνται, γιατί πίστευε ότι έπρεπε να είχαν το θάρρος να παραδεχτούν ότι οι Έλληνες είναι οι ηνίοχοι του κάθε πολιτισμού και ότι όποιος πλησιάζει τα επιτεύγματά τους, παλιά ή νέα, πρέπει να το κάνει με ευλάβεια και όχι να τα βεβηλώνουν, όπως έκαναν αυτοί επί αιώνες.
Από τη άλλη μεριά οι αντίπαλοί του, έψαξαν να βρουν το ποτήρι με το κώνειο, με το οποίο θα μπορούσαν μια για πάντα να απαλλαγούν απ’ αυτόν, δηλαδή το δηλητήριο του φθόνου, της ύβρης, και του μίσους για να καταστρέψουν την αυθύπαρκτη λαμπρότητα του.

Σήμερα, παράλληλα με τους ξένους συγγραφείς που αφιερώνουν άρθρα και εκδίδουν βιβλία για τον αγνοημένο και κατάφωρα αδικημένο Κωνσταντίνο Σιμωνίδη, επιβάλλεται να αναδειχθεί η προσωπικότητα αυτού του ιδιοφυούς Συμιακού με την παγκόσμια εμβέλεια, επιρροή και απήχηση, ο οποίος συγκλόνισε κυριολεκτικά τον πνευματικό κόσμο της εποχής του.

 Η δικαίωση του Κωνσταντίνου Σιμωνίδη, η οποία έρχεται 150 χρόνια μετά το θάνατό του, θα πρέπει να εκφραστεί και εμπράκτως προκειμένου να τηρηθεί μια επιβεβλημένη και καλώς εννοούμενη ισορροπία.

Ο Πολεμιστής Της Ειμαρμένης

Σχετικά άρθρα:

loading...
Close Menu