Η μάχη στα Δερβενάκια

Η μάχη στα Δερβενάκια ή αλλιώς η καταστροφή του Δράμαλη είναι μια σειρά μαχών στα στενά περάσματα μεταξύ Αργολίδας και Κορινθίας που έλαβαν χώρα το διάστημα 26-28 Ιουλίου 1822.

Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 1822: η επανάσταση έχει εδραιωθεί σε Πελοπόννησο, όπου μόνο στα φρούρια της Πάτρας και του Ναυπλίου υπάρχει αντίσταση, και Ρούμελη. Η κατάσταση όμως δεν είναι και τόσο καλή: οι ελληνικές δυνάμεις βρίσκονται σε αντιπαράθεση, ιδίως μεταξύ της νεοσύστατης κυβέρνησης και των οπλαρχηγών έχει ξεσπάσει διαμάχη.

Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ θέλει να καταπνίξει την επανάσταση , κάτι που επιθυμεί και η Αυστρο-ουγγρική αυτοκρατορία με τον ραδιούργο Μέττερνιχ να αντιμάχεται κάθε παρόμοια προσπάθεια ανά την Ευρώπη.

Μετά από σειρά δολοπλοκιών μεταξύ των πασάδων, των συμβούλων και του περιβάλλοντος του σουλτάνου, ο Μαχμούτ πασάς, ο επονομαζόμενος Δράμαλης, λόγω της καταγωγής του από τη Δράμα, επιλέγεται να ηγηθεί της εκστρατείας στην Πελοπόννησο. Ήταν μια ξαφνική διαταγή του σουλτάνου να αναθέσει την αρχηγία στο Δράμαλη αντί του Χουρσίτ πασά, που είχε θριαμβεύσει απέναντι στον Αλή πασά των Ιωαννίνων.

Ξεκινά από τη Λάρισα με 30000 άτομα εμπειροπόλεμο στρατό, εκ των οποίων 24000 μάχιμοι και απ΄αυτούς περισσότεροι απ΄τους μισούς ιππείς, 6 πυροβόλα με έμπειρους πυροβολητές, 30000 υποζύγια (μουλάρια) και 500 καμήλες. Το επιτελείο του αποτελείται από έμπειρους στρατηγούς και υψηλόβαθμους αξιωματούχους. Ο Δράμαλης δηλώνει οτι σε δυο μήνες θα έχει τελειώσει η εκστρατεία και θα έχει καταπνίξει την επανάσταση.

Στις 29 Ιουνίου εισβάλλει στη Βοιωτία και πυρπολεί τη Θήβα. Η Αθήνα ερημώνει, όπως και κατά την εισβολή των περσών του Ξέρξη: οι κάτοικοι διαφεύγουν προς Σαλαμίνα και Αίγινα, αλλά ο Δράμαλης συνεχίζει προς Κόρινθο, όπου φτάνει στις 6 Ιουλίου. Ο πανικός είναι μεγάλος, κυβέρνηση και Κολοκοτρώνης βρίσκονται σε μεγάλη διάσταση, ο κυβερνητικός στρατός διασκορπίζεται και το μόνο στράτευμα που υπάρχει πλέον στην Πελοπόννησο είναι 2000 άτομα του “Γέρου του Μοριά”.

Στο κάστρο του Ακροκορίνθου βρίσκεται αιχμάλωτος ο Κιαμήλ μπέης της Κορίνθου με το χαρέμι του. Κι ενώ θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό εμπόδιο στη στρατιά του Δράμαλη, λόγω της οχυρής του θέσης, ο φρούραρχος Αχιλλέας θεοδωρίδης (που αν και άπειρος είχε τοποθετηθεί εκεί απ΄την κυβέρνηση) αποφασίζει να το εγκαταλείψει μαζί με τη φρουρά των 150 ανδρών. Ο αιχμάλωτος Κιαμήλ μπέης, που ίσως ήταν ο πλουσιότερος άνθρωπος στον ελληνικό χώρο τότε, έχει κρύψει το θησαυρό του, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για κάποια διαπραγμάτευση, αλλά ο θεοδωρίδης τον σκοτώνει πριν φύγει, όχι όμως και το χαρέμι του, ενώ δεν ανατινάζει ούτε την πυριτιδαποθήκη. Στις 7 Ιουλίου το φρούριο παραμένει άδειο, και την επόμενη καταλαμβάνεται από τους Τούρκους, αφού βεβαιώθηκαν για το ανέλπιστο δώρο της αποχώρησης της φρουράς. Η χήρα και η μητέρα του Κιαμήλ μπέη υποδέχτηκαν το Δράμαλη ζητώντας εκδίκηση, υποδεικνύουν το χώρο που βρίσκεται ο θησαυρός κι εκείνος δε χάνει την ευκαιρία: νυμφεύεται τη χήρα, αποκτώντας τα πλούτη.

Το γαμήλιο δώρο του περιλαμβάνει το θάνατο δύο ιερέων που κρέμασε ανάποδα, αλλά και το χτίσιμο μέσα σε τοίχο πολλών ελλήνων αιχμαλώτων που είχε συλλάβει στη Στερεά.

Στο πολεμικό συμβούλιο που συγκαλεί αμέσως μετά το γάμο του, ο Γιουσούφ πασάς της Πάτρας και ο Αλή πασάς του Άργους προτείνουν την παραμονή του στρατού στην Κόρινθο, να κατασκευάσουν μεγάλες αποθήκες εφοδίων και τροφίμων και με τρία σώματα των 8-10000 ανδρών το καθένα να καταστείλουν την επανάσταση,κάτι με το οποίο δε συμφωνεί ο Δράμαλης.

Τα κυβερνητικά στελέχη στο μεταξύ, λόγω πανικού, αποχωρούν από το Άργος και επιβιβάζονται σε πλοία, έτοιμοι να αποπλεύσουν, κατηγορώντας τον Κολοκοτρώνη πως μαζί με τους συντρόφους του έχουν μυστικά συμφωνήσει με τους Τούρκους να ξανασκλαβώσουν τους Έλληνες!!!

Ο Κολοκοτρώνης μπροστά στον κίνδυνο παραμερίζει διαφωνίες και πάθη, αρχίζει ενέργειες για συγκέντρωση οπλαρχηγών, πολεμιστών, εφοδίων και συστήνει να μη φύγει κανείς από την Τριπολιτσά, για να μη διαδοθεί περισσότερος πανικός. Στέλνει 1700 άτομα μεταξύ Αρκαδίας και Άργους, ώστε να μην περάσουν προς την Τρίπολη οι εχθροί, και δίνει εντολή γενικής επιστράτευσης: όσοι δεν υπακούσουν, θα εκτελεσθούν, ενώ κι ο ίδιος τρέχει να πείσει όσους περισσότερους μπορεί. Συναντάται με τον Υψηλάντη και τον Πετρόμπεη στον Αχλαδόκαμπο για την αντιμετώπιση του εισβολέα.

Στις 10 Ιουλίου γίνεται πολεμικό συμβούλιο στο Ταβούλι και ο Κολοκοτρώνης παρουσιάζει το σχέδιό του στους Υψηλάντη, Πετρόμπεη, Ιωάννη και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, Παπαφλέσσα και Πάνο Κολοκοτρώνη: θα αποκλείσουν το Δράμαλη στην πεδιάδα του Άργους και θα τον παρενοχλούν συνεχώς. Επίσης θα κάψουν τα πάντα: σιτηρά στα χωράφια και τις αποθήκες, αθέριστα σπαρτά, βοσκοτόπια, οτιδήποτε θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο στον εχθρό. Στο μεταξύ καλούν και τους νησιώτες να τους βοηθήσουν, και σταδιακά συγκεντρώνουν στρατεύματα από Πελοπόννησο, Επτάνησα, ανατολική Στερεά, Ύδρα, Σπέτσες που φτάνουν στις 10000 αγωνιστών.

Ο Δράμαλης πριν ακόμη ξεκινήσει από την Κόρινθο στέλνει αγγελιοφόρους σε Λάρισα και Κωνσταντινούπολη, αναγγέλοντας τη νίκη του.

Αποφασίζει να κυριεύσει το φρούριο του Άργους,ενώ ο Αλή πασάς του Άργους τον συμβουλεύει να μην καθυστερεί εκεί, αλλά να επιτεθεί προς Σπάρτη και Νεμέα, για να διασκορπίσει τους Έλληνες κι έπειτα να προελάσει προς την κεντρική Πελοπόννησο. Ο Υψηλάντης διαρρέει πως στο φρούριο του Άργους βρίσκονται άπειρα λάφυρα, πολλά τρόφιμα και οι μεγαλύτεροι οπλαρχηγοί του Μοριά.

Στις 15 Ιουλίου το φρούριο του Άργους περικυκλώνεται και οι Τούρκοι προτείνουν την παράδοσή του, κάτι που ο Υψηλάντης απορρίπτει ασυζητητί. Ελληνικά σώματα παρενοχλούν συνεχώς τους πολιορκητές, ενώ παράλληλα προσπαθούν να αποκλείσουν τα στενά περάσματα στα Δερβενάκια και να αποκόψουν την τροφοδοσία τους από την Κόρινθο. Στις 16 450 περίπου από τους 700 υπερασπιστές αποχωρούν, ώστε να υπάρχει ικανή ποσότητα εφοδίων για να κρατήσουν το δυνατόν περισσότερο, απασχολώντας εκεί τη στρατιά του Δράμαλη. Οι επιθέσεις αποκρούονται, ενώ συνεχείς ενέδρες, συμπλοκές και αιφνιδιαστικές επιθέσεις υποβοηθούν τους αμυνόμενους, αλλά αρχίζει η έλλειψη νερού, με αποτέλεσμα οι υπερασπιστές του να στραγγίζουν τη λάσπη της δεξαμενής με τα μαντήλια τους για να πιουν λίγο νερό.

Στις 23 τη νύχτα με επίθεση τεσσάρων ελληνικών σωμάτων στους πολιορκητές για αντιπερισπασμό η φρουρά διαφεύγει χωρίς απώλειες. Την επόμενη το πρωί οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το φρούριο, αλλά δε βρίσκουν τα τρόφιμα που ήλπιζαν. Ό,τι δεν είχε καταναλωθεί είχε καεί. Για το διάστημα που πολιορκούσαν το Άργος είχαν καταναλώσει τις προμήθειές τους, κάνοντας την προέλαση αδύνατη. Είχαν εξαντληθεί τρόφιμα και ζωοτροφές, ο Δράμαλης είχε στείλει μεγάλες ποσότητες τροφίμων στους μουσουλμάνους του Ναυπλίου χωρίς να έχει συνεχή και οργανωμένη ροή ανεφοδιασμού. Με τα βοσκοτόπια καμένα πολλά ζώα σύντομα πεθαίνουν, τα λιγοστά -λόγω της ανομβρίας- νερά των πηγαδιών έχουν μολυνθεί (από την οξείδωση των χάλκινων σκευών που έριχναν μέσα οι κάτοικοι, με την ελπίδα να τα βγάλουν όταν επέστρεφαν), στα ελάχιστα χωράφια που έμειναν άθικτα υπάρχουν πεπόνια ή σταφύλια, όμως αυτά είναι ακόμη άγουρα, προκαλώντας ασθένειες σε όσους τα κατανάλωναν, ενώ όσοι οδηγούν στα έλη τα ζώα για βοσκή πέφτουν θύματα των επαναστατών που τους παίρνουν τα ζώα και τους θερίζουν ελώδεις πυρετοί.
Την επόμενη ο Δράμαλης αποφασίζει τη επιστροφή στην Κόρινθο, αφού υπάρχει ο κίνδυνος να καταστραφεί η στρατιά του χωρίς καν να έχει δώσει μάχη. Από τις 12 Ιουλίου που έφτασε στο Άργος έχει υποστεί φθορά, ενώ οι Έλληνες έχουν ισχυροποιήσει τις θέσεις τους. Ο Χουρσίτ από τη Λάρισα θα μπορούσε να συνδράμει με ενισχύσεις, αλλά το παλάτι είχε απαγορεύσει μεγάλες επιχειρήσεις χωρίς να έχει νεότερα, και οι οπλαρχηγοί της Στερεάς και ο Ανδρούτσος είχαν καταλάβει τα περάσματα των αγγελιοφόρων. Ο στόλος επίσης δεν είχε φανεί. Δεν είχε όμως εξασφαλίσει τις διαβάσεις, κι έδωσε την ψευδή πληροφορία, στέλνοντας το γραμματέα του, πως θα προχωρούσε προς την Τρίπολη, ώστε οι Έλληνες να αφήσουν τα στενά περάσματα μεταξύ Άργους και Κορίνθου για να υπερασπιστούν την Αρκαδία και να αποχωρήσει ανεμπόδιστος.

Οι περισσότεροι οπλαρχηγοί το πίστεψαν, αλλά ο Κολοκοτρώνης είναι σίγουρος πως θα γυρίσει στην Κόρινθο. Οι υπόλοιποι δυσφορούν με την απόφαση του Κολοκοτρώνη να μεταβεί στα Δερβενάκια, θεωρώντας πως φυγομαχεί: εκείνος τους απαντά να πάνε εκείνοι, αφού θεωρούν πως δε θα περάσει από ΄κει ο Δράμαλης, αλλά ούτε αυτό δέχονται. Παρά τις διαφωνίες και τις ειρωνίες εναντίον του, ο ίδιος με συνολική δύναμη 2350 ανδρών βρίσκεται στις 25 στον Άγιο Γεώργιο Νεμέας, βορειοδυτικά του στενού του Δερβενακίου, “για να μη μείνουν οι Τούρκοι ατουφέκιστοι”, όπως είπε χαρακτηριστικά, όπου το επόμενο πρωί βγάζει λόγο στους μαχητές. Στέλνει επιστολές ενίσχυσης στο Νικηταρά,τον Πλαπούτα και τον Παπανίκα, αλλά μόνο ο πρώτος πήρε τη διαταγή. Οι άλλες δυο επιστολές δεν έφτασαν στους παραλήπτες, οι οποίοι είχαν 3500 άτομα διαθέσιμα. Επίσης στέλνει το Φωτάκο να παρακολουθεί τις κινήσεις του εχθρού, αυτός ενημερώνει πως ολόκληρη η δύναμη βαδίζει προς το Δερβενάκι, όπου φτάνει και ο Γέρος του Μοριά στις 10 το πρωί. Υπήρχαν τέσσερα πιθανά δρομολόγια, και οι Έλληνες χωρίστηκαν για να τα καλύψουν, ενώ ο Κολοκοτρώνης τοποθετεί σε ύψωμα μεταξύ των στενών Αγίου Γεωργίου και Δερβενακίου ένα “ψευτοστράτευμα” με ζώα, φέσια και κάπες που από μακριά έδειχναν σαν συγκεντρωμένο στράτευμα, για να μην αλλάξουν οι Τούρκοι την πορεία τους. Ακολουθεί δέηση στη Θεοτόκο από τον ιερέα Γεώργιο Παπαζαφειρόπουλο και ο στρατηγός δίνει εντολή να μην πυροβολήσουν αν δε δώσει σήμα. Στις 14:30 η εμπροσθοφυλακή των αλβανών ιππέων φτάνει στο Παληόχανο, που έχουν τοποθετηθεί οπλαρχηγοί που δε θα έφευγαν τρομαγμένοι απ΄την όγκο του εχθρού. Άρχισαν συζητήσεις μεταξύ των εμπροσθοφυλακών που ζητάνε “μπέσα”, να τους αφήσουν να διέλθουν με την υπόσχεση οτι θα φύγουν απ΄την Πελοπόννησο, οι επαναστάτες καθυστερούν τις συζητήσεις ώσπου να λάβουν εντολή επίθεσης, μέχρι που στις 16:00 οι οπλαρχηγοί άνοιξαν πυρ καθώς οι ιππείς φάνηκαν να θέλουν να προχωρήσουν προς τον Άγιο Σώστη, που δεν είχε φτάσει ακόμη ο Νικηταράς. Εκείνοι απαντούν στα πυρά, ο Κολοκοτρώνης δίνει το σύνθημα “απάνω τους Έλληνες και μη φοβάστε”. Μην έχοντας αντιληφθεί τους κρυμμένους αγωνιστές οι αλβανοί ιππείς αιφνιδιάζονται και τρέπονται σε άτακτη φυγή, άλλοι προσπαθούν να διαφύγουν με την ταχύτητα των αλόγων, άλλοι εγκαταλείπουν τα φορτωμένα ζώα, τα ακόλουθα τμήματα σπεύδουν προς τον Άγιο Σώστη αλλά και οι άλλοι οπλαρχηγοί από τις γύρω κορυφές μπαίνουν στη μάχη. Ο πανικός των Τούρκων δεν τους επέτρεψε να ανασυνταχθούν και να εξοντώσουν τους ολιγάριθμους διώκτες τους και υπό το φόβο να μείνουν στις δύσβατες περιοχές βιάζονται να φύγουν το γρηγορότερο. Στην πλευρά της Παναγόρραχης προς τον Άγιο Σώστη το μικρό σώμα του Αντώνη Κολοκοτρώνη δε μπορεί να εμποδίσει τη διέλευση του τουρκικού στρατού αλλά τους θερίζει με τα πυρά του. Οι Τούρκοι βαδίζουν επί δύο μαρτυρικές γι΄ αυτούς ώρες από το Δερβενάκι προς τον Άγιο Σώστη και είτε σκορπίζουν στην Παναγόρραχη είτε φτάνουν στον Άγιο Σώστη και μετά στην πεδιάδα της Κουρτέσας, όπου είναι πλέον ασφαλείς. Αλλά οι πιο πολλοί βαλλόμενοι συνεχώς, αποκλεισμένοι και πανικόβλητοι υφίστανται πανωλεθρία.

Ο Κολοκοτρώνης από το Αργιλόβουνο αναμένει τον κύριο όγκο της στρατιάς, που όμως στρέφεται στον ανατολικότερο δρόμο του Αγίου Σώστη, που είναι αφρούρητος: μεγάλος αριθμός πεζών και ιππέων περνάει ανενόχλητος, αλλά όταν φαίνεται πως θα διαφύγουν καταφθάνει ο Νικηταράς με τον Υψηλάντη, τον Παπαφλέσσα, το Δημήτριο Κριεζή, το Διονύσιο Ευμορφόπουλο, τον Π. Κεφαλά, τον Παπασέντη Κρέστα, τους αδελφούς Μητσαίους και τους Νικήτα, Ιωάννη και Γεώργιο Φλέσσα. Ο Κολοκοτρώνης διατάζει τον Δημητρακόπουλο να ενισχύσει τον Αντώνη Κολοκοτρώνη, καθώς φαίνεται πως στην περιοχή που βρίσκεται δε θα διέλθουν οι τούρκοι. Ακόμη φθάνει ο Μάρκος Κολοκοτρώνης κι έτσι οι δυνάμεις που καταλαμβάνουν θέσεις στον Άγιο Σώστη ανέρχονται σε 3000, ενώ οι εχθροί σε 14000, οι περισσότεροι ιππείς. Η μάχη προβλέπεται σκληρή, αλλά το μοιραίο λάθος του Τούρκου διοικητή να μην τοποθετήσει φυλάκια στα επικίνδυνα σημεία των στενών που θα κάλυπταν τη διάβαση του κύριου σώματος και θα αποχωρούσαν με την οπισθοφυλακή, μετατρέπει τη συμπλοκή σε σφαγή. Τα ελληνικά σώματα αν και καθυστερημένα καταλαμβάνουν επίκαιρες θέσεις και βάλλουν μαζικά ενώ οι Τούρκοι δε φροντίζουν ούτε να αμυνθούν. Όταν πλέον έχουν χάσει τη συνοχή τους ο Νικηταράς δίνει το σύνθημα εφόδου με το σπαθί στο χέρι. Οι Τούρκοι πλέον πανικόβλητοι ποδοπατούν ο ένας τον άλλο ή πέφτουν από τα απότομα βράχια να σωθούν, τα αφηνιασμένα ζώα παρασύρουν πολλούς, άλλοι παραδίδουν τα όπλα και τα χρήματά τους ζητώντας οίκτο. Ο καθένας προσπαθεί με κάθε τρόπο να σώσει τον εαυτό του. Στη μάχη ο Νικηταράς πολέμησε με τέσσερα σπαθιά: τα τρία έσπασαν και το τέταρτο χρειάστηκε ιατρική συνδρομή να του το αφαιρέσουν από το χέρι που έπαθε αγκύλωση.

Μια ώρα κράτησε η σφαγή ώσπου νύχτωσε, οπότε και οι Έλληνες αποσύρθηκαν στα υψώματα και συνέχισαν να πυροβολούν, πολλοί Τούρκοι μέσα στο σκοτάδι πέφτουν σε γκρεμούς ή σε θέσεις Ελλήνων. 2500-3000 ήταν οι νεκροί των Τούρκων, ελάχιστες οι απώλειες των Ελλήνων, ανάμεσά τους όμως οι τρεις ανηψιοί του Κολοκοτρώνη. Ο Δράμαλης, βλέποντας το πρώτο μισό της στρατιάς του να χτυπιέται ανηλεώς, αποχωρεί προς την Τίρυνθα.

Το επόμενο πρωί, 27 Ιουλίου, η χαράδρα του Αγίου Σώστη έχει καλυφθεί από νεκρούς και τραυματίες, διαμελισμένα ζώα, σκεύη, αποσκευές, όπλα, σημαίες. Οι τραυματίες με κραυγές πόνου και θρήνους, που ζητούσαν βοήθεια ή έλεος ζητώντας το θάνατο, τα ζώα που αγκομαχούσαν αγωνιωδώς συνέθεταν ένα σκηνικό κόλασης. Άλογα και μουλάρια με τα φορτία τους, που είχαν μείνει ανέπαφα έμεναν όρθια, σαν να έψαχναν τους κυρίους τους, ενώ οι καμήλες είχαν γονατίσει, όπως συνηθίζουν στις στάσεις. Πέραν αυτών υπάρχουν και αρκετοί αγνοούμενοι, πολλοί τραυματίες υπέκυψαν αργότερα. Η μισή δύναμη του Δράμαλη πλέον δεν υπολογίζεται ως μάχιμη, καθώς όσοι επέζησαν απώλεσαν το ηθικό τους, ήταν άοπλοι και καταπονημένοι. Οι τραυματίες που παρέμειναν στη χαράδρα είχαν όλοι εγκαταλειφθεί στην τύχη τους, τα όρνια και τα αγρίμια: λίγοι ήταν οι”τυχεροί” που βρήκαν το θάνατο από τους επαναστάτες. Τις επόμενες ημέρες η δυσοσμία από τα πτώματα και τα δεκάδες όρνια που συγκεντρώθηκαν να τραφούν μαρτυρούσαν τη μεγάλη σφαγή. Για πολλά χρόνια το πλήθος των οστών που παρέμεναν εκεί θύμιζαν το γεγονός, τραγική απόδειξη μιας συντριβής. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες επί 6 μήνες δε φάνηκε πουλί στην περιοχή, προφανώς λόγω του μεγάλου πλήθους των όρνεων που είχαν συγκεντρωθεί εκεί, για να τραφούν από τα εκατοντάδες πτώματα….

Πολλοί Έλληνες στρατιώτες επιδόθηκαν σε λαφυραγωγία οργανώνοντας ως και καραβάνι με λάφυρα και όπλα προς τον Άγιο Γεώργιο Νεμέας, όπου τα αποθήκευσαν με σκοπό να τα μοιράσουν αργότερα. Ο Κολοκοτρώνης μετέβη στον Άγιο Γεώργιο στις 27, βρήκε πολλούς πολεμιστές να ασχολούνται με τα λάφυρα που μετέφεραν και οργισμένος τους έδιωξε. Σε άλλη περίπτωση οι μαχητές που δεν είχαν εμπλακεί σε μάχη ήταν νευρικοί, καθώς φοβούνταν πως δε θα τους δοθεί ευκαιρία για λάφυρα, ο Γέρος του Μοριά, γνωρίζοντας την ψυχολογία τους, τους είπε: “έννοια σας Έλληνές μου,δεν εσώθησαν οι τούρκοι. Πίσω είναι οι πασάδες κι έχουν περισσότερα πλούτη. Το δικό σας μερτικό είναι πίσω, ήρωές μου”.

Ο Δράμαλης αφού διέφυγε με το δεύτερο τμήμα της στρατιάς, που είχε τα περισσότερα πολεμοφόδια και όλους τους πασάδες και συγκαλεί πολεμικό συμβούλιο. Θέλει να στείλει τα υποζύγια με τις αποσκευές στο Ναύπλιο, ώστε να παραπλανήσει τους Έλληνες πως θα έμενε εκεί, και το βράδυ ο στρατός να διαφύγει γρήγορα, χωρίς περιττά βάρη, από το στενό του Αγιονορίου προς Κόρινθο, μιας και ήταν αφρούρητο. Ήταν σωστή σκέψη, μα οι επιτελείς δεν δέχτηκαν να αφήσουν τα πολεμοφόδια και τις πολύτιμες αποσκευές τους, κι εκείνος δεν μπορεί να επιβληθεί λόγω των ατυχών προηγούμενων αποφάσεών του. Ο Αλή πασάς όμως δεν δέχεται να ανοίξει τις πύλες του Ναυπλίου για τους ομοεθνείς του, όντας εξοργισμένος για την απόρριψη των σχεδίων του από το Δράμαλη κατά την εισβολή. Έτσι ο Δράμαλης στρατοπεδεύει στην Τίρυνθα κι ετοιμάζεται να περάσει γρήγορα στην Κορινθία, μέσω του δρόμου του Αγιονορίου. Ο Κολοκοτρώνης όμως έχει καταλάβει τα στενά και όποιο δρόμο κι αν ακολουθήσει, θα βρεθεί εν μέσω δύο πυρών.

Ξεκινά τα ξημερώματα της 28ης Ιουλίου και ως τα στενά προχωρά ανενόχλητος προς το Αγιονόρι, που σε πολλά σημεία είναι πλατύτερο από το στενό του Αγίου Σώστη, ο Κολοκοτρώνης δεν έχει ειδοποιηθεί έγκαιρα και πολλοί άντρες συνεχίζουν την αναζήτηση λαφύρων αντί να είναι στις θέσεις τους. Οι Τούρκοι προχωρούν με αναπτερωμένο ηθικό, αφού πολλά σημεία δεν έχουν ακόμη καταληφθεί από τους Έλληνες. Ο Νικηταράς είναι το μόνο εμπόδιο στην ορμητική τους πορεία προς το Αγιονόρι, αλλά έχει πολύ μικρή δύναμη, και υποχωρεί αφήνοντας πίσω 60 νεκρούς. Καταλαμβάνει καταλληλότερη θέση και εξαπολύει πυρά εναντίον του εχθρού, που όμως προχωρά συντεταγμένα και ανταποδίδει τα πυρά. Ο Κολοκοτρώνης πληροφορείται αργά και διατάσσει τον Πλαπούτα, που βρίσκεται στο Δερβενάκι να μεταβεί στην Κλένια για να χτυπήσει κατά μέτωπο, ώστε να τους αποκλείσει στα στενά μέχρι να έρθουν κι άλλοι οπλαρχηγοί. Η απόσταση του τουρκικού στρατεύματος είναι πλέον ελάχιστη προς το Αγιονόρι και τη σωτηρία τους, όταν ο Νικηταράς αλλάζει την τροπή της μάχης: καταλαβαίνει από τη συσκευασία του φορτίου μιας καμήλας οτι μεταφέρει πυρίτιδα, το πυροβολεί, κι εκρήγνυται. Ο θόρυβος της έκρηξης προκαλεί τρόμο στα ζώα που αφηνιάζουν και ποδοπατούν τους στρατιώτες, ενώ και οι Τούρκοι πιστεύουν πως δέχονται αιφνιδιαστική επίθεση από άλλο σημείο. Η συνοχή τους καταρρέει, ο Νικήτας Φλέσσας καταφθάνει εγκλωβίζοντας μεταξύ δύο πυρών τους Τούρκους κι αυτοί, μην υπακούοντας τους ανωτέρους προσπαθούν να διαφύγουν τάχιστα χωρίς να πυροβολούν. Οι Έλληνες τους καταδιώκουν με σπαθιά ή πετώντας πέτρες, μαζί με τους κατοίκους του Αγιονορίου και των γύρω χωριών και τις γυναίκες τους. Ένα μεγάλο τμήμα παραμένει με τους πασάδες και το Δράμαλη μέχρι να περάσει τα στενά. Μετά 6 ώρες το μεγαλύτερο τμήμα περνά τα στενά με 600 και πλέον νεκρούς. Η αργή ενημέρωση των οπλαρχηγών, η μικρή δύναμη των υπερασπιστών και η παύση της καταδίωξης για συγκέντρωση λαφύρων συντελεί στην επιτυχία της διέλευσης.

Τα λάφυρα είναι πολλά και πλούσια: όπλα, σκηνές, κοσμήματα, σκεύη, ενδυμασίες, άλογα, 1200 φορτωμένα μουλάρια και 36 καμήλες πέφτουν στα χέρια των επαναστατών.

Τις επόμενες μέρες ομάδες Τούρκων στρατιωτών καταφθάνουν καταβεβλημένοι και άοπλοι στην Κόρινθο, όπως και ο ίδιος ο Δράμαλης, που έφτασε πεζός, αφού το γαϊδούρι του σκοτώθηκε, και χωρίς το μεγαλόπρεπο τουρμπάνι του. Έχει χάσει το 1/5 της δύναμής του, όλο σχεδόν το πολεμικό υλικό, το μεγαλύτερο μέρος των πολεμικών αλόγων και των υποζυγίων. Κυρίως όμως έχουν χάσει το ηθικό τους κι έχουν τρομοκρατηθεί, νιώθοντας πλέον την Πελοπόννησο σαν μια άγρια περιοχή γεμάτη άγριους, πολυάριθμους πολεμιστές.

Η μεγαλύτερη ως τότε νίκη των Ελλήνων οφείλεται στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, που συγκράτησε τον πανικό, εμψύχωσε κι έπεισε τους Έλληνες οτι μπορούν να νικήσουν, οργάνωσε τις διαθέσιμες δυνάμεις, κατάλαβε πως ο Δράμαλης δε θα προχωρούσε στην Τρίπολη και κατέστρωσε το σχέδιο της ενέδρας στα Δερβενάκια. Αν και άλλοι οπλαρχηγοί συμμεριζόταν την άποψή του ίσως είχαμε ολοκληρωτική συντριβή του εκστρατευτικού σώματος, ενώ και ο Νικηταράς (Νικήτας Σταματελόπουλος) διακρίθηκε στη μάχη αυτή, συμβάλλοντας τα μέγιστα στη νίκη κι έλαβε το προσωνύμιο τουρκοφάγος. Η φήμη του Κολοκοτρώνη μεγαλώνει και ο εσωτερικός διχασμός (μεταξύ κυβερνητικών και οπλαρχηγών) γίνεται εντονότερος, και σύντομα έρχεται και η εμφύλια διαμάχη….

Πλέον ο Κολοκοτρώνης περικυκλώνει την Κορινθία καθώς υπάρχουν σημαντικές δυνάμεις,οι Έλληνες αποκόπτουν τη διέξοδο προς τη Στερεά και καταστρέφουν τις προμήθειες που απέστειλε ο Γιουσούφ πασάς της Πάτρας δια θαλάσσης και φυλαγόταν στις Κεχριές. Με συνεχείς επιθέσεις φθείρουν τον εχθρό και τον αποκλείουν εκεί, καθώς αποτυγχάνει να διαφύγει προς Ναύπλιο ή Στερεά. Οι ναυτικές δυνάμεις αποτυγχάνουν να ενισχύσουν τις φρουρές και μέσα στο χειμώνα του 1822 παραδίδεται το Ναύπλιο, ενώ στις 26 Οκτωβρίου πεθαίνει ο Δράμαλης από πυρετό, πιθανώς έχοντας προσβληθεί από τύφο (η παράδοση θέλει να πεθαίνει από τη λύπη του λόγω της ήττας του) προκαλώντας μεγαλύτερο θρήνο στους άνδρες του.

Από το βαρύ χειμώνα, τις ασθένειες και την πείνα 5-5500 άνδρες απομένουν στην Κόρινθο ως το Δεκέμβριο του 1822 και αρχές του 1823 αποχωρούν προς την Πάτρα με πλοία 1000 άτομα. Οι υπόλοιποι θα αποτύχουν πεζοί να φτάσουν εκεί, κι επιστρέφουν στην Κόρινθο. Το μόνο που απομένει είναι το φρούριο του Ακροκορίνθου με τον ικανό Αμπντουλάχ μπέη και 850 Τουρκαλβανούς, σταδιακά ο κλοιός σφίγγει και μετά από αποτυχημένες προσπάθειες ανεφοδιασμού τους παραδίδονται στις 26 Οκτωβρίου 1823 στον Κολοκοτρώνη. Οι 400 τελικά εναπομείναντες άντρες της φρουράς και γυναικόπαιδα πορεύονται υπό την προστασία του Κολοκοτρώνη στο Καλαμάκι, όπου επιβιβάζονται σε τρία αυστριακά πλοία με προορισμό τη Θεσσαλονίκη.

Ο Κολοκοτρώνης περιγράφει την εξόντωση της στρατιάς, όπως την πληροφορήθηκε από τούρκους αξιωματούχους και τον Αλή πασά του Ναυπλίου: “μου είπαν 28000 εμβήκαν εις την Πελοπόννησον, 20000 άλογα της σέλλας και 30000 αλογομούλαρα φορτηγά και 500 καμήλια. Όλα αυτά έμειναν εις την Πελοπόννησον, θησαυρούς και άρματα ωραία τα πήραν οι Έλληνες”.

Κλείνοντας παραθέτω ένα απόσπασμα δημοτικού τραγουδιού που αναφέρεται στη μάχη και την καταστροφή του Δράμαλη

” Στα Δερβενάκια κείτονται κορμιά χωρίς κεφάλια,

στρώμα ΄χουνε τη μαύρη γης, προσκέφαλο την πέτρα

κι έχουνε για παπλώματα τους πάγους και τα χιόνια.

Κι όσοι διαβάτες κι αν περνούν στέκουν και τα ρωτάνε:

κορμιά πού΄ν΄τα κεφάλια σας, κορμιά πού τ΄άρματά σας;

-Οι κλέφτες μας τα πήρανε, οι Κολοκοτρωναίοι,

το κρίμα να΄χει ο Δράμαλης, τ΄ανάθεμα ο σουλτάνος.

Μας έστειλαν μεσ΄το Μωριά τους κλέφτες να βαρούμε.

Εδώ κλέφτες δεν ηύραμε, ευρήκαμε λιοντάρια.

Στα δόντια σούρνουν το σπαθί, στα χέρια το ντουφέκι…”


Υ.Γ.: αυτό με τα “κορμιά χωρίς κεφάλια”, θα επαναληφθεί και στο εγγύς μέλλον

όσο για τα όρνια που συγκεντρώθηκαν στην περιοχή για να τραφούν απ΄τις σάρκες των νεκρών, ανθρώπων κυρίως, και ζώων, ας θυμηθούμε λιγάκι την αποκάλυψη, κεφάλαιο 19, στίχοι 17-21:

17 Καὶ εἶδον ἕνα ἄγγελον ἑστῶτα ἐν τῷ ἡλίῳ, καὶ ἔκραξεν ἐν φωνῇ μεγάλῃ λέγων πᾶσι τοῖς ὀρνέοις τοῖς πετομένοις ἐν μεσουρανήματι· δεῦτε συνάχθητε εἰς τὸ δεῖπνον τὸ μέγα τοῦ Θεοῦ,

17 Και είδα έναν άγγελο να στέκεται μέσα στον ήλιο· και έκραξε με δυνατή φωνή, λέγοντας προς όλα τα όρνεα που πετούν στο μέσον του ουρανού: Ελάτε, και συγκεντρώνεστε στο δείπνο του μεγάλου Θεού

18 ἵνα φάγητε σάρκας βασιλέων καὶ σάρκας χιλιάρχων καὶ σάρκας ἰσχυρῶν καὶ σάρκας ἵππων καὶ τῶν καθημένων ἐπ’ αὐτῶν, καὶ σάρκας πάντων ἐλευθέρων τε καὶ δούλων, μικρῶν τε καὶ μεγάλων.

18 για να φάτε σάρκες βασιλιάδων, και σάρκες χιλιάρχων, και σάρκες ισχυρών, και σάρκες αλόγων, κι εκείνων που κάθονται επάνω σ’ αυτά, και σάρκες όλων των ελεύθερων και των δούλων, και μικρών και μεγάλων.

19 Καὶ εἶδον τὸ θηρίον καὶ τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ τὰ στρατεύματα αὐτῶν συνηγμένα ποιῆσαι τὸν πόλεμον μετὰ τοῦ καθημένου ἐπί τοῦ ἵππου καὶ μετὰ τοῦ στρατεύματος αὐτοῦ.

19 Και είδα το θηρίο και τους βασιλιάδες της γης, και τα στρατεύματά τους συγκεντρωμένα, για να κάνουν πόλεμο μ’ αυτόν που είναι επάνω στο άλογο, και με το στράτευμά του.

20 καὶ ἐπιάσθη τὸ θηρίον καὶ ὁ μετ’ αὐτοῦ ψευδοπροφήτης ὁ ποιήσας τὰ σημεῖα ἐνώπιον αὐτοῦ, ἐν οἷς ἐπλάνησε τοὺς λαβόντας τὸ χάραγμα τοῦ θηρίου καὶ τοὺς προσκυνοῦντας τῇ εἰκόνι αὐτοῦ· ζῶντες ἐβλήθησαν οἱ δύο εἰς τὴν λίμνην τοῦ πυρὸς τὴν καιομένην ἐν θείῳ.

20 Και το θηρίο πιάστηκε, και μαζί μ’ αυτό ο ψευδοπροφήτης, ο οποίος έκανε τα σημεία μπροστά του, με τα οποία πλάνησε αυτούς που πήραν το χάραγμα του θηρίου, κι αυτούς που προσκυνούσαν την εικόνα του· και οι δυο ρίχτηκαν ζωντανοί στη λίμνη της φωτιάς, που καίει με θειάφι.

21 καὶ οἱ λοιποὶ ἀπεκτάνθησαν ἐν τῇ ῥομφαίᾳ τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ ἵππου, τῇ ἐξελθούσῃ ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ· καὶ πάντα τὰ ὄρνεα ἐχορτάσθησαν ἐκ τῶν σαρκῶν αὐτῶν.

21 Και οι υπόλοιποι φονεύθηκαν με τη ρομφαία του καθήμενου επάνω στο άλογο, η οποία έβγαινε από το στόμα Του· και όλα τα όρνεα χόρτασαν από τις σάρκες τους.

φυσικά, μπορείτε να απολαύσετε το παραπάνω απόσπασμα με σχολιασμό του Δημοσθένη Λιακόπουλου, στον τόμο 26 των “Γιατί και πως ζουν ανάμεσά μας”,”Αποκάλυψη τώρα” σελίδες 171- 174, όπως και ολόκληρη την Αποκάλυψη βεβαίως.

(ασήμαντος)

photo eurokinissi

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Σχετικά άρθρα:

loading...
loading...