1974: Πως μία ψευδής είδηση οδήγησε στη σφαγή στα περβόλια της Πέρτζιενας

«Ήταν Σάββατο 17 Αυγούστου του 1974

όταν μεταδόθηκε από το ΡΙΚ η ανακοίνωση που καλούσε τους αστυνομικούς να επιστρέψουν στον αστυνομικό σταθμό του Αγίου Μέμνονα.

Καλούσε ακόμα και δημόσιους υπαλλήλους να επιστρέψουν στην περιοχή…. Προχωρήσαμε, λοιπόν, με πολλά άλλα αυτοκίνητα προς την Κάτω Δερύνεια και από εκεί προς το Βαρώσι. Είδαμε ένα τεθωρακισμένο που κινείτο προς τη Δερύνεια και δικαιολογημένα το εκαταλάβαμε σαν δικό μας» αφηγείται μεταξύ άλλων ο Αντωνάκης Γρηγορίου στο βιβλίο του Μιχάλη Πουμπουρή, Οδυνηρές Εμπειρίες (1974)

Αφού οι αστυνομικοί θα επιστρέψουν γιατί όχι και οι πολίτες;

Τη 17η Αυγούστου το ελεγχόμενο ακόμα από τις πραξικοπηματικές δυνάμεις ΡΙΚ μεταδίδει μια «ενδιαφέρουσα είδηση» σύμφωνα με την οποία ο αστυνομικός σταθμός που βρισκόταν στην περιοχή της Τεχνικής Σχολής του Βαρωσιού , όπως και οι νότιες περιοχές της πόλης είναι ελεύθερες, γεγονός που έδινε την εντύπωση ότι όλη η νότια πλευρά από τις «Πολυκατοικίες» μέχρι τη Δερύνεια ήταν ελεύθερη. Η είδηση μάλιστα ήταν ανακοίνωση της Αστυνομίας και καλούσε τους αστυνομικούς να επιστρέψουν στο πόστο τους.

Αφού λοιπόν οι αστυνομικοί θα επέστρεφαν γιατί όχι και οι πολίτες; Έτσι εκατοντάδες Βαρωσιώτες πήραν το δρόμο της επιστροφής στη γη τους σχηματίζοντας ουρά αυτοκινήτων για να επιστρέψουν στο Βαρώσι. Έλαβαν μάλιστα και τις διαβεβαιώσεις των στρατιωτικών οι οποίοι βρίσκονταν συγκεντρωμένοι στο οίκημα των Εθνικόφρονων Σωματείων και του φυλακίου της Δερύνειας ότι το μισό Βαρώσι είναι ελεύθερο και η επιστροφή είναι ασφαλής. Η πολυπόθητη όμως επιστροφή εξελίχθηκε σε τραγωδία αφού στο δρόμο για το Βαρώσι και αφού η αυτοκινητοπομπή διογκώθηκε, πάνοπλοι Τούρκοι στρατιώτες και άρματα περικύλωσαν και αιχμαλώτισαν εκατοντάδες άτομα. Μάλιστα μερικοί οδηγήθηκαν στο «περβόλι της Πέρτζιενας» όπου εκτελέστηκαν ενώ στη συνέχεια αφέθηκαν ελεύθεροι μόνοι οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά. Εκατοντάδες άλλοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι από τους οποίους πολλοί δεν επέστρεψαν ποτέ.

«Ελουρκάσαν να παν στο Βαρώσι»

«Τίποτε δεν σταματούσε τους Βαρωσιώτες που επιχείρησαν να επιστρέψουν» εξηγεί στον «Φ» ο τέως βουλευτής του ΑΚΕΛ Μιχάλης Πουμπουρής αναφερόμενος στα γεγονότα της Πέτρζιενας. Δυο μέρες μετά την κατάληψη της Αμμοχώστου ανέφερε ο κ. Πουμπουρής , το πρωινό ραδιόφωνο του ΡΙΚ μετέδωσε μια είδηση η οποία έλεγε κατά λέξη «Καλούνται οι αστυνομικοί του σταθμού Πολυκατοικιών Αμμοχώστου να επιστρέψουν εις την θέσην τους διότι είναι ελεύθερη η περιοχή». Δεν μεταδόθηκε μόνο μία φορά θυμάται ο κ. Πουμπουρής ενώ τίποτα δεν σταματούσε τους Βαρωσιώτες να επιστρέψουν.

«Περίπου μια χιλιάδα Βαρωσιώτες από όλα τα μέρη από τη Λεμεσό από την Ορμήδεια, ενθουσιάστηκαν ότι άνοιξε το Βαρώσι και αφού καλεί τους αστυνομικούς να επιστρέψουν σημαίνει ότι η νότια πλευρά της περιοχής είναι ελεύθερη. Αφού μεταδόθηκε η είδηση από το ΡΙΚ, σε ελάχιστο χρόνο οι Βαρωσιώτες πήραν των δρόμο της επιστροφής. Ελουρκάσαν να παν στο Βαρώσι». Ο ίδιος, στέλεχος του ΑΚΕΛ Αμμοχώστου τότε, θυμάται ότι το πρωινό της 17ης Αυγούστου συνάντησε αρκετούς γνωστούς του Βαρωσιώτες τους οποίους προσπαθούσε να πείσει να μην επιστρέψουν και να περιμένουν την επιβεβαίωση της είδησης από τα Ηνωμένα Έθνη, τονίζοντας τους ότι κάτι τέτοιο θα ήταν ιδιαίτερα ριψοκίνδυνο. Αρκετοί πρόσφυγες συμφώνησαν. Υπήρξαν όμως και αρκετοί που δεν συμφώνησαν, μεταξύ αυτών και ο γαμπρός του Ανδρέας Ζήνωνος.

«Τους έπαιρναν πίσω από τον καλαμιώνα και τους εκτελούσαν»

Ο Ανδρέας Ζήνωνος περιγράφει μεταξύ άλλων στο βιβλίο του Μιχάλη Πουμπουρή . «Όταν μας ανέκοψαν τα τεθωρακισμένα στο ενδιάμεσο Δερύνειας- Βαρωσιού, κατάλαβα ότι την πάθαμε άσχημα. Μας οδήγησαν στο περβόλι της Πέρτζιενας και μας λήστεψαν. Ότι είχαμε πάνω μας ρολόγια, χρήματα και άλλα αντικείμενα μας τα πήραν. Υπολογίζω ότι όλοι ήμασταν γύρω στα εξακόσια με εφτακόσια πρόσωπα. Εκεί σκότωσαν κάποιους Τους έπαιρναν πίσω από τον καλαμιώνα και τους εκτελούσαν… Με πρόσεξε ένας αξιωματικός. Ήρθε στη σειρά των ηλικιωμένων, με κτύπησε με αγριότητα και με έσπρωξε στη σειρά των νέων. Όταν όμως ο αξιωματικός αυτός ασχολείτο με άλλες ομάδες κρατουμένων, ήρθε κοντά μου ένας νεαρός Τουρκοκύπριος, που υπήρξε μαθητευόμενος οικοδόμος κοντά μου όταν έκτιζα οικοδομές στο Βαρώσι, με πήρε από το χέρι και με οδήγησε και πάλι στη σειρά των ηλικιωμένων. Κατάλαβα ότι η ανθρωπιά φαίνεται κυρίως στις δύσκολες στιγμές. Όταν, κατά τις 2 μ.μ άφησαν ελεύθερους τους ηλικιωμένους ήμουν ο πρώτος που έφθασα τρέχοντας στο Φρέναρος».

«Τρέχοντας μέσα από τα δέντρα άκουγα συνεχώς πυροβολισμούς, κλάματα και ουρλιαχτά»

Ο νεότερος μάρτυρας της «επιστροφής του θανάτου στα Βαρώσια» ήταν ο 12χρονος τότε, Άλκης Πιερίδης, ο οποίος έφυγε με την αδελφή του Χρυστάλλα από την Κάτω Δερύνεια όταν έγινε η δεύτερη εισβολή και ήταν ένα από τα 17 πρόσωπα που μπήκαν στο αυτοκίνητο του πατέρα του γαμπρού του και πήραν το δρόμο για το Βαρώσι. «Όταν μας συνέλαβαν οι Τούρκοι και μας πήραν στην Κάτω Δερύνεια, είχα την έμμονη ιδέα ότι έπρεπε να επιχειρήσουμε να φύγουμε από την πίσω πλευρά προς τη Δερύνεια. Όμως δεν συμφωνούσαν οι μεγάλοι γιατί φοβόντουσαν πως θα μας σκότωναν… Μείναμε λοιπόν στο σπίτι της αδελφής μου, και την 21η του Αυγούστου μας έβγαλαν έξω, εκτός από την αδελφή μου και τις δυο κόρες του Σάββα Παρασκευά. Μας είπαν ότι θα μας σκοτώσουν. Πρώτα μας πήραν εκατό περίπου μέτρα μακριά από το σπίτι… Όταν μας έπαιρναν για να μας σκοτώσουν, πίστευα ότι μπορούσα να γλιτώσω. Σκεφτόμουν ότι μπορώ να τους ξεγελάσω και να φύγω. Μας οδήγησαν λοιπόν 200 μέτρα προς τα βορειοανατολικά. Φτάσαμε σε ένα περβόλι κάποιου Δερυνειώτη που είχε δεξαμενή… Ήταν δυο ένοπλοι στρατιώτες. Ο ένας από την Τουρκία και ο άλλος Τουρκοκύπριος που ήξερε ελληνικά. Τους ρωτήσαμε που μας πάνε. Η απάντηση ήταν «θα σας σκοτώσουμε όλους». Κάποιος ρώτησε: «Μα θα σκοτώσετε αυτά τα μωρά;» «Μα εσείς σκοτώσατε τα μωρά στην Αλόα» ήταν η απάντηση. ‘Ήμασταν όλοι 13 πρόσωπα. Εφτά παιδιά ηλικίας τριών μέχρι δεκατριών χρόνων και έξι ενήλικες. Όπλισαν τα όπλα τους και διέταξαν τη Σωτήρα και τη Χριστίνα να προχωρήσουν μπροστά για να τις σκοτώσουν.

Τα μωρά είχαν αγκαλιαστεί και έκλαιγαν. Μόλις έπεσε ο πρώτος πυροβολισμός και είδα τη Σωτήρα, την αδελφή του γαμπρού μου να γέρνει προς το έδαφος άρχισα να τρέχω προς τη Δερύνεια, καλυπτόμενος από τα δέντρα. Τρέχοντας μέσα από τα δέντρα άκουγα συνεχώς πυροβολισμούς, κλάματα και ουρλιαχτά.

Σε λίγο έφτασα στη Δερύνεια και ακολούθως πήγα στο χωριό Σωτήρα» αφηγείται στον Μιχάλη Πουμπουρή. Ο Άλκης Πιερίδης θα αφηγηθεί τον Αύγουστο του 1990 στους δημοσιογράφους του ΡΙΚ τα φρικτά εγκλήματα που είδε σε αυτή την «επιστροφή θανάτου» στο Βαρώσι.

Οι μαρτυρίες όσων έζησαν την θηριωδία και την εκδικητική μανία των τουρκικών στρατευμάτων επιχειρώντας να επιστρέψουν πίσω στα σπίτια τους στο Βαρώσι, σοκάρουν. Όπως περιγράφει στο βιβλίο του ο κ. Πουμπουρής ένα ακόμα πρόσωπο που γλίτωσε ήταν η Χριστίνα Λιασίδου, η οποία τραυματίστηκε από τους πρώτους πυροβολισμούς και παρέμεινε στο έδαφος μέχρι που έφυγαν οι τούρκοι στρατιώτες, νομιζόμενοι ότι ήταν νεκρή. Παρόλο που είχε χάσει αρκετό αίμα, κατόρθωσε να φτάσει στις ελεύθερες περιοχές και να σωθεί.

«20 επιβεβαιωμένοι νεκροί ο απολογισμός της επιστροφής του θανάτου»

Ο κ. Πουμπουρής εξηγεί στον «Φ» ότι με βάση το Φάκελο της Κύπρου όπου αναγράφονται οι σκοτωμένοι στα περβόλια της Πέρτζιενας ανέρχονται στους 20. Μεταξύ αυτών και η πολυμελής οικογένεια Γιωρκαλλή η οποία μετρά δώδεκα αγνοούμενους.

«Βαρύτατες οι ευθύνες- Ατιμώρητο το έγκλημα»

Στο βιβλίο του κ. Πουμπουρή περιλαμβάνονται και άλλες μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα τραγικά γεγονότα της «Πέρτζιενας» οι οποίες όπως ανέφερε στον «Φ» ο κ. Πουμπουρής έχουν δυο παραμέτρους. Από τη μία ο λόγος που έσπρωξε εκατοντάδες Βαρωσιώτες τη 17η Αυγούστου του 1974 να επιστρέψουν ήταν η είδηση που μετέδωσε το ΡΙΚ και από την άλλη οι βαρύτατες ευθύνες των αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς οι οποίοι βρίσκονταν στο φυλάκιο της Δερύνειας και δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να μην οδηγηθούν οι Βαρωσιώτες στην παγίδα του θανάτου.

Μέχρι και σήμερα, λέει ο κ. Πουμπουρής, είναι άγνωστος ο ακριβής αριθμός των ανθρώπων που επιχείρησαν να επιστρέψουν στη γη τους εκείνη τη μέρα. Ούτε ο ακριβής αριθμός των ανθρώπων που πιάστηκαν αιχμάλωτοι και δεν επέστρεψαν ποτέ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι πρόκειται για μια τραγωδία, αποτέλεσμα εγκληματικής ανευθυνότητας.

Ένα έγκλημα το οποίο, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, αποσιωπήθηκε και μέχρι σήμερα παραμένει ατιμώρητο.

(philenews)

Σχετικά άρθρα:

loading...
Close Menu