Η Αθήνα του 17ου αιώνα…

Ένα από τα σπανιότερα περιηγητικά βιβλία που αναφέρονταν στην Ελλάδα ήταν εκείνο που είχε τυπωθεί στο Λούγδουνο της Γαλλίας το 1674.

Τρία αντίτυπά του μόνο είναι γνωστά. Το πρώτο βρίσκεται στη Βρετανική Βιβλιοθήκη του Λονδίνου, το δεύτερο στη Βιβλιοθήκη της Ζυρίχης και το τρίτο στη μικρή Βιβλιοθήκη της πόλης που εκδόθηκε.

Το βιβλίο αυτό είχε τον μακροσκελή τίτλο: “Εξιστόρηση της Παρούσης Κατάστασης της Πόλης των Αθηνών, Αρχαίας Πρωτεύουσας της Ελλάδας, Χτισμένης πριν από 3.000 Χρόνια”.

Την εξιστόρηση αυτή είχε στείλει από τη Σμύρνη ο Καθολικός ιερέας πατήρ Μπομπέν στον συνάδελφό του αββά Πεκοΐλ, εφημέριο της εκκλησίας του Αγίου Ιουστίνου στο Λούγδουνο και χρονολογείται από τις 8 Οκτωβρίου του 1672. Σταχυολογώντας, ο πατήρ Μπομπέν αναφέρει τα εξής:

“Υπάρχει μια ένδοξη πόλη, που μπορεί να ονομαστεί ο οφθαλμός και ο ήλιος της Ελλάδας και η οποία καυχιόταν άλλοτε πως ήταν η πιο ανεπτυγμένη πόλη όλης της οικουμένης, αφού οι κάτοικοί της θεωρούσαν βάρβαρους, αμαθείς και αγρίους τους κατοίκους των άλλων χωρών. Μπορείτε να βρείτε πολλά βιβλία που περιγράφουν σημαντικές πόλεις, όπως τη Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη και τα Ιεροσόλυμα, μα δε γνωρίζω άλλο βιβλίο που να περιγράφει την πόλη των Αθηνών μετά τον Παυσανία και άλλους αρχαίους συγγραφείς.

Η τοποθεσία της πόλης αυτής επάνω σε λόφο είναι θαυμάσια, μέσα σε μια εκτεταμένη πεδιάδα, γεμάτη ελαιώνες και αμπέλια και γι’ αυτό, άλλωστε, η Αθήνα είναι αφιερωμένη στη θεά Αθηνά και όχι στον Ποσειδώνα. Οι θεμελιωτές της προτίμησαν, λοιπόν, να έχουν λαό καλλιεργητή παρά θαλασσινό.

Η μεγάλη πεδιάδα των Αθηνών αποτελεί το κέντρο ενός αμφιθεάτρου, που σχηματίζεται από τα όρη του Υμηττού, του Κιθαιρώνα, του Πεντελικού και άλλων μικρών βουνών, γεμάτων από δέντρα και διάφορα θεραπευτικά βότανα, που αρωματίζουν θεσπέσια τον αέρα και δίνουν στις μέλισσες τροφή για να θησαυρίζουν το καλύτερο μέλι του κόσμου, το φημισμένο μέλι του Υμηττού.

Στην κορυφή του Υμηττού δε βλέπει πια κανείς σήμερα το μεγαλοπρεπές άγαλμα του Διός. Ούτε επάνω στην Πάρνηθα τα αγάλματα του Θησέα, του Ποσειδώνα, αλλά ούτε επί του Κολωνού το άγαλμα του Οιδίποδα. Ο χρόνος και οι επιδρομές τα εξαφάνισαν”.

Ο συγγραφέας μιλούσε ακόμη και για το εξαιρετικό και υγιεινό κλίμα των Αθηνών, χάρις στο οποίο, ενώ η πανούκλα συχνά επισκεπτόταν τις γειτονικές πόλεις των Θηβών και της Χαλκίδας, δεν τολμούσε να εισβάλει στην Αθήνα, αλλά σταματούσε στα περίχωρα.

Επίσης, περιέγραφε το λιμάνι του Πειραιά, που το θεωρούσε μεγαλύτερο σε μάκρος και φάρδος από το λιμάνι της Μασσαλίας. Υπήρχαν εκεί τα ίχνη ενός αρχαίου φρουρίου και το αποκαλούσε “Λιμένα του Λέοντος”, καθώς την άκρη του λιμανιού κοσμούσε ένα περίτεχνο μεγάλο μαρμάρινο λιοντάρι. Επεσήμανε κατόπιν ότι, καθώς μας πληροφορούσε ο Παυσανίας, το λιμάνι αυτό κατασκευάστηκε από τον Θεμιστοκλή και ονομάστηκε Πειραιεύς από τον Πλούταρχο.

Γύρω στο 3.000 π.Χ, ο Βασιλιάς των Αθηνών Κέκροπας κατασκεύασε έναν μακρύ περιφερειακό δρόμο με τείχη, που τα θεμέλιά του φαίνονταν ακόμα. Από τον Πειραιά μπορούσε να εισέλθει κανείς στην πόλη των Αθηνών, περνώντας κάτω από μια από τις πολλές πύλες της, για παράδειγμα από την Πύλη του Αιγέως, των Αχαρνών, της Διομείας, της Ιτωνιάδος κ.λπ.

Ο πατήρ Μπομπέν συνέχιζε την περιγραφή του:

“Στην πόλη αυτή των εξαίσιων αρχαίων μνημείων βαδίζει κανείς μέσα σε στενούς δρόμους και συναντά φτωχά σπιτάκια, χτισμένα με μάρμαρα των αρχαίων ερειπίων. Μία μονάχα σημαντική βρύση υπάρχει, με κομψά ανάγλυφα στα μάρμαρά της και νομίζω ότι αυτή είναι και η αρχαία κρήνη που αναφέρει ο Παυσανίας.

Μα, δεν είδα κοντά της ούτε το άγαλμα του Βάκχου, αλλά ούτε και τον Ναό της Δήμητρας ή της Περσεφόνης, που υπήρχαν άλλοτε τον καιρό του Παυσανία. Η κρήνη αυτή ονομαζόταν “Εννεάκρουνος” και ο Πεισίστρατος την είχε στολίσει με θεσπέσια αγάλματα και αριστοτεχνικές συμβολικές παραστάσεις. Ο Θουκυδίδης αποκαλούσε την κρήνη αυτή “Καλλιρρόη”.

Παρακάτω, ο πατήρ Μπομπέν ανέφερε τις εκκλησίες, όσες σώζονταν ακόμη, καθώς τις υπόλοιπες τις είχαν μεταβάλλει οι Τούρκοι σε τζαμιά. Η μεγαλύτερη εκκλησία που είδε ήταν η λεγόμενη “Καθολικό”. Ήταν η Μητρόπολη, όπου ο Έλληνας Αρχιεπίσκοπος είχε τον θρόνο του.

Ο Αρχιεπίσκοπος κατοικούσε σ’ ένα σπίτι χτισμένο στα αρχαία θεμέλια του σπιτιού του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Κοντά βρισκόταν μια παλαιότατη μικρή εκκλησούλα, που οι τοίχοι της κοσμούνταν με αγιογραφίες και πλάι της δέσποζε το “Πηγάδι του Αγίου Παύλου”. Ονομαζόταν έτσι, γιατί μέσα στο πηγάδι αυτό κρύφτηκε για 24 ώρες ο Απόστολος Παύλος, όταν τον κυνηγούσαν οι εχθροί του για να τον σκοτώσουν, επειδή είχε προσηλυτίσει στον Χριστιανισμό τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη.

“Οι Καθολικοί των Αθηνών δεν είχαν παρά μόνο μια εκκλησία, εκείνη των Καπουκίνων. Λεγόταν ότι στα θεμέλιά της βρέθηκε ένα άγαλμα της Παναγίας, που βαστούσε τον Χριστό. Το άγαλμα τούτο το κατέστρεψε ο Έλληνας Αρχιεπίσκοπος, από φόβο μήπως οι Λατίνοι το χρησιμοποιούσαν ως επιχείρημα ότι παλαιότερα οι Έλληνες παραδέχονταν τη λατρεία των αγαλμάτων στις εκκλησίες τους”.

Ο Μπομπέν περιέγραφε στη συνέχεια και τις αρχαιότητες των Αθηνών, αρχίζοντας από το Θησείο και λέγοντας ότι τον ναό αυτό οι Χριστιανοί τον μετέτρεψαν σε εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, αλλά οι Τούρκοι τους εμπόδιζαν να κάνουν λειτουργίες εκεί, γιατί το Θησείο βρισκόταν έξω από την πόλη και ο Πασάς δεν επέτρεπε συγκεντρώσεις των υπόδουλων Ελλήνων μακριά από τα μάτια του. Οι Τούρκοι υποψιάζονταν πάντοτε εξέγερση των Αθηναίων, από την οποία στο τέλος δε γλίτωσαν.

Ο ρασοφόρος περιηγητής περιέγραφε το εκθαμβωτικό εσωτερικό του Θησείου, λεπτολογώντας για την ωραία Ζωφόρο του, που παρίστανε τη μάχη των Κενταύρων και των Λαπίθων, καθώς και τη μάχη των Αθηναίων και των Αμαζόνων.

Πενήντα βήματα πέρα από το Θησείο, στεκόταν ένα μαρμάρινο λιοντάρι, μεγαλύτερο και από ψηλό άλογο. Λένε ότι παλιά χρησίμευε ως βρύση και το αποκαλούσαν “Κρηνοφύλακα”.

Από τα τεμένη των Οθωμανών, ο Μπομπέν ξεχώριζε τον… Παρθενώνα! Έλεγε γι’ αυτόν ότι κατά την αρχαιότητα ήταν ναός της Αθηνάς, θεάς της Σοφίας, επί Χριστιανών ελεύθερων έγινε ναός της Αγίας Σοφίας του Θεού και επί Τουρκοκρατίας έγινε τζαμί του Μωάμεθ. Ο Μπομπέν ονόμασε τον Παρθενώνα “Θαύμα του Κόσμου”.

Αξίζει να σημειωθεί πως όταν ο Μπομπέν επισκέφτηκε τον Παρθενώνα, δεν είχε καταστραφεί ακόμη από τον Φραγκίσκο Μοροζίνι. Ο βομβαρδισμός του δυστυχώς συντελέστηκε δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 1687.


Ο Μπομπέν έγραφε επίσης πως κάτω από τα τείχη της Ακρόπολης έβλεπε κανείς τα ερείπια του Αρείου Πάγου, δηλαδή τους τοίχους και τα παράθυρα που διατηρούσαν απείραχτη την ωραιότητά τους. Περιέγραφε γλαφυρά την Πύλη του Αδριανού και τον Φανό του Δημοσθένους, ο οποίος τότε σωζόταν ολόκληρος και ατόφιος. Στο κτίριο αυτό, μάλιστα, αποτραβήχτηκε ο σπουδαίος αυτός ρήτορας της αρχαιότητας, αφού πρώτα ξύρισε το γένια και τα μαλλιά του, για να αναγκάσει τον εαυτό του να μείνει απομονωμένος, να μελετήσει και να αποκτήσει τις βαθύτερες γνώσεις της Φιλοσοφίας και της Ρητορικής.

Περιγράφοντας τον Φανό του Δημοσθένους, ισχυρίζεται πως χρησίμευσε και ως ναός και επειδή κάθε νύχτα ο ρήτορας άναβε πάντοτε μεγάλους λύχνους που φώτιζαν τριγύρω, ονομάστηκε τελικά Φανός. Ίσως, όμως, και από το σχήμα του, που ήταν όμοιο με φανάρι.

Ύστερα, περιέγραφε και τον Ναό του Αιόλου και έλεγε ότι στην αρχιτεκτονική του έμοιαζε λίγο με τους αρχαίους ναούς των Αιγυπτίων. Θαύμαζε τον Ναό του Ολυμπίου Διός και τα Ανάκτορα του Αδριανού.

Στον Ιλισσό είδε μια πανέμορφη γέφυρα και από τα μεγάλα της τόξα συμπέρανε ότι το ρυάκι αυτό θα έπρεπε να ήταν άλλοτε ένας τρανός ποταμός.

Πέρα από τον Ιλισσό, διέκρινε ένα μικρό αμφιθέατρο. Από εκεί, ανεβαίνοντας σε απόσταση μισού μόλις σταδίου, απάντησε πανώριους ευωδιαστούς κήπους με τον μεγαλοπρεπή Ναό της Αφροδίτης, όπως τον περιέγραφε ο Παυσανίας και όπου βρισκόταν κάποτε το αξιοθαύμαστο άγαλμα της θεάς του Έρωτα. Εκεί κοντά είδε και τον πύργο, που χρησίμευσε παλαιότερα ως Ακαδημία του Πλάτωνος.

Εν τούτοις, ο πατήρ Μπομπέν διαπίστωσε έκπληκτος πως η Ρητορική και η Φιλοσοφία δεν είχαν χαθεί ολότελα από την έκπαγλη αρχαία αυτή πόλη των Αθηνών. Συνομίλησε με τον σοφό Αθηναίο Δημήτριο Μπενιζέλο, που είχε σπουδάσει Φιλοσοφία στη Βενετία και ζούσε, παραδίδοντας μαθήματα στις περιφημότερες οικογένειες και εντυπωσιάστηκε.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 20/12/1934…

Από strangepress, ΦΩΤΟ unsplash

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •