• Αρχική
  • Άρθρα
  • Η αυξανόμενη ζήτηση για ποιοτικά προϊόντα διατροφής στις ΗΠΑ δίνει ευκαιρίες για εξαγωγές προϊόντων μεσογειακής διατροφής από ελληνικές επιχειρήσεις

Η αυξανόμενη ζήτηση για ποιοτικά προϊόντα διατροφής στις ΗΠΑ δίνει ευκαιρίες για εξαγωγές προϊόντων μεσογειακής διατροφής από ελληνικές επιχειρήσεις

H τάση της ζήτησης για ποιοτικά προϊόντα υγιεινής διατροφής στις ΗΠΑ είναι αυξητική και αποτελεί ευκαιρία για ελληνικές επιχειρήσεις προϊόντων μεσογειακής διατροφής, να δοκιμάσουν, να εξάγουν στην αμερικανική αγορά, δήλωσε ο ελληνοαμερικανός πρόεδρος της "Specialty Food Association", Φιλ Καφαράκης (Phil Kafarakis), προσερχόμενος σε εκδήλωση στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή.

“Οι ελληνικές εταιρίες, επειδή έχουν προϊόντα μεσογειακής διατροφής, έχουν μεγάλες ευκαιρίες να μπουν σε αυτή την αγορά, στις ΗΠΑ. Αυτή η αγορά προϊόντων υψηλής ποιότητας και διατροφικής αξίας είναι κάπου 140 δισεκατομμύρια δολάρια και μεγαλώνει κάθε χρόνο, με ρυθμούς ανόδου από 18% με 20%. Ενώ, για τα άλλα είδη διατροφής, ευρείας κατανάλωσης, η ζήτηση είναι σταθερή, δεν αυξάνεται” είπε ο κ. Καφαράκης και πρόσθεσε: “Το πιο ωραίο, σε αυτή την εποχή, είναι ότι και η πιο μικρή εταιρία μπορεί να βρει θέση σε αυτή την αγορά. Γιατί η αγορά δεν είναι μία μόνο, έχει διαβαθμίσεις. Και μπορείς να μπεις με τα προϊόντα σου σε ένα σούπερ μάρκετ, σε ένα χωριό, με πέντε έξι καταστήματα και να κάνεις εκεί καλές δουλειές. Και αυτό είναι ένα πρώτο βήμα για να αρχίσεις να επεκτείνεσαι στην αγορά. Όμως όλες οι εταιρίες πρέπει να δημιουργήσουν μια βάση, να εντοπίσουν το κοινό τους, αυτό στο οποίο θα απευθύνονται με τα προϊόντα τους”.

Ο κ. Καφαράκης είναι από τα σημαντικότερα στελέχη της βιομηχανίας τροφίμων και πρόεδρος της “Specialty Food Association (SFA)” καθώς και αρωγός της συμμετοχής ελληνικών εταιρειών στην έκθεση διατροφής “Fancy Food Show”, όπου εκτός από προβολή, οι εταιρίες μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε δικτύωση και συμβουλευτική για τα επόμενα βήματά τους στην αγορά των ΗΠΑ, σε αυτόν τον τομέα. Ο κ. Καφαράκης, υπογράμμισε ότι η αμερικανική αγορά αυτή την εποχή προσφέρεται για επιχειρήσεις – μπουτίκ του αγροτοδιατροφικού κλάδου, που παράγουν και εμπορεύονται ποιοτικά προϊόντα διατροφής, όπως, ελαιόλαδο, μέλι, τσάι, ξηρούς καρπούς, φρούτα και τέτοιες εταιρίες, όπως είπε, υπάρχουν αρκετές στην Ελλάδα.

“Οι καταναλωτές στις ΗΠΑ έχουν αντιληφθεί πάρα πολύ γρήγορα την αξία της μεσογειακής διατροφής. Το ελαιόλαδο, που το κατανάλωναν τρεις, τέσσερεις φορές το χρόνο, τώρα το καταναλώνουν συχνά. Αλλά το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουν ακόμη πολλές παραστάσεις σύγκρισης, μεταξύ ενός καλού, ποιοτικού, γνήσιου ελαιολάδου και ενός λιγότερου καλού λαδιού. Ας πούμε, δεν είναι εύκολο να αντιληφθούν πως γίνεται να παίρνουν ένα λάδι από άλλη χώρα που είναι σαν … νερό και να το πληρώνουν δύο, τρία δολάρια και να παίρνουν ένα υπέροχο ελληνικό ελαιόλαδο, που όμως δεν μπορούν να το αξιολογήσουν αμέσως γευστικά λόγω της ιδιαίτερης γεύσης του και αυτό να κοστίζει οκτώ δολάρια… Είναι και ένα ζήτημα, πως θα γίνει αυτή η μεταμόρφωση στις συνήθειες του καταναλωτή”.

Ο κ. Καφαράκης τόνισε ότι ήδη μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται και έχουν παρουσία στην αγορά των ΗΠΑ, αλλά και μικρότερες μπορούν, επίσης να δοκιμάσουν ξεκινώντας και από μικρότερες πόλεις. Είναι απαραίτητες ασφαλώς οι ενδείξεις ποιότητας, όπως και να έχουν πιστοποιήσεις από το USDA, ενώ οι διαδικασίες για να αποκτηθούν αυτά τα έγγραφα είναι πιο εύκολες, όπως είπε, εάν υπάρχουν εταίροι που μπορούν να βοηθήσουν με τις διατυπώσεις.

“Έρχονται πολλές εταιρίες από την Ελλάδα και όχι μόνο και από χώρες της Ευρώπης και θέλουν να μπουν στην αγορά των ΗΠΑ. Οι ποιότητες και τα προϊόντα είναι υπέροχα, αλλά το πρόβλημα είναι ότι δεν καταλαβαίνουν σε ποιο δίκτυο μπορούν να μπουν. Είναι, επίσης, η ιστορία του προϊόντος, από τι υλικό είναι φτιαγμένο, τα συστατικά του, από πού προέρχεται αυτό, αν έχει πιστοποιήσεις, αν προκαλεί κάποια αλλεργία και πρέπει να επισημανθεί, σε τι σε ωφελεί, όλα αυτά είναι πια σημαντικά στις ΗΠΑ” είπε ο κ. Καφαράκης και συνέχισε: “Η Αμερική δεν είναι πια αυτή που ήταν τη δεκαετία του ’60, υπάρχει ισπανόφωνος πληθυσμός, υπάρχει μουσουλμανικός πληθυσμός, όλα αυτά είναι σημαντικά και πρέπει να τα πάρει κανείς υπόψη του. Το άλλο που πρέπει να γίνει αντιληπτό είναι ότι με την τεχνολογία που υπάρχει μπορείς να μπει κανείς στην αγορά πολύ πιο γρήγορα από ότι παλιά. Έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια η επιχειρηματικότητα. Σημαντικό είναι, επίσης, η εταιρία να δημιουργήσει το κοινό της, να καλλιεργήσει την εμπιστοσύνη στο προϊόν, την σχέση μεταξύ εταιρίας και καταναλωτή”.

Την εκδήλωση διοργάνωσαν στη Θεσσαλονίκη, ο οργανισμός Endeavor, η πρεσβεία και το γενικό προξενείο των Η.Π.Α. στη Θεσσαλονίκη, η Αμερικανική Γεωργική Σχολή, και το πρόγραμμα “Νέα Γεωργία για τη Νέα Γενιά” στο αμφιθέατρο του νέου κτιρίου “Αλίκη Περρωτή” της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής, ενώ παραβρέθηκε ο γενικός πρόξενος των ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη, Gregory W. Pfleger, ο πρόεδρος της ΑΓΣ Πάνος Κανέλλης, διδάσκοντες, υπεύθυνοι του προγράμματος, κ.α.

Το πρόγραμμα “Νέα Γεωργία για τη Νέα Γενιά” χρηματοδοτείται από το Ίδρυμα “Σταύρος Νιάρχος” και υλοποιείται με τον συντονισμό του Πανεπιστημίου Rutgers του Νιου Τζέρσεϋ και με τη συνεργασία του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής στη Θεσσαλονίκη. Όπως ανέφερε η εκπρόσωπος του πανεπιστημίου Rutgers, Έφη Λαζαρίδου, o προϋπολογισμός του προγράμματος είναι 28 εκατομμύρια δολάρια σε βάθος τετραετίας και αποσκοπεί στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και της απασχόλησης των νέων στον αγροτοδιατροφικό κλάδο, με δράσεις εκπαίδευσης, συμβουλευτική, υποστήριξη καινοτόμων δράσεων, στήριξη της επιχειρηματικότητας, κ.α.

(φώτο: Pexels)