Όταν μια ορχήστρα από τη Θεσσαλονίκη καλείται να εμφανιστεί στην Elbphilharmonie του Αμβούργου, σε μία από τις πλέον απαιτητικές αίθουσες παγκοσμίως, το ερώτημα δεν είναι απλώς πού παίζει, αλλά ποια είναι. Ποια διαδρομή την έφερε έως εδώ και τι ιστορία κουβαλά κάθε νότα.
Πρόκειται για την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, η οποία, τρεις μήνες πριν, στάθηκε στη Χρυσή Αίθουσα του Musikverein της Βιέννης, έναν χώρο-σύμβολο για κάθε συμφωνικό σύνολο. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες εμφανίσεις, αλλά για έναν κύκλο διεθνών παρουσιών των τελευταίων ετών, που περιλάμβανε επίσης συναυλίες σε πρωτεύουσες των Βαλκανίων, στη Ρώμη, καθώς και στο Ταλίν και το Πάρνου της Εσθονίας. Ένα πρόγραμμα που υλοποιήθηκε στο πλαίσιο των «Δράσεων εξωστρέφειας και διεθνοποίησης της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης», με χρηματοδότηση από το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0».
«Η Βιέννη είχε αμέσως συνέχεια: το Αμβούργο», δηλώνει ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΚΟΘ Σίμος Παπάνας. «Είναι η εμβέλεια αυτών των χώρων που ανοίγει άλλες πόρτες. Είδαν το πρόγραμμα της Βιέννης και μια εταιρεία παραγωγής στο Αμβούργο είπε: “το θέλουμε αυτούσιο στην Elbphilharmonie”», προσθέτει, υπογραμμίζοντας ότι η γερμανική εταιρεία επενδύει δεκάδες χιλιάδες ευρώ για τη συγκεκριμένη συναυλία.
Πίσω, όμως, από τη διεθνή αναγνώριση, κρύβεται μια ιστορία που ξεκινά δεκαετίες πριν, σε πολύ διαφορετικές συνθήκες.
Η απαρχή: από το όραμα στην πράξη
Η ιστορία της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης αρχίζει το 1959, σε μια περίοδο κατά την οποία η ανάγκη για τη δημιουργία ενός μόνιμου συμφωνικού συνόλου στην πόλη είχε ήδη ωριμάσει στη συνείδηση πολλών ανθρώπων της μουσικής. Στο πλαίσιο αυτής της συλλογικής αναζήτησης, κομβικό ρόλο διαδραμάτισε ο μουσικολόγος και μαέστρος Σόλων Μιχαηλίδης, ο οποίος κλήθηκε να αναλάβει το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης.
Ο ανιψιός του Μίκης Μιχαηλίδης, που υπηρέτησε αργότερα την Ορχήστρα τόσο ως μουσικός όσο και ως διευθυντής, θυμάται τις αφηγήσεις του θείου του και σημειώνει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων: «Τον Σόλωνα Μιχαηλίδη τον είχε καλέσει η ελληνική κυβέρνηση γύρω στο 1950 να αναλάβει το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Το σκεφτόταν, γιατί, αφού είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Παρίσι, είχε ήδη διαμορφώσει μια σημαντική διαδρομή στην Κύπρο, είχε δημιουργήσει εκεί την πρώτη ορχήστρα και χορωδία, δίδασκε και είχε μαθητές».
Τελικά, αποδέχθηκε την πρόταση, θέτοντας όμως έναν σαφή όρο: η ενίσχυση και η συγκρότηση μιας συμφωνικής ορχήστρας στη Θεσσαλονίκη να αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος του εγχειρήματος. Η κυβέρνηση συμφώνησε και το 1956 ο Σόλων Μιχαηλίδης εγκαταστάθηκε στην πόλη, μια μετακίνηση που -όπως επισημαίνει ο ανιψιός του, υπήρξε κι ένας τρόπος διαφυγής από την πνευματική απομόνωση της Κύπρου, παρά τη διεθνή αναγνώριση που ήδη απολάμβανε.
Η πρώτη μεγάλη συναυλία της νεοσύστατης Συμφωνικής Ορχήστρας Βορείου Ελλάδος στο Βασιλικό Θέατρο αποτέλεσε γεγονός για την πόλη. Το κοινό αγκάλιασε αμέσως την προσπάθεια, αναγνωρίζοντας κάτι που μέχρι τότε έλειπε από τη μουσική ζωή της Θεσσαλονίκης.
Οι άνθρωποι πίσω από τον ήχο και το Παπάφειο, η μήτρα της Ορχήστρας
Η συγκρότηση της Ορχήστρας δεν βασίστηκε μόνο σε επαγγελματίες μουσικούς με τυπικές σπουδές. Αντιθέτως, στηρίχθηκε σε ανθρώπους που είχαν μάθει τη μουσική μέσα από τη ζωή. Ο ίδιος ο Μιχαηλίδης συνήθιζε να επισκέπτεται νυχτερινά μαγαζιά, να ακούει μουσικούς και να τους παροτρύνει να σπουδάσουν. «Έβρισκε έναν καλό φλαουτίστα ή βιολιστή και του έλεγε: “Έλα στο Ωδείο, να σε βοηθήσω”», θυμάται ο ανιψιός του. «Έτσι δημιουργήθηκε ένας πυρήνας εξαιρετικών μουσικών, πολλοί από τους οποίους προέρχονταν από τα ορφανοτροφεία», προσθέτει.
Κομβικό ρόλο σε αυτή την ιστορία έπαιξε το Παπάφειο Ορφανοτροφείο. Από τις αρχές του 20ού αιώνα, το ίδρυμα ανέπτυξε μια σπάνια για την εποχή μουσική παιδεία. Ήδη, από το 1909 διέθετε φιλαρμονική μπάντα, η οποία συμμετείχε ενεργά στη δημόσια ζωή της πόλης και συνόδευσε ακόμη και την είσοδο του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη το 1912.
«Το Παπάφειο δεν ήταν απλώς ένα ίδρυμα. Ήταν ένα σχολείο ζωής», λέει, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο Γιώργος Γράλιστας, ο οποίος έχασε σε μικρή ηλικία τη μητέρα του και έζησε 10 χρόνια στο Παπάφειο Ίδρυμα. Ο ίδιος, σε ηλικία 19 ετών πέρασε με επιτυχία τις εξετάσεις για εισαγωγή στην ΚΟΘ και λίγα χρόνια αργότερα κατέκτησε την κορυφαία θέση στα κόντρα μπάσα, την οποία κατείχε έως τη συνταξιοδότησή του, το 2019.
Από τα θρανία του Παπαφείου αναδείχθηκαν εκατοντάδες μουσικοί, πολλοί εκ των οποίων στελέχωσαν αργότερα τη Συμφωνική Ορχήστρα Βορείου Ελλάδος. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που εργάζονταν την ημέρα και το βράδυ μελετούσαν μουσική, με στόχο να σταθούν κάποτε επαγγελματικά στη σκηνή.
Σημαντική μορφή υπήρξε ο κοντραμπασίστας, θεωρητικός και συνθέτης Εμμανουήλ Αικατερίνης, ο οποίος δίδαξε στο «Παπάφειο» και στο Κρατικό Ωδείο όλα τα πνευστά όργανα, διαμορφώνοντας γενιές μουσικών και συμβάλλοντας καθοριστικά στη συγκρότηση της πρώτης γενιάς της Ορχήστρας. Πολλοί από τους ιδρυτικούς μουσικούς της ΣΟΒΕ υπήρξαν μαθητές του.
«Ο αρχιμουσικός Εμμανουήλ Αικατερίνης ήταν επίσης τρόφιμος, είχαν έρθει με την οικογένειά του μετά το ’22 από την Σμύρνη, μπήκε στο Παπάφειο, έμαθε μουσική, πήγε στο Ωδείο και μετά έγινε βοηθός του καθηγητή μουσικής του Παπαφείου, που ήταν κάποιος στρατιωτικός και μετά τον πόλεμο ανέλαβε αυτός την μπάντα. Μετά το ’50 έγινε και καθηγητής πνευστών οργάνων του Κρατικού Ωδείου», αναφέρει με μεγάλο σεβασμό ο κ. Γράλιστας.
Από τη ΣΟΒΕ στην Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης
Η επιβολή της δικτατορίας δυσχέρανε δραματικά τις συνθήκες για τη μουσική πραγματικότητα. Παρ’ όλα αυτά, ο Σόλων Μιχαηλίδης δεν εγκατέλειψε και ταξίδευε κάθε εβδομάδα αυθημερόν από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα για να πιέζει το Υπουργείο. Το 1969, δέκα χρόνια μετά την ίδρυσή της, η ΣΟΒΕ μετεξελίχθηκε σε Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης. Ήταν, όπως εξηγεί ο Μίκης Μιχαηλίδης, ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστεί η επιβίωσή της και η επαγγελματική αποκατάσταση των μουσικών. «Στην Ελλάδα, ό,τι δεν είναι κρατικό, διαλύεται», του είχε πει ο θείος του, μια φράση που -όπως παραδέχεται, αποδείχθηκε προφητική. Με τη θεσμοθέτηση της ΚΟΘ, οι μουσικοί απέκτησαν σταδιακά μόνιμη εργασιακή σχέση, σε μια εποχή που το επάγγελμα ήταν εξαιρετικά επισφαλές.
Παράλληλα, ο Σόλων Μιχαηλίδης στάθηκε δίπλα στους μουσικούς και σε προσωπικό επίπεδο. «Την περίοδο μετά τη δικτατορία, δεν ήταν λίγες οι φορές που κλήθηκε από τις αρχές να υπογράψει υπεύθυνες δηλώσεις για το “εθνικό φρόνημα” μουσικών, προκειμένου να αποφυλακιστούν», θυμάται χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος ο Μίκης Μιχαηλίδης, που αργότερα ανέλαβε τη διεύθυνσή της, θυμάται τις δυσκολίες, αλλά και τη μεγάλη προσπάθεια ανασυγκρότησης: «Όταν ανέλαβα, υπήρχαν μόλις 35 μόνιμοι μουσικοί. Έπρεπε να φτάσουμε τους 120. Ήταν ζήτημα επιβίωσης». Με διαδοχικές προσλήψεις και με έμφαση στην ποιότητα, η Ορχήστρα ενισχύθηκε και απέκτησε σταθερό κορμό.
Μια διαδρομή που συνεχίζεται
Σήμερα, η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης φέρει μέσα της όλες αυτές τις διαδρομές: των παιδιών των ορφανοτροφείων, των δασκάλων που πίστεψαν στη μουσική ως κοινωνικό λειτούργημα, των μουσικών που επέμειναν κόντρα στις δυσκολίες. Και συνεχίζει να ταξιδεύει, όχι μόνο γεωγραφικά, αλλά και ιστορικά.
Η συναυλία στη Μεγάλη Αίθουσα της Elbphilharmonie θα δοθεί στις 22 Φεβρουαρίου 2026. Την ΚΟΘ θα διευθύνει ο παγκοσμίου φήμης μαέστρος Thomas Sanderling. Με το πρώτο έργο της βραδιάς, τη Σουίτα Αρ. 1 για τα Δωδεκάνησα του Γιάννη Κωνσταντινίδη, θα ταξιδέψουν το κοινό σε ένα ονειρικό μουσικό ταξίδι στα ελληνικά νησιά.
Το πρόγραμμα περιλαμβάνει, επίσης, το δημοφιλές Κοντσέρτο για τσέλο Αρ. 1 του Camille Saint-Saëns, ερμηνευμένο από τον ανερχόμενο τσελίστα Jeremias Fliedl. Το δεύτερο σόλο highlight της βραδιάς είναι ο βιρτουόζος Νίκος Ξανθούλης. Στην αρχαία ελληνική λύρα του, παρουσιάζει την «Μπαλάντα της Εφέσου», το νέο κοντσέρτο για αρχαία λύρα του διάσημου συνθέτη Fazıl Say.
Στο φινάλε θα ακουστεί η εντυπωσιακή Ένατη Συμφωνία του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, ενός από τους σημαντικότερους συνθέτες του 20ού αιώνα, ο οποίος είχε μία ιδιαίτερη καλλιτεχνική φιλία με τον μαέστρο Thomas Sanderling.
(ΑΠΕ -ΜΠΕ / Βαρβάρα Καζαντζίδου / photo: eurokinissi)









