• Αρχική
  • Άρθρα
  • Άρθρα
  • Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κ. Καραμανλής-Ευρωτουρκικές σχέσεις: Oμιλία Άν. Διαμαντοπούλου

Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κ. Καραμανλής-Ευρωτουρκικές σχέσεις: Oμιλία Άν. Διαμαντοπούλου

Η Άννα Διαμαντοπούλου, πρόεδρος του Δικτύου για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και στην Ευρώπη,

πρώην επίτροπος ΕΕ, πρώην υπουργός και μέλος του Ιδρύματος Ζακ Ντελόρ στο Παρίσι, ανέφερε τα εξής στην ομιλία της κατά τη χτεσινοβραδινή εκδήλωση που διοργάνωσε στο ξενοδοχείο Royal Olympic το Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής σε συνεργασία με το European Network of Political Foundations (ENOP) με θέμα «Ευρωτουρκικές σχέσεις και διεύρυνση: Αναζητώντας νέες επιλογές»:

«Το θέμα αυτό δεν έχει αρχή και τέλος, αναλόγως τη οπτικής γωνίας που το βλέπει κανείς και πάντα θα έχει παραλειφθεί κάτι. Ο γεωπολιτικός καμβάς είναι διαφορετικός σήμερα σε όλον τον πλανήτη. Η πολυμέρεια, δηλαδή η λογική των συνεργασιών βρίσκεται σε υποχώρηση και έχουμε άνοδο των “μοναχικών Λύκων”: ΗΠΑ, Ιταλία, Μ. Βρετανία, η Μεγάλη Τουρκία, η Μεγάλη Αλβανία… Επιστρέφουμε σε μια επικίνδυνη περίοδο κατά την οποία η πολυμέρεια μειώνεται. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι η άνοδος της μη φιλελεύθερης δημοκρατίας, διακυβέρνησης. Έχουμε δηλαδή εκλεγμένους ηγέτες οι οποίοι κυβερνούν με αυταρχικό τρόπο, που κυβερνούν κόντρα στη λογική των φιλελεύθερων δημοκρατιών όπως αυτές εξελίχθηκαν μετά τον πόλεμο. Από τον Πούτιν, τον Τραμπ, την Κίνα, μέχρι τον Ερντογάν και στην ΕΕ τον Όρμπαν έχουμε νέες μορφές ηγετών και αυταρχισμό χωρίς λειτουργία δημοκρατικών θεσμών. Τα στοιχεία αυτά αλλάζουν τον τρόπο λειτουργίας των διεθνών σχέσεων το τελευταίο διάστημα», είπε εισαγωγικά η κ. Διαμαντοπούλου.

Αναφερόμενη στην Ευρώπη, σημείωσε ότι «η διεύρυνση της ΕΕ είναι ένα ευρύτερο ζήτημα και το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι αυτό της απόφασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να μην ξεκινήσουν οι ενταξιακές διαδικασίες με την Αλβανία και τη Βόρειο Μακεδονία. Η εύκολη προσέγγιση είναι ότι πρόκειται για μια κακή απόφαση διότι η Ευρώπη πρέπει να προχωρήσει γρήγορα στα Βαλκάνια. Η ανάλυση των δεδομένων βάζει όμως νέα ζητήματα διότι οι δύο αυτές χώρες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Στα βόρεια σύνορά μας όμως έχουμε ένα γεωπολιτικό σκάκι. Η Ρωσία κατεβαίνει, εξαρτά και εξαρτούσε σχεδόν όλες τις χώρες ενεργειακά και ενισχύει συγκεκριμένα κόμματα. Η Κίνα μπαίνει με μεγάλη ορμή αλλά με εμπορικό τρόπο. Οι ΗΠΑ έχουν μια σχετική απόσταση σε σχέση με το παρελθόν, από τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας και η ΕΕ έχει μια γενική αμηχανία. Παραμένει μεν ο μεγαλύτερος δημόσιος επενδυτής, παραμένει η δύναμη που υποστηρίζει τη δημιουργία δημοκρατικών θεσμών στις χώρες αυτές, αλλά η τελευταία απόφαση αποδυνάμωσε το ρόλο της και ουσιαστικά απογοήτευσε όλους τους πολίτες των Δ. Βαλκανίων που πίστευαν ότι οι χώρες τους θα γίνουν μέλη της ΕΕ».

Όπως τόνισε «αυτή η διεύρυνση της ΕΕ στα Δ. Βαλκάνια δεν είναι αντίστοιχη με την συζήτηση για την Τουρκία, διότι έχουν αλλάξει τα δεδομένα για τη δεύτερη. Από την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αλλά και από την αμηχανία για το θέμα της Τουρκίας ανακύπτει το μεγάλο ευρωπαϊκό πρόβλημα, το οποίο είναι η αυτονόμηση των εθνικών πολιτικών στην εξωτερική πολιτική. Έχουμε ομάδες κρατών όπως του Βίσεγκραντ, έχουμε τη Μ. Βρετανία και βέβαια τη μη ύπαρξη του συχνά επικριθέντος και από εμάς, γαλλογερμανικού άξονα έτσι όπως τον ξέραμε -και είτε μας αρέσει είτε όχι ήταν μια σταθερά που οδηγούσε την Ευρώπη. Τώρα βλέπουν οι δύο αυτές χώρες να έχουν άλλο προσανατολισμό. Επίσης 16 ευρωπαϊκές χώρες, έμμεσα ή άμεσα είναι υπέρ του παγώματος της σχέσης με την Τουρκία. Μέρα με τη μέρα αλλάζει και η άποψη της κοινής γνώμης της Ευρώπης για την Τουρκία. Ο αυταρχισμός και η δικτατορική συμπεριφορά του Ερντογάν, η ισλαμοκεντρική πολιτική και τα μεγαλεία περί ηγέτιδας χώρας στον ισλαμικό κόσμο, οι απειλές προς την ΕΕ, ειδικά στο προσφυγικό θέμα, δημιουργούν προβλήματα φόβου και άπωσης στους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς. Το μεταναστευτικό/προσφυγικό είναι ένα ζήτημα το οποίο έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις στο εσωτερικό των χωρών. Όσο και να το θέλουν οι ελίτ, δεν μπορούν να μην το λάβουν υπόψη».

Η κ. Διαμαντοπούλου συνέχισε λέγοντας πως «η ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας υπήρξε μία από τις πιο πολλά υποσχόμενες στρατηγικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρχές της νέας χιλιετίας. H κυριαρχία του ΑΚΡ στις εκλογές του Νοέμβρη του 2002 σήμανε αρχικά μια φιλοευρωπαϊκή αναδιαμόρφωση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Ήμουν τότε επίτροπος, οι διαπραγματεύσεις ήταν πολύ πυκνές και το κλίμα εξαιρετικά θετικό. Γράφτηκαν τότε πολλά άρθρα για το “Ισλαμοδημοκρατικό” κόμμα κατά το “Χριστιανοδημοκρατικό” που θα λειτουργούσε ως παράδειγμα στον μουσουλμανικό κόσμο. Ο Ερντογάν έκανε πολλές και δύσκολες νομοθετικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις για τον εκδημοκρατισμό της χώρας. H κυβερνητική πολιτική στο εσωτερικό της Τουρκίας φαινόταν να στόχευε στη διευκόλυνση της ομαλής πορείας της χώρας προς τις Δυτικές δομές. Μετά, ωστόσο από μια δεκαετία διαπραγματεύσεων, το 2015 η διαδικασία ένταξης πάγωσε, το πλαίσιο συνεργασίας της Τουρκίας με την ΕΕ έγινε αυξανόμενα δυσλειτουργικό ενώ οι εσωτερικές και περιφερειακές εξελίξεις στη γειτονική χώρα καθιστούν τη σχέση της με τη Δύση όλο και περισσότερο προβληματική και επισφαλή, με συνεχείς περιοδικές κρίσεις και διπλωματικές εντάσεις. Ιδιαίτερα μετά το πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016, η Τουρκία μπήκε απότομα σε φάση πλήρους δημοκρατικής αποθεσμοποίησης. Διώξεις και εξολόθρευση των αντιφρονούντων, καταστολή της ελευθερίας του λόγου και Τύπου, φυλάκιση πολιτικών αντιπάλων, εκκαθάριση των κρατικών μηχανισμών».

Τόνισε δε πως «ένα κράτος που επανασχεδιάζεται από τις πολιτικές του ελίτ σε καθαρά αυταρχικό μοντέλο δεν μπορεί ταυτόχρονα να στοχεύει στην τήρηση των κριτηρίων της Κοπεγχάγης, των προενταξιακών δηλαδή κριτηρίων, και στην ένταξή του σε μία φιλελεύθερη ένωση όπως η ΕΕ. Για την Τουρκία, η ένταξη είναι πια ένα μη ζητούμενο. Από την άλλη, η ΕΕ δεν μοιάζει να ενδιαφέρεται για αναζωογόνηση της ενταξιακής διαδικασίας ούτε όμως προχωρά στην οριστική διακοπή της. Πρόκειται για μια αμοιβαία υποκρισία. Βέβαια η Ελλάδα θα πρέπει να είναι η τελευταία χώρα που θα πρέπει να κλείσει την πόρτα στην Τουρκία. Πρέπει να ξέρουμε όμως την πραγματικότητα για να προετοιμαζόμαστε και εμείς. Η αυτονόμηση της Τουρκίας από το 2015 ουσιαστικά είναι μια πολύ καθαρή άρνηση του εξευρωπαϊσμού της».

Η κ. Διαμαντοπούλου υπογράμμισε ότι «οι πρόσφατες αποφάσεις της ΕΕ για την διεύρυνση στα δυτικά Βαλκάνια φέρουν και πάλι στην επιφάνεια μέσα από την κάθε μορφής διεύρυνση το πρόβλημα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Οι εθνικές αυτονομήσεις στην εξωτερική πολιτική κρατών-μελών αλλά και του γαλλογερμανικού άξονα είναι το κυρίαρχο ζήτημα για τις αποφάσεις και τις πολιτικές της ΕΕ και στο θέμα της Τουρκίας. Η ευρωπαϊκή “ατονία” επιτρέπει στην Τουρκία να μετατρέπει το δικό της μεγάλο μεταναστευτικό πρόβλημα σε εργαλείο εκβιασμού της Ευρώπης αλλά και της Ελλάδας. Η Ευρώπη πρέπει να έχει ένα στόχο σχετικά με την Συρία: να επιστρέψουν οι πρόσφυγες και να βοηθηθούν να ανοικοδομήσουν τη χώρα με ευρωπαϊκή και διεθνή βοήθεια. Είναι ένας εφικτός στόχος για την Ευρώπη και υπάρχουν στην ιστορία τέτοια παραδείγματα. Είναι ευγενής, σαφής και λύνει πολλά προβλήματα», ενώ προσέθεσε το εξής: «Τα σύνορα, η τουρκική ακτογραμμή, πρέπει να ελέγχονται από το ΝΑΤΟ αφού η Τουρκία δεν μπορεί να τα ελέγξει. Οι φρεγάτες του ΝΑΤΟ μπορούν να τα περιφρουρούν με τη σύμφωνη γνώμη της Τουρκίας βέβαια».

«Σε κάθε περίπτωση» κατέληξε η κ. Διαμαντοπούλου, «η ενταξιακή διαδικασία (και το συνεχές δίλημμα του αν πρέπει ή όχι να συνεχιστεί) δεν μπορεί πια να λειτουργήσει ως θεσμικό πλαίσιο ανάπτυξης ή διατήρησης των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας. Το μελλοντικό modus operandi μοιραία θα προσδιορίζεται από διμερείς συνεργασίες επί συγκεκριμένων ζητημάτων που εξυπηρετούν εξίσου τα συμφέροντα των δύο πλευρών, σε ένα πλαίσιο οικονομικών και στρατηγικών αμοιβαιοτήτων. Όλες οι συμφωνίες ΕΕ–Τουρκίας πρέπει να είναι αυστηρά μέσα στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου. Είναι ο μόνος τρόπος -το διεθνές δίκαιο και η αυστηρή τήρησή του από όλους- για να αναθεωρήσουμε τον επεκτατικό αναθεωρητισμό της Τουρκίας ο οποίος είναι πλέον σαφής. Σε ένα πλαίσιο το οποίο, μετά την αποστασιοποίηση των ΗΠΑ, χαρακτηρίζεται από νέα γεωπολιτικά δεδομένα, νέους “παίκτες” όπως η Ρωσία και η Κίνα, μια ισχυρή Ευρωπαϊκή Ένωση στην περιοχή σημαίνει κεντρική και συνεκτική ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική. Αυτή είναι η πρόκληση των καιρών».

Α. Πολυχρονάκης ΑΜΕ ΜΠΕ

photo:eurokinissi

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Σχετικά άρθρα:

loading...
loading...