Δηλώσεις Κορκίδη, για το συνταξιοδοτικό

«Η αγωνία της Ευρώπης για τις συντάξεις προκαλείται από το δημογραφικό, αφού η ακτινογραφία των προκλήσεων στην Ευρώπη δείχνει ξεκάθαρα τη γήρανση του πληθυσμού της.

Καλά θα κάνουμε όμως να συνεχίσουμε να σεβόμαστε τη διαδοχή των γενεών και να αναλογιστούμε ότι πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν πάντα άνθρωποι. Αυτές είναι οι αξίες που εκφράζουν τη πλειοψηφία των εμπόρων της χώρας μας και αυτές τις αρχές υπερασπίζεται η ΕΣΕΕ».

Αυτό σημειώνεται σε σχόλιο του προέδρου της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας και του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά, Βασίλη Κορκίδη, ενώ ο ίδιος υπενθυμίζει ότι το Ινστιτούτο Μικρομεσαίων της ΕΣΕΕ εδώ και καιρό εκπονεί μία μελέτη που προσπαθεί να αναλύσει το συνταξιοδοτικό πρόβλημα στην Ελλάδα και να εξετάσει τις πιθανές λύσεις, πάντα όμως, με απόλυτο σεβασμό στη διαδοχή των γενεών.

Στοιχεία που παρατίθενται στη σχετική τοποθέτηση του κ. Κορκίδη:

Το συνταξιοδοτικό έχει επανέλθει στο προσκήνιο στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης. Στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στο Βέλγιο και την Ισπανία χτυπούν καμπανάκια για τα ασφαλιστικά ταμεία, ενώ η μελέτη της HSBC προειδοποιεί ότι το συνταξιοδοτικό εξελίσσεται σε ωρολογιακή βόμβα. Το ζητούμενο είναι η εικόνα που εμφανίζεται στη «γερασμένη» Ευρώπη και πού εντοπίζονται τα κυριότερα προβλήματα. Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες δεν διαθέτουν κάποιο ειδικό απόθεμα, από το οποίο μπορούν να αντλήσουν σε περίπτωση ανάγκης και χρηματοδοτούν τις συντάξεις κάθε χρόνο από τις ασφαλιστικές εισφορές και τα κρατικά έσοδα. Όσο όμως αυξάνεται το ποσοστό των συνταξιούχων στον γενικό πληθυσμό, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η εύρεση των πόρων. Η Ευρώπη έρχεται αντιμέτωπη με ένα δημογραφικό τσουνάμι για τα ασφαλιστικά ταμεία, χωρίς όμως να είναι επαρκώς προετοιμασμένη.

Ο πληθυσμός των συνταξιούχων στην Ευρώπη είναι ήδη ο μεγαλύτερος στον κόσμο και συνεχίζει να αυξάνεται. Η Eurostat υπολογίζει ότι υπάρχουν 42 Ευρωπαίοι άνω των 65 ετών, που έχουν συνταξιοδοτηθεί, για κάθε 100 εργαζομένους, ενώ προβλέπει ότι η αναλογία θα φτάσει στο 65/100 έως το 2060. Εάν επιχειρήσουμε μία σύγκριση με τις ΗΠΑ, θα δούμε ότι σε κάθε 100 εργαζόμενους αντιστοιχούν μόλις 24 συνταξιούχοι άνω των 65 ετών.

Στην ήπειρό μας το προσδόκιμο όριο ζωής ευτυχώς έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες έξι δεκαετίες και το ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας έχει συρρικνωθεί, χάρη στις καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Γεννιούνται όμως πολύ λιγότερα παιδιά. Το ποσοστό γεννήσεων έχει μειωθεί κατά 40% από τη δεκαετία του 1960 σε περίπου 1,6 παιδιά ανά γυναίκα, την ώρα που το προσδόκιμο όριο ζωής, δόξα τω Θεώ, έχει αυξηθεί από τα 69 κοντά στα 80 έτη. Έτσι στην Ένωση των περίπου 512 εκατομμυρίων ανθρώπων, τα παιδιά έως 14 ετών καλύπτουν μόλις το 15,6% του πληθυσμού, ο εν δυνάμει οικονομικά ενεργός πληθυσμός (15 έως 64 ετών) καλύπτει το 64,9% και η τρίτη ηλικία (65 έτη και άνω) το 19,4%. Το υψηλότερο ποσοστό παιδιών έως 14 ετών καταγράφεται στην Ιρλανδία (21,1%) και το χαμηλότερο στη Γερμανία (13,4%). Το ποσοστό των άνω των 65 ετών είναι υψηλότερο στην Ιταλία (22,3%), στην Ελλάδα (21,5%) και τη Γερμανία (21,2%). Το χαμηλότερο το συναντάμε και πάλι στην Ιρλανδία (13,5%). Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η μέση ηλικία ήταν 42,8 έτη το 2017, έχοντας αυξηθεί κατά 4,2 έτη σε σχέση με το 2002, με αρκετές διαφοροποιήσεις βέβαια από χώρα σε χώρα. Στην Ιρλανδία είναι μόλις 36,9 έτη, ενώ στη Γερμανία και την Ιταλία ανεβαίνει στα 45,9 έτη. Αν θέλουμε να συγκρίνουμε το τι συμβαίνει στην Ε.Ε., αρκετά νεανικό πληθυσμό εμφανίζουν τόσο η Αλβανία (35,6 έτη) όσο και η Τουρκία (31,4 έτη), ενώ και στην Ισλανδία η μέση ηλικία είναι στα 36,3 έτη. Αξίζει να σημειώσουμε ότι τη δεκαετία της κρίσης η μέση ηλικία αυξήθηκε κατά 4 ή περισσότερα έτη στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ισπανία, τη Ρουμανία και τη Λιθουανία.

Το ποσοστό εξάρτησης των ηλικιωμένων, που ορίζεται ως το ποσοστό των ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών (που δεν εργάζονται) προς τα άτομα ηλικίας 15-64 ετών (το εργατικό δυναμικό), ήταν 29,9% στην Ε.Ε. το 2017. Τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφονται στο Λουξεμβούργο (20,5%) και την Ιρλανδία (20,7%), ενώ τα υψηλότερα στην Ιταλία (34,8%), Ελλάδα (33,6%) και Φινλανδία (33,2%). Το συνολικό ποσοστό εξάρτησης, δηλαδή το ποσοστό παιδιών και ηλικιωμένων ως προς το εργατικό δυναμικό, ανέρχεται στο 53,9% στην Ε.Ε, με το χαμηλότερο να καταγράφεται στην Ιρλανδία (43,8%) και το υψηλότερο στη Γαλλία (60%). Η ΕΚΤ πρόσφατα έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για το ποσοστό εξάρτησης ηλικιωμένων, ειδικά στην Ευρωζώνη, προβλέποντας ότι εάν δεν υπάρξει αλλαγή της δημογραφικής τάσης, θα εκτιναχθεί από λίγο πάνω από 30% σήμερα στο 52% έως το 2070. Τα ποσοστό εξάρτησης ηλικιωμένων προβλέπεται να αυξηθεί περισσότερο από 35 ποσοστιαίες μονάδες έως το 2070 στην Κύπρο, την Πορτογαλία και τη Σλοβακία. Ποσοστά εξάρτησης πάνω από το 60% προβλέπεται ότι θα έχουν το 2070 επίσης η Ελλάδα και η Ιταλία.

Σύμφωνα με υπολογισμούς της ΕΚΤ, οι συνολικές δημόσιες δαπάνες για τη γήρανση στην Ευρωζώνη θα αυξηθούν ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά 1,1 ποσοστιαία μονάδα έως το 2070. Συγκεκριμένα, από 26% του ΑΕΠ το 2016, θα σκαρφαλώσουν στο 28,2% το 2040, αλλά στη συνέχεια θα υποχωρήσουν και πάλι στο 27,1% του ΑΕΠ έως το 2070. Η δεκαετία του 2040 είναι εκείνη κατά την οποία θα συνταξιοδοτηθεί η γενιά του λεγόμενου «baby boom», γεγονός που εξηγεί και την κορύφωση των δαπανών σε εκείνο το σημείο. Το κόστος της γήρανσης το 2070 θα είναι υψηλότερο στο Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, την Αυστρία και τη Φινλανδία, υπερβαίνοντας το 30% του ΑΕΠ, την ώρα που σε χώρες όπως η Λετονία και η Λιθουανία θα είναι κοντά στο 15%. Συνολικά θα έχει αυξηθεί σε 11 χώρες, θα έχει μείνει εν πολλοίς σταθερό σε τέσσερις και θα υποχωρήσει σε άλλες τέσσερις, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα και η Γαλλία. Οι δαπάνες για τις συντάξεις είναι το μεγαλύτερο μέρος του κόστους γήρανσης, ακολουθούμενες από εκείνες για ιατροφαρμακευτική κάλυψη ηλικιωμένων και άλλου είδους υπηρεσίες φροντίδας. Με τις μνημονιακές χώρες να έχουν βάλει μαχαίρι, αλλά και με αρκετές ακόμη κυβερνήσεις ανά το ευρώ να προχωρούν σε μεταρρυθμίσεις οι δαπάνες για συντάξεις θα αυξηθούν μεν κατά 1,3 ποσοστιαία μονάδα ως ποσοστό του ΑΕΠ έως το 2040, αλλά θα είναι 0,4 μονάδας χαμηλότερες σε σχέση με σήμερα το 2070, στο 11,9% του ΑΕΠ.

Οι ελληνικές προοπτικές έχουν ως εξής: Η Κομισιόν προβλέπει ότι το 2020 οι δημόσιες δαπάνες για τις συντάξεις στη χώρα μας θα έχουν μειωθεί κατά 3,9 μονάδες ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σχέση με το 2016, στο 13,4%. Εκτιμάται ότι το 2040 η δαπάνη θα φτάσει στο 12,9%, ακολουθώντας τη συνολική τάση, αλλά το 2060 θα έχει υποχωρήσει στο 10,3%, όταν η μέση ευρωπαϊκή δαπάνη για συντάξεις θα είναι 11,8%. Προϋπόθεση για τις παραπάνω προβλέψεις είναι να εφαρμοστούν οι μεταρρυθμίσεις που έχουν ανακοινωθεί και να μην ανατραπούν μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί, όπως και ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης να είναι τουλάχιστον 0,8% έως το 2060.

Οι δημογραφικές προοπτικές πάντως δεν είναι καθόλου ευοίωνες. Ο δείκτης γεννητικότητας εκτιμάται σε 1,3 παιδιά ανά γυναίκα σε παραγωγική ηλικία έως το 2060, ενώ ο πληθυσμός της χώρας αναμένεται να μειωθεί σε 7,5 εκατομμύρια. Στην Ελλάδα, όπου οι συντάξεις κόπηκαν 12 φορές κατά την οκταετή περίοδο των μνημονίων, το κόστος προβλέπεται να συνεχίσει να περιορίζεται αισθητά έως και το 2070, παρά τις σοβαρές δημογραφικές προκλήσεις.

Η ασφάλιση στην ΕΕ στηρίζεται λίγο-πολύ σε τρεις πυλώνες: Ο πρώτος είναι τα κρατικά συνταξιοδοτικά σχήματα, τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις είναι pay as you go – PAYG, αναδιανεμητικά (με τους πόρους να ανακατανέμονται από τον ενεργό πληθυσμό, που καταβάλλει εισφορές, στους συνταξιούχους). Ο δεύτερος είναι τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα, τα οποία εμπεριέχουν σχέση εργαζομένων και εργοδοτών και είναι κεφαλαιοποιητικά – ανταποδοτικά. Σε αυτά το κράτος συμβάλλει συνήθως μέσω της παροχής φορολογικών κινήτρων ή με άλλου είδους επιχορήγηση, ενώ συχνά συμμετέχει έως έναν βαθμό στην εποπτεία τους. Ο τρίτος πυλώνας είναι τα ιδιωτικά συστήματα. Ο πρώτος πυλώνας έχει κυρίαρχο ρόλο σε μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ευρώπης, καλύπτοντας ακόμη και πάνω από το 75% του εισοδήματος των συνταξιούχων. Σε ορισμένες χώρες όπως η Βρετανία, η Ιρλανδία και η Ολλανδία υπάρχει μεγαλύτερη ισορροπία μεταξύ των τριών πυλώνων, με τον πρώτο να καλύπτει ποσοστό 30% με 40%. Σε αυτές τις χώρες ο κρατικός πυλώνας καλύπτει ουσιαστικά τις βασικές εισοδηματικές ανάγκες. Είναι το λεγόμενο σύστημα «ελάχιστης κάλυψης». Στα τρία αυτά κράτη, όπως και σε Δανία, Νορβηγία, Σουηδία τα τελευταία χρόνια, έχει σημαντικό ρόλο και η ιδιωτική ασφάλιση σε ατομικό επίπεδο. Αξίζει να εξεταστεί τι ακριβώς ισχύει σε τρεις χώρες που σύμφωνα με τους ειδικούς αντιμετωπίζουν σοβαρές προκλήσεις, την Ιταλία, το Βέλγιο και την Ισπανία, αλλά και στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του ευρώ, Γερμανία και Γαλλία, ώστε να παρθούν στο μέλλον οι σωστές αποφάσεις για όλες τις χώρες της Ε.Ε.

Σχετικά άρθρα:

loading...
Close Menu