Έχοντας διαγράψει μια σημαντική πορεία στο Λονδίνο, το 2003, βρέθηκε μπροστά σ’ ένα σημαντικό προσωπικό και επαγγελματικό σταυροδρόμι. Η επιστροφή του δρ Γιαννού Κοντραφούρη από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ελλάδα, δεν υπήρξε μια αυθόρμητη απόφαση, ήταν το αποτέλεσμα μιας συνειδητοποιημένης διεργασίας που ωρίμαζε επί χρόνια. Ωστόσο, όπως ο ίδιος επισημαίνει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην επιστροφή του 2003 και στη σημερινή συγκυρία, δεν έγκειται μόνο στην οικονομική πραγματικότητα, αλλά και στο θεσμικό πλαίσιο που τη συνοδεύει.
Από την ατομική απόφαση στα θεσμικά κίνητρα
«Η δική μου επιστροφή ήταν μια ατομική διαδρομή, με περιορισμένη θεσμική στήριξη», σημειώνει ο διευθυντής επικοινωνίας δρ Κοντραφούρης και εξηγεί πως «σήμερα, όσοι σκέφτονται να επιστρέψουν έχουν μπροστά τους ένα σαφώς πιο οργανωμένο και υποστηρικτικό περιβάλλον, που αναγνωρίζει ότι το ανθρώπινο κεφάλαιο του εξωτερικού αποτελεί εθνικό πόρο». Έτσι, η μετάβαση από το «Brain Drain» στο «Brain Regain» δεν είναι μόνο ζήτημα συγκυρίας, αλλά και αποτέλεσμα συνειδητής δημόσιας πολιτικής που επιδιώκει να μετατρέψει την επιστροφή σε στρατηγική επιλογή για τη χώρα.
Όπως ο ίδιος επισημαίνει, περιγράφοντας την περίοδο που αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του, «αν επέλεγα να παραμείνω, θα έπρεπε να επαναπροσδιορίσω συνολικά τη ζωή μου, όχι μόνο επαγγελματικά, αλλά και σε επίπεδο προσωπικών επιλογών και προτεραιοτήτων. Η παραμονή θα σήμαινε ένα νέο ξεκίνημα στο ίδιο περιβάλλον. Η επιστροφή, αντίθετα, άνοιγε έναν διαφορετικό κύκλο».
«Δεν άφησα πίσω μια επιτυχία, αλλά μετέφερα την εμπειρία και τη γνώση μου σε ένα νέο κεφάλαιο», τονίζει, περιγράφοντας μια απόφαση που συνδύαζε ρίσκο και ωριμότητα. Τότε, ο επαναπατρισμός αποτελούσε πρωτίστως μια προσωπική επιλογή, χωρίς οργανωμένη κρατική μέριμνα και στοχευμένα κίνητρα. Σήμερα, η ελληνική κυβέρνηση έχει θεσπίσει συγκεκριμένα μέτρα για την προσέλκυση Ελλήνων του εξωτερικού, όπως φορολογικά κίνητρα, διευκολύνσεις για επαγγελματική εγκατάσταση και δράσεις επανασύνδεσης με την εγχώρια αγορά εργασίας.
Η Ελλάδα του 2003 ένα διαφορετικό τοπίο
Η Ελλάδα στην οποία επέστρεψε, ήταν μια χώρα πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, σε μια περίοδο οικονομικής αισιοδοξίας, αλλά με διαφορετικές εργασιακές δομές. Οι έννοιες της κινητικότητας ταλέντου και της αξιοποίησης διεθνούς εμπειρίας δεν είχαν ακόμη ενσωματωθεί πλήρως στην επιχειρηματική κουλτούρα.
«Η προσαρμογή ήταν σχετικά ομαλή, κυρίως χάρη στο οικογενειακό και φιλικό μου περιβάλλον που έσπευσε να λειάνει τα προβλήματα που προφανώς ανέκυψαν», επισημαίνει. Δεν είχε διακόψει ποτέ τους δεσμούς του με την Ελλάδα, ούτε σε προσωπικό ούτε σε επαγγελματικό επίπεδο. «Ωστόσο, η εύρεση εργασίας ως “οικονομικός μετανάστης” δεν ήταν αυτονόητη. Η αξιοποίηση της διεθνούς εμπειρίας δεν ήταν δεδομένη. Χρειάστηκε χρόνος για να μεταφραστεί σε πραγματική προστιθέμενη αξία. Η επαγγελματική ενσωμάτωση δεν έγινε άμεσα, αλλά σταδιακά», εξηγεί.
Από το Brain Drain στο Brain Regain
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η έννοια του Brain Regain δεν αποτελούσε δημόσια στρατηγική, όπως λέει, ήταν κυρίως μια ατομική επιλογή. «Η δική μου επιστροφή ήταν μια προσωπική πορεία», τονίζει, «σήμερα, πολλοί που επιστρέφουν κατανοούν ότι η απόφασή τους είναι σε μεγάλο βαθμό μια ‘εθνική υπόθεση’».
«Μετά την οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας και την εργασιακή αναταραχή που επέφερε η πανδημία, η χώρα αναγκάστηκε να επαναπροσδιορίσει το παραγωγικό της μοντέλο. Η ανάγκη επαναπατρισμού ταλέντου έγινε συνειδητή πολιτική και κοινωνική προτεραιότητα. Δομές υποστήριξης, θεσμικές πρωτοβουλίες και ένα πιο ώριμο οικοσύστημα επιχειρηματικότητας δημιουργούν πλέον διαφορετικές προϋποθέσεις. Όσοι επιστρέφουν σήμερα βρίσκονται ως μέλη μιας πολυπληθούς ομάδας με τη δυνατότητα υποστήριξης από διάφορους φορείς», επισημαίνει. «Αυτό είναι μια νέα πραγματικότητα και βοηθά σε πολλά επίπεδα».
Η εξωστρέφεια ως νέα κανονικότητα
Ο Γιάννος Κοντραφούρης υπογραμμίζει ότι η σημερινή Ελλάδα διαφέρει ουσιαστικά από εκείνη του 2003 καθώς, «οι επιχειρήσεις είναι περισσότερο εξωστρεφείς, οι αγορές πιο ανοιχτές και η διεθνής εμπειρία αντιμετωπίζεται ως στρατηγικό πλεονέκτημα. Η μεγαλύτερη πρόκληση τότε ήταν να χτίσω πάνω στην υπάρχουσα διεθνή μου εμπειρία», αναφέρει και προσθέτει πως, «σήμερα, οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι σε θέση να αναπτύσσουν διεθνή δραστηριότητα και να αξιοποιούν ουσιαστικά τη γνώση στελεχών με διεθνή έκθεση».
Η αλλαγή δεν είναι μόνο οικονομική· είναι βαθιά πολιτισμική. Η νοοτροπία γύρω από τις ευκαιρίες της διεθνούς σκηνής, έχει μετατοπιστεί. Η εμπειρία του εξωτερικού δεν αντιμετωπίζεται ως απόκλιση από τον «εγχώριο κανόνα», αλλά ως συγκριτικό πλεονέκτημα. «Τελικά αξιοποιήθηκε στο έπακρο και η τεχνογνωσία μου και η νοοτροπία που με ακολουθούσε», σημειώνει, αποτιμώντας τη διαδρομή του με ψυχραιμία.
Η επιστροφή ως πράξη προοπτικής
Ο επαναπατρισμός του δρ Κοντραφούρη εντάσσεται σήμερα σε ένα ευρύτερο αφήγημα BrainRegain, που δεν αφορά απλώς τη μετακίνηση ανθρώπων, αλλά τη μεταφορά εμπειρίας, δικτύων και κουλτούρας. Είναι μια πράξη προσωπικής αλλά και συλλογικής επανατοποθέτησης Ελλήνων επαγγελματιών. «Η σημερινή Ελλάδα είναι μια χώρα διαφορετική από εκείνη πριν το 2004. Η βασική διαφορά είναι η εξωστρέφεια και η αλλαγή νοοτροπίας σχετικά με τις ευκαιρίες που προσφέρει η διεθνής σκηνή, αλλά και τα πλεονεκτήματα των εργαζομένων που έχουν εκτεθεί σε αυτή», καταλήγει.
(ΑΠΕ -ΜΠΕ / Αλεξάνδρα Χατζηγεωργίου / photo: pixabay)









