Ξυπνώντας στη σπηλιά του Πλάτωνα

Μέσα στη σπηλιά του Πλάτωνα, γεννήθηκα και μεγάλωσα κι εγώ.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που άνοιξα τα μάτια μου. Καθισμένη στα σκοτεινά, με χέρια δεμένα, στα πόδια είχα αλυσίδες. Δυσδιάκριτα όλα. Σκοτάδι.

Έκανα να γυρίσω το κεφάλι μου. Δεν μπορούσα. Προσπάθησα να μιλήσω. Μονάχα ψίθυρος έβγαινε από τα χείλη μου.

Έκανα να γυρίσω το κεφάλι μου. Μάταιο.

Μόνο τα μάτια μου μπορούσα να κουνήσω. Να δω μέχρι εκεί που επέτρεπε το οπτικό μου πεδίο.

Υπήρχαν κι άλλοι σαν κι εμένα εκεί….παραδομένοι, άλλοι λυπημένοι, άλλοι ανήσυχοι, άλλοι χαρούμενοι, άλλοι τρομαγμένοι. Μπροστά σκιές περπατούσαν, γελούσαν, έπαιζαν, τραγουδούσαν. Δεν βλέπαμε τίποτε άλλο. Κι αυτό νόμιζα πως ήταν ο κόσμος μου, η γη μου, η πατρίδα μου, η ζωή μου.

Οι μέρες περνούσαν, οι μήνες, τα χρόνια περνούσαν. Κι εγώ μεγάλωνα εκεί, δεμένη εκεί. Ανάμεσα σε όλους, μία από όλους…

Ήρθε μια μέρα όμως διαφορετική. Κάποιος έφυγε, βγήκε, μπόρεσε. Είχε δύναμη… γύρισε πίσω. Προσπαθούσε να ξεσηκώσει κι άλλους να πάνε μαζί του. Έφερνε νέα για έναν άλλο κόσμο, όμορφο, φωτεινό. Φώναζε, πως είμαστε φυλακισμένοι μέσα σε μια φυλακή ιδανικά φτιαγμένη για το μυαλό μας, κι ότι η ζωή ήταν αλλού, η πατρίδα μας ήταν αλλού, έξω, έξω από εκεί. Προσπάθησα να σηκωθώ . Δεν μπορούσα.

Ήθελα να τον κοιτάξω, αλλά δεν έφτανε το βλέμμα μου.

Ήθελα να φωνάξω, αλλά δεν έβγαινε η φωνή μου.

Έβλεπα άλλους που τον έβριζαν, του μιλούσαν άσχημα, τον φωνάζαν ψεύτη…Έβλεπα και ανθρώπους που απελευθερωνόταν, κι έφευγαν μαζί του προς την έξοδο.

Κι εκείνος ερχόταν ξανά, και ξανά, και ξανά

Κι έλεγε την αλήθεια ξανά, και ξανά, και ξανά

Ήθελα να φύγω μαζί του.

Δεν έρχεται όμως προς το μέρος μου.. είναι μακριά.

Προσπαθώ να φωνάξω…. Οι σκιές αντιλήφθηκαν την επιθυμία μου και μεγάλωσαν γύρω μου, με πλησίασαν σχεδόν με άγγιξαν…οι φωνές τους κάλυψαν και τη λιγοστή φωνή μου… με πνίγουν…. Με πνίγουν…με πνίγουν οι σκιές……

Μάζεψα όλο το κουράγιο μου, πήρα την πιο βαθιά αναπνοή που πήρα ποτέ στη ζωή μου, κι έβγαλα από μέσα μου μια κραυγή τόσο δυνατή, να φτάσει παντού, να πάει παντού, να με ακούσει…..

Δάκρυα έφευγαν από τα μάτια μου βιαστικά, δάκρυα σαν βροχή, σαν καταιγίδα.. με πήρε το παράπονο… θέλω να φύγω.

Κι εκεί, εκείνη τη στιγμή, ήρθε και σε μένα… ήρθε και η δική μου σειρά..

Η φωνή του, δροσερή σαν ρυάκι, βροντερή, σαν σεισμός….

Ζεστή.. σαν φλόγα…

-Σήκω

-Δεν μπορώ, είπα… είμαι δεμένη…. Όλη μου τη ζωή δεμένη…. Δεν ξέρω να περπατώ…

-Σήκω, μου είπε και με άγγιξε απαλά στον ώμο. Έλα μαζί μου, έξω στο Φως…

Και τότε έγινε το θαύμα… Σηκώθηκα, και τα πόδια μου πατούσαν πιο γερά από ποτέ και το βήμα μου ήταν σίγουρο και σταθερό, σαν να περπατούσα σε όλη μου τη ζωή… Τα χέρια μου απλώθηκαν και έπιασαν τα δικά του χέρια. Ήξερα, πως όπου πήγαινε, θα ήμουν κι εγώ μαζί του.

Στην έξοδο της σπηλιάς με περίμεναν όλοι όσοι πήραν την απόφαση. Και το Φως ήταν τόσο διάχυτο, τόση χαρά, τόση ελευθερία…και οι σκιές δεν είχαν πλέον καμία εξουσία επάνω μας… το σκοτάδι νικήθηκε δια παντός από την Αλήθεια.

Ξύπνησα μέσα στη σπηλιά του Πλάτωνα. Αλλά άκουσα τη φωνή σου.

Και σε ακολουθώ.

ΚΛΑΙΡΗ

photo pexels

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Σχετικά άρθρα:

loading...
loading...