Το χρονικό της σιωπής

"Σώπα εσύ",

από όταν γεννήθηκα, όταν ακόμα έβγαζα κραυγές, άκουγα σώπα εσύ…
Και μεγάλωνα… κι όσο μεγάλωνα, τόσο μεγάλωναν κι οι σιωπές…
Και πήγα σχολείο κι η σιωπή ήταν αναγκαίο αγαθό του μαθητή.
Και έγινα έφηβος, με το αίμα μου να βράζει για εξερεύνηση, αλλά ήρθαν και μου είπαν “σώπα εσύ”, είσαι ακόμα μικρός .
Και φτάνω στην ενηλικίωση γεμάτος καταπιεσμένες σιωπές, τους λέω “αφήστε με να ζήσω όπως θέλω”. Αλλά μου λένε “σώπα εσύ, γιατί αν διαλέξεις άλλον δρόμο θα τα βγάλεις πέρα μόνος”.
Εκεί τα πόδια άρχισαν να τρέμουν και σώπασα.
Πήγα φοιτητής, κουβαλώντας στην πλάτη τσουβάλια γεμάτα πληγές και ήρθε το σύστημα να μου πει “σώπα εσύ”…
Πήγα αριστερά και μου πούλησαν ψεύτικες ελευθερίες και ιδανικά… Μου δώσαν ένα ξύλο στο χέρι με ένα πανί και είπαν τώρα φώναξε να εκτονωθείς.

Αλλά εγώ ήθελα να μιλήσω, όχι να γκρεμίσω…
Πήγα δεξιά και μου δώσαν χαρτιά, σχέδια, κουστούμια, λεφτά, αλλά εγώ ήθελα να μιλήσω για όλα τα ιδανικά και τις ιδέες που είχα μέσα στο μυαλό… Ήθελα να δημιουργήσω με τον δικό μου διαφορετικό τρόπο και μέσω αυτής της δημιουργίας επιτέλους να μιλήσω, να ζω.
Τόσα χρόνια μές στη σιωπή…
Και όλες αυτές οι σιωπές έγιναν αλυσίδες, που με καθήλωσαν με το κεφάλι σκυφτό…

Σώπα μπροστά στον δάσκαλο, μπροστά στον πολιτικό, μπροστά στον παπά, μπροστά στον ηλικιωμένο, μπροστά στο συγγενή, μπροστά στο γονιό, μπροστά στο αφεντικό, μπροστά στον πλούσιο, μπροστά στο φίλο, μπροστά σε όλους και όλα, να σωπαίνω…

Όλα μέσα μου ούρλιαζαν ”πότε θα μιλήσεις εσύ;”
Περνούσαν τα χρόνια σαν νερό, νιώθοντας την σπίθα μέσα μου χρόνο με το χρόνο να φουντώνει.

Και πήγα στην εκκλησία και όταν τους ρώτησα “Τι λέτε ρε παιδιά εδώ; Ποιός είναι αυτός ο Γιαχβέ, που έχετε για Θεό; Σε τι πλάνες με τραβάτε να πιστεύω, να ζώ; Εγώ θέλω να πηγαίνω με τον Χριστό.”

Μου λένε “σώπα, γιατί αλλιώς είσαι αιρετικός και θα πεθάνεις αφορισμένος και μόνος χωρίς Θεό.” …
Και είπα στον δάσκαλο, εγώ ήμουν διαφορετικός, ήθελα να ακούω, να γράφω, να δημιουργώ μουσική, αυτός είπε “θα γινόσουν άχρηστος για την κοινωνία αυτή, γι’ αυτό σώπα, καλά είσαι εσύ” …
Και είπα στον γονιό “γιατί με βασάνιζες, γιατί δεν με βοήθησες, γιατί δεν με άφησες να είμαι ο εαυτός μου;”
Μου είπε “σώπα, εγώ είμαι μεγαλύτερος, ήξερα και ξέρω καλύτερα” …
Και είπα στους πολιτικούς “τι κάνετε βρε παιδιά, την ίδια πατρίδα δεν έχουμε; Γιατί την καταστρέφετε; Εγώ Έλληνας γεννήθηκα και Έλληνας θέλω να πεθάνω, με ένα σταυρό στο λαιμό και τη σημαία φυλαχτό”…
Μου είπαν “σώπα, γιατί γίνεσαι επικίνδυνος, ρατσιστής, εθνικιστής…
Και είπα στον συγγενή, “γιατί δεν σέβεσαι τις επιλογές μου και με κατακρίνεις:”
Μου είπε “σώπα, είσαι πειραγμένος, δεν ξέρεις τι λές και που ζεις”…
Και όταν είπα στο αφεντικό “τι κάνεις, αυτό δεν είναι δουλειά, δεν είναι ηθικό, δεν είναι σωστό, είναι μια τυραννία γεμάτη διακρίσεις” … Μου είπε “σώπα εσύ, γιατί θα μείνεις στην άκρη να ψωμοζείς”…
Και είπα στον φίλο “γιατί κρίνεις την εμφάνιση μου, γιατί κρίνεις την επιλογή μου, γιατί κρίνεις τα πιστεύω μου;” Μου είπε “σώπα και γίνε προοδευτικός, γίνε ίδιος με εμένα γιατί δεν υπάρχουν πιστεύω.”…

Και τα χρόνια περνούσαν γεμάτα σιωπές, μπροστά σε ανθρώπους, που μου τους έκαναν θεούς, και εγώ σαν μηδαμινός θνητός, έπρεπε να σιωπώ και να δηλώνω υπακοή.

Κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό, ήθελα να μιλήσω, να ουρλιάξω, να ακουστεί η φωνή μου ως την άκρη της γης, να τιναχτώ στον αέρα να σκορπίσουν όλες οι σιωπές απ’ τους ώμους, να βγάλω φτερά και με ένα απότομο φτερούγισμα, να κόψω τις αλυσίδες που με κρατούσαν στα χαμηλά, ήθελα μόνο να γίνω ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ…

Τότε, ξαφνικά, από το πουθενά, ήρθε το ΦΩΣ! Μέσα στην απελπισία, όταν τα γόνατα λύγισαν και συνθλίφτηκαν στο έδαφος, όταν τα δόντια έτριζαν από φόβο, όταν η γενναιότητα τρεμόπαιζε σαν το κερί, όταν η φωνή δεν έβγαινε από τα σακατεμένα χείλη, όταν τα μάτια θάμπωσαν, όταν ο χρόνος πάγωσε τη στιγμή, τότε όλα μέσα μου φώναξαν “ΒΟΗΘΕΙΑΑΑΑ μ’ ακούς;”
Τότε ήρθε το ΦΩΣ!
Ελπίδα, ένιωθα τόση μεγάλη ελπίδα και ελευθερία, πιο ελεύθερος από τα πουλιά, πιο ελεύθερος από το αέρα και δάκρυα, πολλά δάκρυα, και μια φράση ζωγραφισμένη στο στόμα.
“Γιατί, γιατί με άφησες τόσα χρόνια μες τη σιωπή και μες τη μάχη; Γιατί, γιατί τόσα χρόνια δεν φώναξες όπως τώρα; Γιατί δεν μου μίλησες, γιατί δεν μου ζήτησες, γιατί δεν μου χτύπησες, γιατί δεν φώναξες το Όνομα Μου ενώ το ήξερες;”
Εκεί σε αυτές τις δύο μικρές λέξεις: Μίλησε μου, ζήτησε μου! Εκεί ακριβώς η ψυχή ξεγυμνώθηκε και βρήκε τη θέση της σε αυτόν τον μάταιο κόσμο …
Χάθηκε το έδαφος, όλα πήραν άλλη μορφή, άλλη τροπή, άλλη υπόσταση και έσπασα σε χίλια κομμάτια, έσπασα και όλα τα κομμάτια μέσα μου άρχισαν να ενώνονται από την αρχή, με άλλα διαφορετικά κομμάτια από πριν..
Και όταν τελείωσε η ανακαίνιση, άνοιξα τα μάτια και είδα τη μόνη αλήθεια, είδα την πραγματική ζωή, είδα να μιλάνε όλα αυτά που ήθελαν τόσο πολύ τόσα χρόνια να μιλήσουν, είδα το ΦΩΣ!

Να μην ξεχνάμε να μιλάμε στον Χριστό!
Ζητήστε το φως, ζητήστε να σας ξεκουράσει, ζητήστε τη βασιλεία των ουρανών, ανοίξτε την πόρτα σας στον Χριστό, αφήστε Τον να μπει μέσα σας, να σας βοηθήσει, να σας δείξει το δρόμο, να σας ανακαινίσει.

«Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή»

Ιησούς Χριστός Νικά ✝️

Σουλιώτισσα

photo pexels