Το ανεξίτηλο μελάνι της Βίας

ΒΙΑ… Τι είναι η βία; Μόλις 3 μικρά κοινά γράμματα, που όμως αφήνουν χαραγμένα τόσα πολλά ανεξίτηλα σημάδια, στην ψυχή, στο μυαλό και στο σώμα.

Είναι αργά την νύχτα και έχω ξαπλώσει για να ξεκουραστώ, ακούγοντας την αγαπημένη μου κλασική μουσική και έτσι αναπάντεχα χάνομαι μέσα στο βάθος της ψυχής μου, βρισκόμενη να περπατώ σε ένα σκοτεινό διάδρομο.

Ξαφνιάζομαι για το πως βρέθηκα εδώ, ούτε που το θυμάμαι αυτό το μέρος, αλλά όπως και να ‘χει περπατάω επιφυλακτική, μέχρι που φτάνω σε μια υγρή σκοτεινή γωνιά, που την χτυπάει λίγο φως από μια σχισμή στον τοίχο.
Την βλέπω να κάθεται στο δάπεδο αμίλητη με λυγισμένα τα γόνατα προς το στήθος της και την ρωτάω.
-Σουλιώτισσα τι κάνεις εδώ κάτω στο υπόγειο μέσα στο σκοτάδι;
-Κρύφτηκα, γιατί φοβάμαι…
-Τι φοβάσαι; Έλα δώσε μου το χέρι σου να ανέβουμε προς τα πάνω.
-Δεν θέλω να έρθω, εδώ αισθάνομαι ασφαλής.
-Μαζί μου θα είσαι ασφαλής, όχι εδώ. Έλα εμπιστεύσου με και πάμε.
-Εμπιστεύσου με; Τόσα χρόνια που ήσουν Σούλη και τώρα μου στέκεσαι εκεί όρθια, με ένα χαμόγελο, λες και δεν συνέβη τίποτα; Πες μου που ήσουν, όταν εγώ πάλευα με τα σκοτάδια κι έχανα. Που ήσουν μέσα στην βιαιότητα των ανθρώπων και της ζωής;
Με χτύπησαν και όχι μόνο μια φορά, γι’αυτό βλέπεις τα πόδια μου μελανιασμένα και το δεξί μου χέρι δεμένο. Ο γύψος είναι, μην απορείς. Είναι ραγισμένο, όπως ραγισμένα είναι και τα δύο αριστερά μου πλευρά. Κοίτα το λαιμό μου, ακόμα φαίνονται τα αποτυπώματα των χεριών του. Θέλεις να βγάλω το άθλιο ρούχο που φοράω; Κοίταξε χαμηλά πόσα ακόμα υπάρχουν, πόσα άφησε αυτός, μέχρι να βρω τη δύναμη να ξεφύγω από αυτή τη σχέση.

-” Κάπως έτσι έχασα το χαμόγελο μου, μέσα σε λίγα λεπτά χάθηκε το χαμόγελο μου και δεν μίλησα ξανά μόνο την άφησα να σας τα διηγηθεί όλα. ”
-Ήμουν ακόμα παιδί όταν ζωγράφισα τον πρώτο παιδικό μου φίλο στον τοίχο του σχολείου και καθόμασταν μαζί και κάναμε σχέδια, λέγαμε ιστορίες, του έλεγα τα παράπονα μου και αυτός με κοιτούσε με τα όμορφα γαλάζια ματάκια του, που έμοιαζαν τόσο πολύ με τα δικά μου. Κάπως έτσι μπήκα στον κόσμο, και ο κόσμος με πέταξε στην άκρη του, και μου έδωσε μια σπρωξιά να πέσω ακόμα ποιο κάτω…
Το αγαπημένο μου μάθημα στο δημοτικό ήταν, όταν λέγαμε για τον Χριστό.

Τον αγαπούσα πολύ τον Χριστό όταν ήμουν μικρή, ακόμα Τον αγαπάω, αλλά Τον έδιωξα από μόνη μου, γιατί φοβόμουν όταν άκουγα συνέχεια: ” Θα σε τιμωρήσει ο Χριστός που δεν κάθεσαι καλά, θα σε τιμωρήσει που δεν τρως το φαγητό σου, θα σε τιμωρήσει που δεν θες να ξυπνήσεις την Κυριακή στις 8 το πρωί για να πας στην εκκλησία, θα σε τιμωρήσει που δεν μιλάς με τα άλλα παιδάκια, αλλά τους φωνάζεις και τα διώχνεις”.

Που να ήξεραν αυτοί πως μου φέρονται εμένα τα άλλα παιδάκια και ότι προσπαθώ να ξεφύγω; Έτσι Τον άφησα τον Χριστό και δεν ξανά είπα τίποτα για Αυτόν, γιατί Τον φοβήθηκα και κάθε φορά που γινόταν κάτι στραβό ένιωθα πως με τιμωρούσε και τόσο δεν Τον ήθελα πια.

Κάθε μέρα περπατούσα ακούγοντας ψιθύρους και σχολιασμούς πίσω από την πλάτη μου για την εμφάνιση μου. Δεν τους άρεσα, λες και εγώ φτιάχτηκα για να τους αρέσω. Νευρίαζα κάθε φορά, αλλά στεναχωριόμουν πολύ περισσότερο. Μια κυρία με πλησίασε στην στάση του λεωφορείου και βάζοντας το χέρι μπροστά στο στόμα της, με μια κίνηση απελπισίας μου είπε: ” Καλά κοπέλα μου πως είσαι έτσι, με τόσα κιλά; ” Τα πρώτα δύο δάκρυα έφυγαν τόσο γρήγορα από τα μάτια μου, που ούτε καν το κατάλαβα, ενώ πνίγηκε η φωνή μου. Ευγενικά θα απαντούσα, αλλά φωνή δεν έβγαινε.

Ήμουν δευτέρα γυμνασίου όταν βρήκα τη συμμαθήτρια μου στις τουαλέτες. Όταν χτύπαγε το τελευταίο κουδούνι ένιωθα επιτέλους το βασανιστήριο να τελειώνει και έτρεχα να φύγω γρήγορα, μη με βρουν στις σκάλες τα παιδιά του λυκείου, γιατί θα με πετούσαν κάτω και θα με περιγελούσαν πάλι, όπως έκαναν κάθε φορά στα διαλείμματα, και δεν υπήρχε πουθενά μέρος για να κρυφτώ. Χτυπάει το κουδούνι και κατεβαίνοντας τα τελευταία σκαλιά, βλέπω τον πιο σκληρό νταή του σχολείου να έρχεται από τον δεξιό διάδρομο. Φεύγω γρήγορα και κρύβομαι μέσα στις τουαλέτες για να περάσει λίγο η ώρα, να αδειάσει το σχολείο και να μπορέσω να φύγω ασφαλής.

Στην αρχή άκουσα το αναφιλητό της. Όταν άνοιξα επιφυλακτικά την πόρτα του μπάνιου την είδα να κάθεται στην λεκάνη κλαίγοντας ασταμάτητα και σκέφτηκα να την αφήσω εκεί, γιατί πολλές φορές ήταν μπροστά στα βασανιστήρια μου, αλλά ποτέ δεν είπε κάτι, ίσα ίσα γελούσε με αυτά που μου κάνανε οι φίλοι της. Γυρίζοντας το κεφάλι να φύγω, είδα τα αίματα να τρέχουν στα πόδια της κάτω από την σκισμένη πλισέ φούστα της. Έκανα ακριβώς ότι μου ζήτησε και κανείς δεν έμαθε ποτέ τίποτα, αλλά εγώ ήξερα την αλήθεια της, χωρίς όμως να μπορέσω να καταλάβω πως αισθάνθηκε στην πραγματικότητα, με τρία άτομα να περνάνε από μέσα της, έτσι ξαφνικά.

Σήμερα έχουμε μεγάλη γιορτή στο σπίτι με λουκούλιο γεύμα με αρκετούς καλεσμένους και πολλά φλας από τις φωτογραφίες που όλη την ώρα τραβάνε οι μικρότεροι. Κατά την διάρκεια της γιορτής, μας φωνάζει όλους η μητέρα μου και κρεμάει στον τοίχο το καινούργιο γυαλιστερό κάδρο και μέσα από το τζάμι φαίνεται το πτυχίο μου από το πανεπιστήμιο. Όλοι το κοιτούν με θαυμασμό και λένε ευχές και σχόλια, ενώ εγώ βλέπω τις αναμνήσεις μου σαν σκιές μέσα από το τζάμι να ουρλιάζουν:
”Είσαι άχρηστη…. Εσύ δεν διορθώνεσαι με τίποτα…Τι θα κάνεις; Μεγαλώνεις! Μια ζωή εμείς θα σε ταΐζουμε; Τι είμαστε εμείς; Είμαστε μήπως οι υπηρέτες σου; Πρέπει να περάσεις στο πανεπιστήμιο, χωρίς ένα χαρτί είσαι ένα τίποτα, δεν θα βρίσκεις δουλειά” και πολλά άλλα τέτοιου είδους, μαζί με βιβλία να φεύγουν στον αέρα, ντοσιέ να προσγειώνονται στο κεφάλι μου και ο χάρακας να μου μετράει τα δάχτυλα όλη την ώρα.

Κάπως έτσι πέρασα στο πανεπιστήμιο που ποτέ δεν ήθελα, ενώ για να το βγάλω ήρθαν καινούργιες οικονομικές απειλές. ” Όσο πληρώνω εγώ θα κάνεις αυτό που θέλω. Θες να φύγεις; Φύγεεεε! Ποιος θα σε μαζέψει νομίζεις για να σε ταΐσει; Ο τζάπας πέθανε. Φύγε, να δω που θα πας χωρίς τίποτα στην τσέπη σου, πήγαινε να γίνεις του δρόμου όπως έγιναν και άλλες άχρηστες σαν εσένα σε αυτή την κοινωνία.” Ένιωθα απελπισμένη και η μόνη λύση ερχόταν μαζί με τον θάνατο που ποτέ δεν κατάφερα να φτάσω, γιατί πάντα ερχόταν μια ακτίνα φωτός μέσα στο σκοτάδι και η ελπίδα με γυρνούσε πάλι πίσω στη βασανισμένη μου ζωή.

Άνθρωποι γυρίζουν ανάμεσά μας γεμάτοι με σημάδια από το ανεξίτηλο μελάνι της βίας. Είναι συνήθως άνθρωποι που δεν μιλάνε πολύ, με χαμηλή αυτοεκτίμηση, με πληγωμένη καρδιά περπατάνε σκυθρωποί ανάμεσά μας, με αλυσίδες να πνίγουν το λαιμό τους για να μην βγαίνει η φωνή τους, παρά μόνο οι ψίθυροι τους, που χάνονται μέσα στην βουή του κόσμου.
-Κατάλαβες τώρα Σούλη μου; Παντού Βία.. Τίποτα δεν μου άφησαν όρθιο. Με ακούς Σούλη μου; Τίποτα όρθιο…

Βίασαν την καρδιά μου, την ψυχή μου, το σώμα μου, το μυαλό μου, τις αναμνήσεις μου, γι’αυτό κι εγώ προσπάθησα να γίνω τιμωρός, να γίνω άσπλαχνη, να γίνω σκληρή σαν την πέτρα. Αλλά όσο και αν αντιμιλούσα, όσο και αν έβριζα, όσο και αν έλεγα θα εκδικηθώ και κατέστρωνα σχέδια, μέσα μου πονούσα, γιατί δεν ήθελα να είμαι έτσι εγώ, δεν ήθελα να είμαι έτσι Σούλη μου.

Μετά από όλα αυτά κουράστηκα πολύ και απελπίστηκα περισσότερο, γιατί δεν έβρισκα συμπαράσταση πουθενά. Ποιός να με καταλάβει εμένα; Ποιός μπορεί άραγε;
Γι’αυτό κρύφτηκα, γι’αυτό κάθομαι εδώ μόνη, στα βάθη της ψυχής μας, για να νιώθω ασφαλής.
Έκλαψα τόσο πολύ, που τα δάκρυα έκαψαν το πρόσωπο μου και τα πόδια μου λύγισαν, αλλά σηκώθηκα, της άπλωσα το τρεμάμενο χέρι μου και της είπα: ” Δώσε μου το χέρι σου, ήρθε η ώρα να φύγουμε.”
-Σου είπα πως δεν μπορώ να φύγω, ακόμα δεν έχεις δει τις σκιές που στριφογυρίζουν και με στοιχειώνουν; Και τι είναι επιτέλους αυτό το έντονο Φως που αρχίζει να με τυφλώνει;
-Έλα Σουλιώτισσα, ήρθε η ώρα να φύγουμε! Συγχώρεσέ με, που σε άφησα μόνη να υποφέρεις και βυθίστηκες μέσα στις σκιές. Συγχώρεσέ με, που δεν ήμουν δίπλα σου να σε στηρίξω, να σε παρηγορήσω. Έλα άνοιξε τα μάτια σου και κοίτα Ποιος είναι Μαζί Μας.

Κάπως έτσι ήρθε το Φως και διαπέρασε μέχρι και το πιο σκοτεινό κομμάτι της ψυχής μου.
Ο Χριστός είναι το Φως του κόσμου. Ο Χριστός θα φωτίσει κάθε σκοτεινή σας γωνιά και θα κλείσει τις μεγαλύτερες πληγές του εαυτού σας. Μόνο με τον Χριστό μπορείτε να βρείτε όλα τα χαμένα κομμάτια σας, να διαλυθούν τα σκοτάδια του παρελθόντος και να ενωθείτε Μαζί Του ξανά, μέσα σε μια φωτεινή ύπαρξη.

Αφήστε τον εαυτό σας να σας μιλήσει για όλα αυτά που τον φοβίζουν, που τον καταπιέζουν και τον στοιχειώνουν. Ακούστε τον και συγχωρέστε τον πρώτα εσείς, ώστε να υπάρχει η αρμονία στην ψυχή σας. Καλέστε τον Χριστό να σας αναπαύσει από τα βίαια βάρη που σας προκάλεσαν, να σας φωτίσει, να σας ολοκληρώσει. Μην το βάζετε κάτω, όσο βίαια και αν σας φέρθηκαν οι άνθρωποι αυτού του κόσμου κι αυτή η ψεύτικη ζωή. Το σώμα σας θα μείνει πίσω, όσο και να πονάει τώρα, μη δίνετε πολύ σημασία , ενώ η ψυχή σας θα γιατρευτεί αμέσως από την Ζεστασιά Του. Την πίστη σας να αγωνίζεστε να κρατήσετε, να μην σας τη βιάσουν, γιατί η πίστη είναι η εμπιστοσύνη μας προς τον Χριστό. Όποιος έχει εμπιστοσύνη στον Χριστό , ο Χριστός δεν θα τον αφήσει ΠΟΤΕ… Με ακούτε; Δεν θα σας αφήσει ΠΟΤΈ… Θα σας κρατήσει από το μικρό σας βασανισμένο χεράκι και θα φύγετε μαζί Του για έναν φωτεινό κόσμο χωρίς βία, χωρίς θλίψη, χωρίς πόνο, χωρίς οδυρμό…
Χριστέ μου δώσε φώτιση και δύναμη στους μαχητές σου για να μπορέσουν να πολεμήσουν την βία αυτού του μάταιου κόσμου, ώστε να καταφέρουν να επιστρέψουν πίσω στην φωτεινή τους πατρίδα!
Γιατί όπου είσαι Εσύ Χριστέ μου, θέλω να είμαι και εγώ…!
Αμήν!

Ματθ. 11,28 Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς.
Αποκ. 21,6 καὶ εἶπέ μοι· γέγονεν. ἐγὼ τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος. ἐγὼ τῷ διψῶντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν.
Ιω14. 1 Μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία· πιστεύετε εἰς τὸν Θεόν, καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε. 2 ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσιν· εἰ δὲ μή, εἶπον ἂν ὑμῖν. πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν· 3 καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ, καὶ ὑμεῖς ἦτε
Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή.

ΙΧΝ ✝️ πάντα και παντού

Σουλιώτισσα / photo unsplash