Στο χείλος της ψευδαίσθησης

Κλαίω για τις αμαρτίες που έκανα… Κλαίω για τις αμαρτίες που δεν μπορώ να ξανακάνω.. Κλαίω γιατί πέφτει η αυλαία και ξεπροβάλει το ψέμα…Ένα ψέμα ζοφερό που περιμένει στην γωνία να σε εξοντώσει.

Νόμιζα πως ο κόσμος ήταν γεμάτος με χρώματα. Γεμάτος με ένα άπλετο Φως της δημιουργίας του Θεού, παντού να μας σκεπάζει και πως μόνο για λίγες ώρες ερχόταν η νύχτα. Είναι σκοτάδι λέγαμε και εγώ μέσα μου ένιωθα έναν αλλιώτικο φόβο χωρίς λόγο, χωρίς να ξέρω, αλλά μετά έφευγε και σημασία μεγαλύτερη δεν έδινα, γιατί μου είχαν μάθει πως ζω στην δημιουργία του Θεού και η ευτυχία ερχόταν σε αυτήν την ζωή με κόπο, από τον συνεχή αγώνα για την απόκτηση των υλικών της αγαθών και συναισθημάτων..

Μου άρεσε η νύχτα, μου άρεσε να μετράω τα αστέρια, να σκέφτομαι έρωτες και να κάνω σχέδια για εμένα για εσένα για εμάς…
Μου άρεσε καθώς χάραζε και οι πρώτες ακτίνες του ήλιου έπεφταν μέσα στα μάτια μου και ένιωθα να φορτίζει η ψυχή μου ενώ στον ουρανό πέρναγαν τα πρώτα πρωινά διαβατάρικα πουλιά… Και εγώ καθόμουν στην κουπαστή του μπαλκονιού μου και ακόμα ονειρευόμουν με τα μάτια ανοιχτά.

Γυρνούσα λίγο τα μάτια και τα χωράφια ήταν πράσινα γεμάτα από δροσοσταλιές και ένα ψιλό αεράκι κουνούσε τα φύλλα των δέντρων…
Να πάγωνε ο χρόνος, να έβλεπα τα νυχτολούλουδα να κλείνουν, όπως κλεινομουν και εγώ μέσα στον εαυτό μου, για να βγουν πέρα οι ώρες που ακολουθούσαν.
Έτσι ήταν το πρωί και μετά γέμιζε η μέρα με ανθρώπους, με δουλειές, με ευθύνες, με τρέξιμο, με κακίες, με διαφωνίες, με ίντριγκες, με γκρίνιες, με κουτσομπολιά. Όλη μέρα το μυαλό δούλευε στο κόκκινο, γιατί πάντα κάτι γινόταν και πάντα κάτι θα γίνεται. Πάντα στο τρέξιμο για να τα προλάβεις όλα, να τους προλάβεις όλους, να γίνεις τα χίλια μικρά κομμάτια για να έχουν όλοι στο τέλος από ένα παράπονο, αλλά να ήταν μόνο ένα, καλά θα ήταν.

Έτσι τις περισσότερες ώρες μάχομαι σε μια άνιση μάχη, δίχως σπαθί, δίχως πανοπλία, ενώ τα βέλη με πετυχαίνουν ίσια στο στήθος. Αν κάποια μέρα τα χτυπήματα ήταν πολλά, έπεφτα κάτω και σερνόμουν ως την γραμμή του τερματισμού σχεδόν μισό πεθαμένη.

Αν η μέρα ήταν καλή δεχόμουν μόνο μαχαιριές στην πλάτη, οι οποίες πολλές φορές βρίσκανε κόκκαλο και πονούσα για καιρό. Έχω και άλλες πληγές βαθιά μέσα στην καρδιά μου, μέσα στην δηλητηριασμένη μου καρδιά. Εδώ έχω πληγές από τους αδερφούς, τους κολλητούς, τους γονιούς και τους αγαπημένους μου. Αχ αυτή η καρδιά μου, κάθε νύχτα χτίζω μέσα της παλάτια, χωριά ολόκληρα και στήνω χορούς και πανηγύρια και βάζω όνειρα λουλουδένια, πολύχρωμα, ατσαλάκωτα να φτερουγίζουν στον αέρα της.

Μέχρι να έρθει το πρωί, να ξυπνήσουν οι άνεμοι, να ξαμοληθούν μανιωδώς απέναντι της, λες και τη δίκασαν για εγκλήματα, που όμως ποτέ δεν έκανε. Έτσι τα ρίχνουν όλα οι άνεμοι τα πρωινά και έρχεται το απόγευμα και κάθομαι πάλι στην κουπαστή να πάρω λίγο οξυγόνο, μετά από το τόσο διοξείδιο.

Πόσο όμορφο είναι το ηλιοβασίλεμα, πόσο με βοηθάει το ηλιοβασίλεμα να τα ξανά χτίσω από την αρχή. Κάθε φορά που ξανά χτίζω σκέφτομαι δεν πειράζει, τώρα θα γίνει καλύτερο, τώρα θα ‘ναι ποιο γερό και θα αντέξει. Έτσι ξεγελούσα τον εαυτό μου τόσα χρόνια, να μην σταματά τα απογεύματα να χτίζει και ας τα γκρεμίζουν οι άνεμοι το πρωί.

Τώρα κλαίω για την ζωή που έζησα και για την ζωή που δεν θα ξαναζήσω. Γιατί μέσα από όλα τα καθημερινά μου βασανιστήρια, έψαχνα και έβρισκα το ένα δευτερόλεπτο ευτυχίας και κλεινόμουν εκεί για σιγουριά. Έλεγα είμαι ευτυχισμένη, είμαι ζωντανή, βασιζόμενη σε αυτό το τόσο δα μικρό ψεύτικο δευτερόλεπτο. Κλαίω γιατί νόμιζα, πως ο κόσμος είχε πάρα πολλά φώτα, με εκατομμύρια χρώματα, αλλά τώρα βλέπω γύρω μου μόνο τις αποχρώσεις του σκότους. Αχ, κλαίω γιατί μετά την γνώση έρχεται η συνειδητοποίηση της ψευτιάς. Χάθηκε το ηλιοβασίλεμα δεν το πρόσεξα ξανά και ο ήλιος το πρωί είναι ο μόνος που κυνηγάω, για να Σε Αισθάνομαι ποιο πολύ μέσα μου.

Αχ Χριστέ μου πόσο δύσκολο βράδυ απόψε, χάθηκαν και τα αστέρια, κρύφτηκε και το φεγγάρι, αλλά εγώ ξέρω, πως ακόμα και αν όλα χαθούν απόψε, Εσύ θα Είσαι γύρω μου και μέσα μου, για τώρα, για μετά, και για πάντα…
Κάπως έτσι χάθηκαν τα εκατομμύρια φώτα από τον κόσμο, που ποτέ όμως δεν υπήρξαν στα αλήθεια. Μας μάθανε να τα βλέπουμε. Μας έμαθαν να νομίζουμε, πως η ζωή είναι γλυκιά και δεν αντέχουμε χωρίς αυτά που προσφέρει. Μας μάθανε να ρίχνουμε ένα σχοινί και να γαντζωνόμαστε σε αυτόν τον μάταιο κόσμο. Καρφώνεται ο γάντζος βαθιά μέσα στην καρδιά σου και πάνω στο σχοινί περπατάνε άνθρωποι, μικρά γλυκά κατοικίδια ζωάκια, πετάνε πολύχρωμα πουλιά, παρέα με πεταλούδες και χτίζονται παλάτια στα πλαϊνά του σχοινιού, ενώ αν κοιτάξεις προς τα πάνω, έρχονται πότε σύννεφα, πότε χιόνι, πότε βροχή και εγώ έχω πάντα κρυμμένη μια ομπρέλα στο μπουφάν μου και την κλείνω όταν έρθει η γαλήνια νύχτα για να δω τα αστέρια.

Γι’αυτό κλαίω για το όμορφο ψέμα που μου έμαθαν να λατρεύω για αλήθεια..
Είναι η καρδιά που δεν μπορεί να αλλάξει εύκολα ρότα, γιατί τα νερά είναι άγνωστα, ο κόσμος φωνάζει πρόσεχε είναι επικίνδυνα, θα πνιγείς. Που αρμενίζεις μεσοπέλαγα μες στην φουρτούνα, δεν βλέπεις πως η βάρκα σου είναι μικρή και τα μικρά βαρκάκια βουλιάζουν εύκολα;

Αλλά εμένα πλέον ο σκοπός μου είναι η απόκτηση του κόσμου του Φωτός και αυτός ο σκοπός είναι Ιερός, γι’ αυτό τους φωνάζω:” Πως θα βρω τον Χριστό μέσα στον κόσμο, αφού ο κόσμος δεν φτιάχτηκε από Αυτόν; ”
Έτσι με βάρκα μου την ελπίδα και για πανιά την λίγη αγάπη που απέμεινε μέσα στην καρδιά μου, ψάχνω να βρω τον δρόμο της Σωτηρίας μου. Ψάχνω για να Σε βρω, γιατί τα Λόγια σου Χριστέ μου, έχουν χαραχτεί στο μυαλό μου και έχουν αποτυπωθεί στην καρδιά μου!
” Εγώ είμαι η Οδός η Αλήθεια και η Ζωή.. ”
” Ο υπομείνας εις τέλος , ούτως σωθήσεται “

Σουλιώτισσα / photo unsplash

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •