Παναγία Προυσιώτισσα

Το μοναστήρι της Παναγίας Προυσιώτισσας, αλλιώς γνωστής ως η κυρά της Ρούμελης, είναι ένα από τα μεγαλύτερα προσκυνήματα της μεγαλόχαρης, αντίστοιχο σε φήμη με αυτό της Σουμελά, της Τήνου ή της Εκατονταπυλιανής στην Πάρο.

Αποτελεί για τους ρουμελιώτες ό,τι και το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά για τους βορειοελλαδίτες, από την άποψη του θρησκευτικού κέντρου. Βρίσκεται σtο νομό Ευρυτανίας και απέχει 36 χιλιόμετρα από το Καρπενήσι.
Στέκει ανάμεσα σε βουνά, την Καλιακούδα και τη Χελιδόνα, με βαθιές χαράδρες, που ρέουν οι παραπόταμοι που καταλήγουν στον Αχελώο,  δύσβατα σημεία και απάτητες κορυφές όπου η οροσειρά της Πίνδου συναντά την αντίστοιχη του Τυμφρηστού, «χοντρικά» να το πούμε όπου η Πίνδος, που αποτελεί την κάθετη ραχοκοκκαλιά της Ελληνικής χερσονήσου,συναντά τη σειρά των βουνών που διατρέχει τη Στερεά, από τα Ακαρνανικά,το Παναιτωλικό, τα Βαρδούσια, τη Γκιώνα και τον Παρνασσό, καταλήγοντας στον Ελικώνα, τον Κιθαιρώνα, την Πάρνηθα και τον Υμηττό. Άγριο και τραχύ τοπίο, μοιάζει μακριά από τον σύγχρονο κόσμο, σχεδόν αποκομμένο από όλους: άλλωστε μέχρι πριν 2 δεκαετίες με στενούς και δύσβατους, ειδικά το χειμώνα, χωματόδρομους μπορούσες να το προσεγγίσεις από την Αιτωλοακαρνανία, και μόνο με έναν ασφαλτοστρωμένο δρόμο από το Καρπενήσι.
Το μοναστήρι είναι φωλιασμένο σε ένα μικρό σπήλαιο σε κάθετο βράχο, σαν αετοφωλιά.Εκείνο τον τόπο διάλεξε για κατοικία της η Μητέρα όλων μας. Πανηγυρίζει στις 23 Αυγούστου, «τα εννιάμερα της Παναγίας», όπως τα λέει ο λαός, την ένατη μέρα μετά την κοίμησή Της, και ημέρα κατά την οποία λέγεται πως βρέθηκε η θαυματουργή εικόνα.

Η εικόνα

Λέγεται από παλιά πως είναι μία από αυτές που αγιογράφισε ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς.
Κρατάει στο αριστερό χέρι το Χριστό, και με το δεξί Τον δείχνει. Ο Χριστός είναι στραμμένος προς το πρόσωπό Της και Την ευλογεί με το δεξί Του χέρι.Είναι επενδεδυμένη με «αργυρόχρυσο πουκάμισο», όπως χαρακτηριστικά έταξε ο Καραϊσκάκης, κατά τη διάρκεια ασθενείας του. Σύμφωνα με τη επιγραφή πάνω στο δεξί ώμο της Παναγίας «Η Παντάνασσα. Δι εξόδων του γενναιοτάτου στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη, χειρί Γεωργίου Καρανίκα, 1824».Τα τρία αστέρια που κοσμούν το μέτωπο και τους ώμους της επένδυσης της εικόνας είναι τα αστέρια – παράσημα της στολής που έφερε ο ήρωας της επανάστασης.

Βρισκόμαστε στα 829 μ.Χ., την εποχή της εικονομαχίας, επί βασιλέως Κωνσταντινουπόλεως Θεοφίλου. Η εν λόγω εικόνα βρίσκεται στην Προύσα της Μικράς Ασίας, όπου ετιμάτο από άρχοντες και απλούς ανθρώπους κι έκανε πολλά θαύματα. Όταν έφτασε η βασιλική διαταγή περί καταστροφής των εικόνων ένας νέος αρχοντικής καταγωγής πήρε την εικόνα για να τη φυγαδεύσει στα μέρη της Ελλάδας και να τη γλιτώσει από τη μανία των εικονομάχων. Φθάνοντας όμως στην Καλλίπολη, έχασε την εικόνα. Καταστενοχωρημένος, γιατί θεώρησε πως έχασε την εικόνα εξαιτίας της αμαρτωλότητάς του, μετά από μέρες συνέχισε το δρόμο του, μη θέλοντας να παραμείνει στα μέρη εκείνα βλέποντας τη βεβήλωση των εικόνων. Έφτασε στη Νέα Πάτρα, τη σημερινή Υπάτη, μαζί με τους υπηρέτες του, όπου κι έχτισε ναό της Αγίας Σοφίας, όπως στην Κωνσταντινούπολη.

Η εύρεση της εικόνας

Ένα βράδυ ένας νεαρός βοσκός, που φυλάει τα ζώα του πατέρα του, ξυπνάει ακούγοντας ύμνους και μελωδίες, και βλέπει ένα μικρό φως απέναντι στο απόκρημνο σημείο και ένα φως να ξεκινά από ΄κει και να υψώνεται στον ουρανό. Στην περιοχή δεν υπάρχει το σημερινό χωριό Προυσός (ή Πυρσός κατά άλλη εκδοχή), ή άλλη παρουσία ανθρώπου, παρά μόνο άγρια ζώα, στα δύσβατα αυτά μέρη. Αναφέρει φοβισμένος το γεγονός στον πατέρα του, που δεν τον πιστεύει. Μετά την επιμονή του νέου το επόμενο βράδυ πατέρας και γιος αντικρύζουν το ίδιο θέαμα. Με άλλους βοσκούς μαζί ξεκινούν για το σημείο. Φτάνοντας με πολύ κόπο στο μικρό σπήλαιο βλέπουν την εικόνα να αστράφτει και να φεγγοβολάει. Χαρούμενοι με το θησαυρό που βρήκαν, προσκύνησαν και άνοιξαν ένα μικρό μονοπάτι, για να πηγαίνουν να ανάβουν ένα καντηλάκι. 

Με τον καιρό τα νέα κυκλοφορούν, και ο νέος που ξεκίνησε από την Προύσα με την εικόνα πήγε κι αυτός μαζί με τους υπηρέτες του να την προσκυνήσει:  την βλέπει και δεν πιστεύει στην τύχη του, βρίσκει αναπάντεχα την εικόνα ξανά!!

Φιλοδωρεί τους βοσκούς, τους ευχαριστεί που τη βρήκαν, και την παίρνει να τη μεταφέρει στην Υπάτη.

Οι βοσκοί λυπήθηκαν για το γεγονός, αλλά ο νέος τους λέει πως εξ αρχής ήταν δική του η εικόνα, η περιοχή είναι ακατάλληλη για να κτιστεί μεγάλος ναός, κάτι που σκοπεύει να φτιάξει στην Υπάτη, και επίσης τους αντάμειψε.

Στο δρόμο κάθισαν να ξεκουραστούν, όταν όμως ξύπνησαν η εικόνα λείπει: το αρχοντόπουλο υποψιάζεται πως οι βοσκοί τους ακολούθησαν και την έκλεψαν και αποφασίζει να γυρίσει πίσω να την πάρει. Σε ένα στενό σημείο του δρόμου κοντά στο ποτάμι ακούει μια φωνή να λέει πως προτιμούσε να μείνει εκεί, στα απόμερα βουνά με απλούς ανθρώπους, διότι εκεί αναπαύεται καλύτερα, και αν επιθυμεί τη σωτηρία του και θέλει να συνεχίσει να την υπηρετεί, να γυρίσει στον τόπο που τη βρήκε.Ήταν μια φωνή που άκουσε μόνο ο ίδιος.

Το σημείο αυτό ονομάστηκε «τύπωμα» και υπάρχουν αποτυπώματα ανθρώπινων πελμάτων κάθετα στο βράχο και μια τρύπα προς την κορυφή του βουνού, στο μέγεθος της εικόνας. Είναι τα ίχνη που έμειναν εκεί, στο πέρασμά Της, και ο δρόμος που άνοιξε για να επιστέψει στην επιλεγμένη περιοχή.
Τότε απελευθέρωσε τους υπηρέτες του, εκτός από έναν που θέλησε να παραμείνει μαζί του, γύρισε στον τόπο που βρήκε την εικόνα, έχτισε ένα μικρό παρεκκλήσι στη σπηλιά κι ένα μικρό κελί για να ησυχάζει. Ένας ιερομόναχος ονόματι Ραφαήλ τους έχρισε μοναχούς, Διονύσιο το αρχοντόπουλο και Τιμόθεο τον υπηρέτη.

Πριν φτάσουμε στο μοναστήρι βρίσκουμε τους 2 πύργους του Καραϊσκάκη, που όμως δε βρίσκονται σε καλή κατάσταση ώστε να είναι επισκέψιμοι για το κοινό. Στο μοναστήρι κατέφευγαν επίσης κι άλλοι ρουμελιώτες οπλαρχηγοί, όπως ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Κατσαντώνης, καθώς η περιοχή είναι κοντά στα Άγραφα και προσφέρει ασφάλεια από τους τούρκους.

Στο μουσείο της μονής εκτίθενται παλιές εικόνες, δισκοπότηρα, σταυροί, άμφια, χειρόγραφα, αλλά και τα όπλα του στρατηγού Καραϊσκάκη, που πολλές φορές φιλοξενήθηκε στη μονή κυρίως όταν μετάβαινε εκεί για να αναρρώσει από την ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε. Επίσης τα τελευταία χρόνια έχουν μεταφέρει κι ένα κομμάτι βράχου με ένα αποτύπωμα των βημάτων  της Παναγίας από τη θέση «τύπωμα».

Ο σημερινός ναός χρονολογείται απ΄το 1754, ενώ στο εσωτερικό του βράχου υπάρχουν τοιχογραφίες του 13ου αιώνα.

Το σημερινό ρολόι παλαιότερα χρησίμευε ως κωδωνοστάσιο, η θέα από ΄κει είναι εντυπωσιακή, όπως και απ΄το δρόμο στο απέναντι βουνό που οδηγεί προς κοντινά χωριά, ενώ στη βάση του λόφου υπάρχει το κτίσμα που λειτούργησε η «σχολή ελληνικών γραμμάτων» από το 1818 ως το 1828.

Θαύματα

Αναρίθμητα τα θύματα της Μεγαλόχαρης, επωνύμως καταγεγραμμένα από τον 18ο αιώνα ως και τις μέρες μας, που αφορούν θεραπεία ασθενειών και παραλύτων, δαιμονισμένους που απελευθερώθηκαν απ΄το μαρτύριό τους, τεκνοποίηση, απελευθέρωση αιχμαλώτων που είχαν συλληφθεί από ληστές ή αλλόθρησκους, σωτηρία ανθρώπων που σε δύσκολες στιγμές ή ατυχήματα επικαλέστηκαν το όνομά Της, ξέχωρα απ΄όσα δεν έφτασαν στις μέρες μας: ας μην ξεχνάμε πως τότε οι άνθρωποι δεν είχαν τις σημερινές ευκολίες και τα περισσότερα διαδιδόταν από στόμα σε στόμα. Πολλά από αυτά συνέβησαν μπροστά σε πλήθος πιστών που είχαν συρρεύσει στον ιερό χώρο.

Ας δούμε ενδεικτικά μερικά:

Κατά τη διάρκεια της εορτής του μοναστηριού, σε διάφορες χρονιές, λόγω πολυκοσμίας σπρώχθηκαν απ΄το πλήθος μικρά παιδιά ή μητέρες με τα παιδιά τους κι έπεσαν στο γκρεμό, που όπως θα δείτε και στις εικόνες είναι ένα φοβερό χάος. Κατεβαίνοντας κάποιοι μετά από ώρα, ακολουθώντας τη ρεματιά, για να μαζέψουν τα απομεινάρια τους, βρήκαν τα παιδιά να παίζουν σώα, ή τη μητέρα να θηλάζει το μωρό της, σε μια περίπτωση το 1799, αλλά και σε μια ακόμη. Κατά τον ίδιο τρόπο στη θέση «τύπωμα» ένα ζώο που κατρακύλησε στο χάος κουβαλώντας ένα παιδί, βρέθηκε να βόσκει δίπλα στο ποτάμι και το παιδί να παίζει. Η επίκληση του ονόματός Της από τους ίδιους ή από άλλους παρευρισκομένους, αλλά και η ευσπλαχνία Της, τους έσωσαν.

Κάποτε στο «τύπωμα» έτυχε να περνούν αγαρηνοί και χριστιανοί, οι δεύτεροι προσκυνούν ενώ ένας αγαρηνός βλαστήμισε τα Θεία και τη Θεοτόκο, μια πέτρα μικρή,σαν καρύδι, κύλησε και τον χτύπησε στο κεφάλι, σκοτώνοντάς τον ακαριαία. Όλοι έμειναν έκπληκτοι, οι μεν τρομοκρατημένοι, οι δε δοξάζοντας την Παναγία.

Στο ίδιο μέρος, αντίστοιχο σκηνικό, 27 Φεβρουαρίου 1808, μόνο που ο αρβανίτης Νταούτ, βλέποντας τους χριστιανούς να προσκυνούν φωνάζει: «κοίτα οι ρωμιοί  προσκυνούν και τα λιθάρια», και αφού πέρασαν, για να ατιμάσει τον τόπο, θέλησε να κάνει εκεί την ανάγκη του. Ένας αόρατος άνθρωπος άρχισε να τον χτυπά, εκείνος τράβηξε το σπαθί του και τουφέκισε, αλλά φυσικά δεν πέτυχε κάτι: εκείνος συνέχισε να τον δέρνει τον έριξε κάτω, τον μαστίγωσε και τον έσυρε προς το ποτάμι. Εκεί τον άφησε κι έφυγε. Οι υπόλοιποι σύντροφοι του βλάσφημου και οι χριστιανοί ακούγοντας την τουφεκιά στάθηκαν και περίμεναν.

Μετά από λίγο έφτασε κατάκοπος και τους διηγήθηκε τί έπαθε. Φτάνοντας στο  μοναστήρι τα διηγήθηκαν στους πατέρες, ο βλάσφημος παρέμεινε να αναρρώσει, κατάλαβε το λάθος του, σηκώθηκε μετά από μέρες απ΄το κρεβάτι, και με τρόμο μπήκε στο ναό και ζήτησε συγχώρεση για το σφάλμα του.

Πάλι στο «τύπωμα», ένας εβραίος πηγαίνοντας προς το Βραχώρι (το σημερινό Αγρίνιο) ακούει μια φωνή να του φωνάζει «θεοκτόνε, θεοκτόνε!» και βλέπει πέτρες να πέφτουν προς το μέρος του. Κατατρομαγμένος, αποφασίζει να μετανοήσει και να βαπτιστεί.Πράγματι βαπτίζεται στη Μυρτιά και αναχωρεί για το Άγιο Όρος, όπου γίνεται μοναχός, ονόματι Ιωσήφ.

Πέμπτη 29 Ιουλίου 1764, οι μάστορες που σκάβουν το βράχο για να φτιάξουν στέρνα για να έχουν το νερό που χρειάζονταν, στο διάλειμμα για φαγητό παραπονιούνται πως είναι δύσκολο εγχείρημα, έχουν κουραστεί και η πέτρα δε σπάει εύκολα. Ένα παιδί που τους βοηθάει τους λέει πως είδε μια γυναίκα στον ύπνο του και του είπε να χτυπήσουν στο βράχο δεξιά, θα βγει νερό. Οι άλλοι το αποπαίρνουν κι αυτό ντροπιασμένο σηκώνεται απ΄το τραπέζι, πηγαίνει να σκάψει στο σημείο που του υπεδείχθη, και χτυπώντας ανέβλυσε νερό: εκεί έκαναν την εσωτερική βρύση, που υπάρχει ως  σήμερα. 

Στο 1810 συνέλαβαν οι αλλόθρησκοι μια γυναίκα απ΄το χωριό Χελιδόνα, με την κατηγορία ότι έκρυβε κλέφτες. Την έδεσαν σ΄ένα δέντρο να την τουφεκίσουν, αλλά εκείνη, επικαλούμενη την Παναγία, έμεινε αλώβητη από τις σφαίρες. Βλέποντας το θαύμα, την άφησαν ελεύθερη. 

Το 1854 επιδημία χολέρας με πολλούς νεκρούς χτύπησε το Αγρίνιο. Αφού δεν κατάφερε κάτι η επιστήμη στράφηκαν στην Παναγία. Κάλεσαν την εικόνα, και μετά από παρακλήσεις οι θάνατοι περιορίστηκαν και τελικά σταμάτησαν. 

Το ίδιο και με τη γρίπη του 1918, με το που έρχεται η εικόνα Της στην πόλη οι 25-30 καθημερινοί θάνατοι ελαττώνονται και μετά 3 μέρες  σταματούν εντελώς. Παρόμοιο το σκηνικό στο Μεσολόγγι και το Αιτωλικό, που υποδέχτηκαν την εικόνα μετά.

Το 1927 έσωσε τη σοδειά από την επιδρομή ακρίδων σε Φθιώτιδα και Ευρυτανία , όταν απέτυχαν να δώσουν λύση τα γεωργικά φάρμακα.

Η καταστροφή του μοναστηριού από τους Γερμανούς το 1944 αποφεύχθηκε από θαυμαστή παρέμβασή Της. 

Μεταξύ 1948-50 η εικόνα βρίσκεται στη Ναύπακτο, καθώς ο τόπος έχει ερημώσει. Βρισκόμαστε στα χρόνια του εμφύλιου πολέμου. Τμήματα της 9ης μεραρχίας του στρατού που επιχειρούσε στην Ευρυτανία, πέρασαν από ΄κει, βλέποντας τα καμμένα κτίρια καταλαβαίνουν πως είναι τόπος ιερός. Κατάγονται απ΄τη Μακεδονία και δεν ξέρουν τί ακριβώς ήταν εκεί. Μπαίνουν να ανάψουν ένα κερί. Βλέπουν μέσα στο σπήλαιο, αριστερά του τέμπλου, κι ενώ η Ωραία Πύλη είναι κλειστή, ένα καντήλι αναμμένο και μια καλόγρια γονατιστή.Οι στρατιώτες και 2 αξιωματικοί  αναρωτιούνται πώς ζει εκεί, μόνη στην ερημιά, τί τρώει, πού βρίσκει λάδι για το καντήλι. Τους απαντά «παιδιά μου, ζω εδώ μονάχη μου δυόμιση χρόνια τώρα. Δε χρειάζονται για τη δική μου ζωή φαγητά και ψωμί. Μου αρκεί οτι έχω το καντήλιμου αναμμένο». Δεν δίνουν σημασία στα λόγια, τη χαιρετούν και φεύγουν. 

Την επομένη, ξεκούραστοι πια, το συζητούν μεταξύ τους, και πηγαίνοντας προς τη Ναύπακτο ρωτούν τους κατοίκους γύρω περιοχών σχετικά με το μέρος και μαθαίνουν για το μοναστήρι.Αλλά τα λόγια της καλόγριας;; Άλλο παράξενο αυτό….  Στη Ναύπακτο οι αξιωματικοί και κάποιοι στρατιώτες ζητούν άδεια να επισκεφθούν το Μητροπολίτη. Του εξιστορούν τα συμβάντα, και μαθαίνουν πως η εικόνα βρίσκεται στο ναό του Αγίου Διονυσίου, ενώ από τότε που έφυγε η εικόνα, ερήμωσε ο τόπος, αλλά και πως ποτέ δεν είχε καλόγρια το μοναστήρι. Επίσης τους λέει πως  θα καταλάβουν μόνοι τους αυτό που είδαν και τα λόγια  που άκουσαν. Πραγματικά, όταν θα δουν την εικόνα θα αναγνωρίσουν συγκλονισμένοι την καλόγρια που συνάντησαν!!!

Επίσης μια κυρία το 1957 μετέβη στο μοναστήρι για να παρακαλέσει για τη θεραπεία της από μια δύσκολη περίπτωση. Προσκύνησε την εικόνα και παρακάλεσε να παραμείνει όλη τη νύχτα γονατιστή εκεί, εκπληρώνοντας το τάμα της. Ενώ η μονή κλειδώνει το βράδυ, με παρέμβαση του Μητροπολίτη, που τυχαία βρίσκεται εκεί, η κυρία με μια φίλη της που τη συνόδευε, κατ΄εξαίρεση θα παραμείνουν εντός του ναού. Διάβαζαν προσευχές μπροστά την εικόνα, ώσπου μετά τα μεσάνυχτα, ακούνε την πόρτα να ανοίγει, και πιστεύουν πως ήρθε κάποιος να δει τι κάνουν. Βλέπουν μια ψηλή μελαχρινή κυρία μέσης ηλικίας, η οποία βγάζει τα παπούτσια της, κάνει τρεις μετάνοιες και ασπάζεται την εικόνα.  Της λένε να έρθει κοντά τους για να μην πατάει στο μάρμαρο ξυπόλυτη, καθώς έχουν κουβέρτα, εκείνη δεν απαντά, αλλά με νόημα υποδεικνύει να σιωπήσουν και να συνεχίσουν να διαβάζουν την παράκληση. Παίρνει και συμπληρώνει το λάδι στο καντήλι, αφού είχε κατέβει η στάθμη του. Πιστεύοντας πως είναι κάποια νεωκόρος δε δίνουν σημασία, αλλά μετά από ώρα, κι αφού ανησύχησαν για την «εξαφάνισή» της, με ένα κερί ερευνούν προσεκτικά, μα δεν βρίσκουν πουθενά την άγνωστη γυναίκα…

 Τέλος, μια αναφορά σε ένα παράξενο γεωλογικό φαινόμενο: στον αυχένα των βουνών, πάνω στο σύνορο Αιτωλοακαρνανίας-Ευρυτανίας σε ένα σημείο που  ονομάζεται «Αραποκέφαλα» στα 1600 μέτρα περίπου υψόμετρο βρίσκεται μια λωρίδα κόκκινου σκούρου-καφέ πετρώματος,όπου υπήρχαν γύρω στις 50 πέτρες στοιβαγμένες δίπλα και πάνω στην άλλη, σχήματος ωοειδούς, σαν κρανία φανταστείτε τα, χωρίς την κάτω γνάθο. Είναι κάτι που δεν μπορείτε να δείτε πλέον: δυστυχώς κατά τη διάρκεια διαπλάτυνσης του επικίνδυνα στενού δρόμου, σχεδόν 20 χρόνια πριν, αυτές οι πέτρες δεν προφυλάχθηκαν και ανατινάχθηκαν ή παρασύρθηκαν από τα μηχανήματα, και πιθανώς κάποιες να βρίσκονται στους γύρω γκρεμούς. 

Η προφορική παράδοση θέλει μια δύναμη ανομίας να πορεύεται προς το μοναστήρι για να το βεβηλώσουν, στην εποχή της τουρκοκρατίας,και πάνω σ΄εκείνο το σημείο κεραυνοβολήθηκαν, απολιθώθηκαν. Δεν είναι γνωστό αν είναι αποκύημα φαντασίας ή προσπάθεια εξήγησης του παράδοξου φαινομένου, καθώς δεν υπάρχει κάτι επίσημα καταγεγραμμένο, για να δούμε αν τα πέτρινα «κεφάλια» υπήρχαν πάντοτε ή εμφανίστηκαν κάποια στιγμή αργότερα, επιβεβαιώνοντας το θρύλο. 

 Φωτογραφίες

ο ναός

 

 το συγκρότημα των εγκαταστάσεων από το απέναντι βουνό, διακρίνονται στον επάνω δρόμο οι δύο πύργοι του Καραϊσκάκη

 

 προσεγγίζοντας από το Καρπενήσι, διακρίνεται το απόκρημνο της περιοχής

 

 στο «τύπωμα», η τρύπα στο βράχο που πέρασε η εικόνα 


   ένα από τα βήματα στο «τύπωμα»

 (ασήμαντος)

 

Σχετικά άρθρα:

loading...
Close Menu