Όταν μιλάει η καρδιά

Το πρώτο φως του ήλιου άρχισε να ρίχνει δειλά τις χρυσές του ακτίνες στα πολυώροφα κτίρια φτάνοντας στο στενό δρομάκι.

Βιαστικά προσπερνά τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και προχωρά στον πέτρινο πεζόδρομο. Τα καταστήματα κατά μήκος του στενού μόλις άνοιξαν και από τα ανοιχτά παράθυρα ξεχύνεται το άρωμα του φρέσκου καφέ και της βανίλιας.

Τα ρυθμικά της βήματα συντονίζονται με τον χτύπο της καρδιάς και η σκέψη της σβήνει το θόρυβο των αυτοκινήτων, τρέχοντας σε όλα τα σημαντικά που άφησε πίσω της τοποθετημένα στο δικό της χωροχρόνο. Θα μπορούσε να εστιάζει σε ένα σημείο κάθε φορά, επιλέγοντας όλα αυτά που πρέπει να ετοιμάσει σήμερα, αλλά δεν το κάνει.

Τι περίεργα που λειτουργεί ο ανυπόμονος χρόνος. Δεν κουράζεται ποτέ. Φλυαρεί ασταμάτητα, και σκαρφίζεται γεγονότα που σε περιμένουν στη γωνία, ενώ οι επόμενες στιγμές συνωμοτούν, να σου κάνουν έκπληξη, με τα πιο περίεργα και απρόβλεπτα πολλές φορές στο μυαλό πράγματα.
Οι ιδέες γεννιούνται, ξυπνώντας διάφορες μορφές στο νου.

Αρχικά εμφανίζονται σαν κάτι θολές ασπρόμαυρες γραμμούλες, που χρειάζονται κωδικό πρόσβασης και όσο ασχολείσαι μαζί τους, τόσο αλλάζουν σχήμα, βγαίνουν από το περιθώριο του μυαλού τρέχοντας αφηνιασμένες, χωρίς να μπορείς να τις μαζέψεις. Ένας αλλόκοτος κόσμος για τους παρείσακτους αλλά απόλυτα λογικός για το δικό της μυαλό ανοίγεται μπροστά της.

Το στενό δρομάκι, μεταμορφώθηκε σε ένα απότομο βράχο και το κύμα σπάει πάνω του προσπαθώντας να την παρασύρει. Στο κάλεσμά τους χτυπάει δυνατά η καρδιά της.

Οι σταγόνες του Ωκεανού βρέχουν το πρόσωπο και καθώς κλείνει τα μάτια, στροβιλίζεται πάνω από το κύμα και βουτάει στα βαθιά νερά. Τα ρεύματα του βυθού την παρακάλεσαν να φέρει περισσότερες ακτίνες του ήλιου μαζί της. Ο ήλιος την πρόλαβε και το φως μεταμόρφωσε τα κυματάκια σε αστραφτερά διαμάντια που έπαιρναν σχήματα και χρώματα σε κάθε της κίνηση. Συνεπαρμένη σκέφτεται πόσο ελεύθερα ήταν όλα γύρω της…

Δεν μπόρεσε ποτέ να βάλει όρια στη φαντασία της. Αυτό το ατίθασο μελίσσι είναι το υπέροχο μυστικό της και ίσως το μόνο ελεύθερο στοιχείο που πετά ανεπηρέαστο μέσα στην καταχνιά της πολύβουης, καταθλιπτικής πόλης. Βρίσκει πάντα το γυρισμό στο κέντρο ελέγχου και ψάχνει για λέξεις κλειδιά. Εκεί που νομίζεις ότι είσαι ασφαλής, πατάει το κόκκινο κουμπί επιλέγοντας την ώρα εκτόξευσης ξεγλιστρώντας από τις κακοτοπιές και αποφεύγοντας συστηματικά τη μοναξιά, τη δυστυχία και την απογοήτευση.

Αν μπορούσε να πάρει λίγο όνειρο μαζί της στη δουλειά θα μπορούσε να ανασαίνει πραγματικά, αλλά αυτό ήδη άρχισε να ξεθωριάζει αμέσως μόλις άνοιξε την πόρτα του ασανσέρ. Στο δεύτερο όροφο το σκηνικό άλλαξε τελείως. Με το καφέ στο χέρι κάθισε στην ταλαιπωρημένη καρέκλα του γραφείου της και υποσχέθηκε στο μικρό γλαστράκι δίπλα στο κομπιούτερ ότι, την επόμενη φορά θα το έπαιρνε μαζί στο ταξίδι της.

Ο χτύπος της καρδιάς της ύπνωσε τη φαντασία και δόξασε τον Χριστό για τις ευκαιρίες της παράλληλης ζωής της, όπως αυτή, που μόλις έκανε επανεκκίνηση σε άλλη μια μέρα.

Δέσπω

photo pexels

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Σχετικά άρθρα:

loading...
loading...