Μήπως ξεπεράστηκαν τα όρια της αντοχής μας;

Το βιολί της πανδημίας κράτησε πολύ και μάλλον κούρασε.

Τι κι αν τα σποτάκια στην τηλεόραση μας βομβάρδιζαν να μείνουμε σπίτι και τώρα μας βομβαρδίζουν να μείνουμε ασφαλείς; Οι Έλληνες ξεχύνονται να λιαστούν σε πάρκα και παραλίες, ξενυχτάνε σε πλατείες, ξεροσταλιάζουν σε ουρές ο ένας πάνω στον άλλον και ανυπομονούν να πάνε διακοπές.
Δε λένε να τελειώσουν κι αυτά τα σχολεία, να γίνουν και οι Πανελλαδικές και μετά ποιος μας πιάνει.

Οι εικόνες από τις εντατικές αποτελούν πλέον παρελθόν. Η αλήθεια είναι, πως ούτε θέλουμε να τις θυμόμαστε. Άλλωστε ένα από τα γνωρίσματα του Ελληνικού λαού είναι η μνήμη χρυσόψαρου που έχει. Ειδικά αυτά, που δε θέλει να τα θυμάται, έχει ειδικότητα να τα διαγράφει από τη συλλογική του μνήμη σε χρόνο ρεκόρ.

Σωστά όσα μας λένε οι λοιμωξιολόγοι, κανείς δε διαφώνησε, κανείς δεν είπε ότι έχουν άδικο. Η πλειοψηφία του κόσμου, τους ακούει με ευλάβεια και προσπαθεί να τηρήσει τις οδηγίες. Άλλωστε όλοι, λίγο-πολύ, έχουν κάποιον για τον οποίο νοιάζονται, είτε συγγενή, είτε φίλο, είτε γείτονα. Γιατί οι Έλληνες ακόμα νοιάζονται για τους διπλανούς τους. Πολλές φορές τους ξεχνάνε μέσα στην τρέλα της καθημερινότητάς τους, αλλά στις δυσκολίες πάντα προσπαθούν να είναι άνθρωποι και να νοιάζονται για όσους είναι δίπλα τους.
Ξεπεράσαμε τους εαυτούς μας όλο αυτό το διάστημα. Δεν το λέμε μόνο εμείς. Το λέει ο κόσμος όλος.

Κάναμε μεγάλη υπομονή, τη στιγμή που έκλεισαν οι δουλειές μας, που η αβεβαιότητα για το μέλλον χτύπησε κόκκινο, που η θλίψη των νέων έφτασε στα ψηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί, εκεί που αρχίζαμε να βγαίνουμε από 10 χρόνια βαθιάς ύφεσης και να λέμε ότι επιτέλους θα καταφέρουμε να ορθοποδήσουμε, μας έδωσε μια ο κορωνοϊός και μας πήγε κάτω.

Κι αφού κλειστήκαμε στον κόσμο του ο καθένας, και προσπαθήσαμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει και πως θα προχωρήσουμε από εδώ κι εμπρός, ήρθε πάλι νέος βομβαρδισμός. Αυτή τη φορά τα σενάρια μας έδειχναν τι θα πάθουμε αν δεν προσέχουμε. Διότι αν δεν είμαστε καλά παιδιά μας περιμένει και πάλι η τιμωρία της καραντίνας. Κι αν αυτή τη φορά όλα κλείσουν, ίσως πλέον να μην μπορέσουν να ξανανοίξουν λόγω οικονομικής καταστροφής αυτή τη φορά.

Και πάλι καθόμαστε και σκεφτόμαστε κι εξοπλιζόμαστε, φτιάχνοντας μάσκες, αγοράζοντας αντισηπτικά, ατμοκαθαριστές, πλέξιγκλας κι ότι άλλο μας λένε, μήπως και καταφέρουμε να μπει κάποιος πελάτης στα μαγαζιά μας κι επιτέλους να δουλέψουμε, αφού εδώ και καιρό τα ταμεία είναι άδεια και τα επιδόματα των 800 ευρώ δεν σώζουν την κατάσταση.

Που θα βγει όλο αυτό; Και το χειρότερο, που μας έδωσε και τη χαριστική βολή, ήταν η νέα πραγματικότητα που αντικρίσαμε μόλις βγήκαμε έξω από τα σπίτια μας και πρώτα απ’ όλα, αντίκρισαν τα παιδιά μας, όταν γύρισαν στα σχολεία και οι εικόνες που είδαν δε θύμιζαν σε τίποτα το σχολείο που άφησαν. Στην είσοδο είδαν να τα περιμένουν με συσκευές θερμομέτρησης. Οι τάξεις τους σχεδόν άδειες, με θρανία σε απόσταση και ο καθένας να κάθεται μόνος του. Τμήματα χωρισμένα, καθηγητές να ψάχνουν κι αυτοί να δουν τι θα κάνουν.


Σίγουρα όλοι προσπαθούν να προφυλαχθούν και η ασφάλεια της υγείας μας είναι πάνω από όλα. Όλοι ευχόμαστε να είναι τα μέτρα αυτά προσωρινά. Μόνο για λίγο λένε όλοι, προσπαθώντας να παρηγορηθούν κι ελπίζουν πως σύντομα θα αφήσουν πίσω τους αυτόν τον εφιάλτη των περιορισμών και των απαγορεύσεων.

Τι θα γίνει όμως σε περίπτωση που δεν τελειώσει όλο αυτό, αλλά με κάποιον τρόπο έρθει και παγιωθεί μια νέα πραγματικότητα, αλλάζοντας τον τρόπο που ξέρουμε να ζούμε;
Πως μπορείς να θυσιάσεις την ίδια τη ζωή με σκοπό να σώσεις τη ζωή; Πόσο οξύμωρο φαντάζει όλο αυτό; Γιατί, τι είδους ζωή μπορεί να ζήσει κάποιος, που δεν μπορεί να δει το χαμόγελο του άλλου. Που δεν μπορεί να πλησιάσει τους άλλους; Που δεν μπορεί να αγγίξει τους άλλους, να αστειευτεί μαζί τους, να εκφραστεί χρησιμοποιώντας το πρόσωπό του, να φιλήσει δείχνοντας την αγάπη του;

Αυτή τη στιγμή περνάμε μια φάση κοινωνικής αναπηρίας. Ακρωτηριάζουμε τις επικοινωνιακές μας δεξιότητες, υπό τον φόβο της απώλειας της υγείας μας. Χαμογελάμε πίσω από μάσκες, αγγιζόμαστε πίσω από τζάμια, σκουντιόμαστε για να μην πιαστούμε, φοράμε γάντια και δεν αισθανόμαστε. Μήπως απαρνιόμαστε την ανθρώπινη φύση μας; Μήπως πλέον ξεπεράσαμε και τα όρια της αντοχής μας;
Γιατί άσχετα με το τι θα γίνει στο μέλλον, το σοκ των αλλεπάλληλων περιορισμών στην έκφραση της συμβίωσης μας με τους συνανθρώπους μας και οι φοβίες που μας δημιουργούνται από όλες αυτές τις απειλές και τις απαγορεύσεις, θέλουν να γίνουν δεύτερη φύση μας στο όνομα μιας ασφάλειας που τελικά θα θυσιάσει την απόλαυση της ίδιας της ζωής.

Η φωνή της σιωπής
photo unsplash

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •