Η αφύπνιση

Είναι πολύ νωρίς το πρωί, γύρω στις 6 και όπως κάθε πρωί θα χτυπήσει το ξυπνητήρι, θα σηκωθώ βιαστικά από το κρεβάτι και μέσα σε λίγα λεπτά πρέπει να προλάβω τα πάντα…

Να ετοιμάσω το παιδί, να φτιάξω πρωινό, να ετοιμαστώ, να πω μια καλημέρα στο άντρα μου πίνοντας μαζί του μια γουλιά καφέ, να φύγω τρέχοντας για την δουλειά και όταν πάλι σχολάσω κατά τις 3, να έρθω πάλι τρέχοντας στο σπίτι, γιατί οι δουλειές είναι τόσες πολλές και δεν τελειώνουν ποτέ, ως αργά το βράδυ που θα πέσω σαν πτώμα στο κρεβάτι μου, χωρίς καν να γυρίσω πλευρό στον ύπνο μου και πάλι στις 6 θα χτυπάει μανιασμένα αυτό το αναθεματισμένο ξυπνητήρι και εγώ θα πρέπει πάλι να ετοιμαστώ για τον καθημερινό μου μαραθώνιο…

Άνθρωποι άγνωστοι ή γνωστοί μου, μαζί με εμένα κατακλύζουν τους δρόμους τα πρωινά, τρέχοντας και αυτοί για ένα καλύτερο αύριο.
Βαδίζω ανάμεσα σε τόσο κόσμο και όμως αισθάνομαι μόνη. Σήμερα δεν έχω προορισμό απλά περπατάω για να αδειάσει λίγο το μυαλό μου ενώ αρχίζω έτσι ασυναίσθητα, να παρατηρώ αυτά που γίνονται γύρω μου…

Μια κυρία δίπλα μου μιλάει στο κινητό της τηλέφωνο. Είναι τόσο αγχωμένη επειδή έχει καθυστερήσει στην δουλειά της και μπορείς να δεις καθαρά έναν τρόμο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο της, για το τι θα συμβεί όταν επιτέλους θα φτάσει.
Ένας κύριος οδηγεί ένα λευκό αγροτικό και με το παράθυρο κατεβασμένο ξεκινάει να βρίζει πρωί πρωί τα θεία, γιατί ο μπροστινός του, δεν άναψε φλας πριν στρίψει στο αριστερό στενό.
Τέσσερα παιδιά πιασμένα χέρι χέρι περιμένουν να περάσουν τον δρόμο σε μια διάβαση πεζών, αλλά κανένα αυτοκίνητο δεν τους δίνει προτεραιότητα. Πρέπει να είναι περίπου 12 χρόνων. Τα καημένα κουβαλάνε μια τσάντα τεράστια και φαίνεται σαν να λυγίζει το κορμάκι τους από το πολύ βάρος, αλλά στον αγώνα και αυτά πρωί πρωί, για μια καλύτερη ζωή…

Λίγο ποιο κάτω βλέπω και άλλα παιδιά στο δρόμο τα οποία περπατάνε όλα μαζί και φαίνονται για παιδιά γυμνασίου. Μπορείς να τους ακούσεις από μακριά να χασκογελάνε, να βρίζουν και να πειράζουν έναν μικρόσωμο συμμαθητή τους. Τον καημένο! Ένας από αυτούς του τραβάει την τσάντα απότομα, ενώ οι άλλοι του βάζουν τρικλοποδιά και πέφτει κάτω. Χτύπησε το χέρι του τη δεύτερη φορά και όμως τόσος κόσμος περνάει και κάνεις δεν δίνει σημασία.

Αρχίζει και με πιάνει μια απελπισία… Χιλιάδες διαφορετικά συναισθήματα πλημμυρίζουν την καρδιά μου… Δεν ξέρω πως θέλω να αντίδράσω και αν μπορώ… Κάτι θέλω να κάνω… Αρχίζω και το σκέφτομαι καθώς συνεχίζω να προχωράω…

Είμαι κοντά στην πλατεία και περνώντας έξω από την εκκλησία βλέπω ένα κύριο τυφλό με το χεράκι του τεντωμένο για λίγα κέρματα. Κανείς δεν τον βλέπει, είναι και αυτός αφανής μέσα στην ροή της καθημερινότητας μας.
Από μέσα βγαίνουν διαρκώς κυρίες καλόντυμένες με ένα ύφος υπερηφάνειας. Άναψαν το πρωινό τους κεράκι, πιστεύουν πάρα πολύ θα λέγαμε, αφού κάθε μέρα ανάβουν το πρωινό τους κεράκι με προσευχή και αγάπη προς την Παναγία και τον Χριστό. Βγαίνοντας όμως τις ακούω να μιλάνε κακοπροαίρετα για τη διπλανή τους, για τη γειτόνισσα, για τη νύφη για την πεθερά. Ωχ μόλις κοίταξαν καχύποπτα ένα παιδί που έχει πάνω του τατουάζ και σχολίασαν αρνητικά μια μαθήτρια που φοράει κοντή φούστα.


Στην γωνία σε ένα μαγαζάκι για καφέ στο χέρι, περιμένουν να έρθει η ώρα να πιάσουν δουλειά κάποιοι τραπεζίτες. Τους βλέπεις να είναι τόσο ακριβά ντυμένοι, με ύφος σαν να κυβερνάνε ολόκληρη την πόλη, να πίνουν το espressaki τους, συζητώντας για οικονομικά θέματα και αδιαφορώντας για το τι γίνεται, σε όλη την υπόλοιπη πλατεία γύρω τους.

Η πωλήτρια του διπλανού μπουγατσοπωλείου είναι με το κεφάλι σκυφτό και μιλάει στο κινητό της τηλέφωνο. Το αφεντικό της είναι φανερά εκνευρισμένο και αρχίζει να της μουρμουρίζει. Αυτή φαίνεται τόσο αγχωμένη, κάτι σοβαρό θα συμβαίνει, έπιασα με το αυτί μου δύο λέξεις μόνο, πρόσεχε τα παιδιά.
Δεν προλαβαίνω να κάνω ένα βήμα και μια κυρία πέφτει πάνω μου, έτσι ξαφνικά από το πουθενά. Σαν να τρέχει με ταχύτητα φωτός, παραπάτησε ένα βήμα και χωρίς να βγάλει αχνά συνέχισε, λες και δεν συνέβηκε τίποτα.
Λες και τρελάθηκε είναι η πόλη σήμερα..

Σήμερα, έχω δει, όσα δεν είδα τόσα χρόνια και έχω αρχίσει να νιώθω τόσο άσχημα. Κανείς δεν νοιάζεται για κανέναν. Όλοι τρέχουν να προλάβουν με το κεφάλι θολωμένο, μόνο από τις δικές τους σκέψεις, από τα δικά τους προβλήματα και με τα δικά τους θέλω.
Ωχ Θεέ μου, έτσι κάνω και εγώ άραγε τα πρωινά; Μήπως όλα αυτά συμβαίνουν μαζί με εμένα συνένοχο κάθε πρωί και δεν το έχω καταλάβει τόσα χρόνια;

Δεν θέλω να δω άλλα… Με πιάνει ένας φόβος.. Με πιάνει μια ενοχή…Δεν μπορώ να δω άλλα…. Καλύτερα να μην ξέρω…Καλύτερα να πάρω το δρόμο της επιστροφής και καθώς περπατάω με το κεφάλι σκυφτό, το βάρος στο στήθος μου όλο και μεγαλώνει. Είναι και οι σκέψεις μου τόσο χαοτικές, περνάν σαν αστραπές μέσα από το μυαλό μου για όλα όσα είδα και δεν μπορώ να τις σταματήσω με τίποτα. Μπορεί να κατέβασα το κεφάλι να μην βλέπω αλλά το μυαλό επιμένει. Καλά τι κάνουν αυτοί οι άνθρωποι; Εσύ τι κάνεις; Όλο αυτό λέγεται ζωή;

Κι έτσι χαζοπερπατώντας βουτηγμένη μέσα στα βάθη των σκέψεων μου, το δεξί μου μάτι παρατηρεί ένα γυμνό πόδι ενός κυρίου να περπατάει σχεδόν δίπλα μου. Φαινόταν λίγο το ρούχο του, ήταν φαγωμένο από την πολυκαιρία και ξεθωριασμένο. Κατάλαβα πως θα ήταν κάποιος ζητιάνος και γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη μεριά, δεν ήθελα να τον κοιτάξω, ήδη η στεναχώρια μου από όλο το πρωινό ήταν αβάσταχτη. Ένιωθα πως θα λύγιζα ψυχολογικά και δεν είχα και τίποτα πάνω μου να του δώσω.

Έτσι μέσα σε όλη αυτή την σκέψη ακούω να μου λέει, με μια τόσο αέρινη φωνή: ” Δεν χρειάζεται να μου δώσεις τίποτα… ”
Γυρίζω απότομα σαν να πετάχτηκα από εφιάλτη να δω ποιος είναι, αλλά ο πρωινός ήλιος με τύφλωνε σε εκείνο το σημείο. Έβαλα το χέρι στο μέτωπο μου για να μπορέσω να δω, αλλά και πάλι η εικόνα δεν ξεκαθάριζε…
” Δεν μπορω να σας δω καθαρά ,δεν καταλαβαίνω ποιος είστε κύριε”
Και κάπου εκεί δακρύζουν τα μάτια μου και συνεχίζω…
” Δεν έχω δυστυχώς χρήματα πάνω μου να σας προσφέρω … ”
” Δεν ήρθα για να μου δώσεις αλλά για να σου δώσω ”
Σάστισα, σκέφτομαι ,“τι λέει τώρα, τι να μου δώσει; Εγώ δεν χρειάζομαι τίποτα, τα έχω όλα. Έχω την δουλειά μου, το παιδί μου, τον άντρα μου, ζω μια ήρεμη ζωή, δεν πειράζω κανέναν.

-” Τι να μου δώσετε κύριε, εγώ δεν χρειάζομαι τίποτα… ”
– ‘ Αφού δεν χρειάζεσαι,τότε γιατί είσαι τόσο πολυ απελπισμένη…; ”

ΩΧ! Λες και ήταν μέσα στο μυαλό μου. Πως το ήξερε; Αρχίζω να αναρωτιέμαι, καλά ποιος είναι αυτός πρωί πρωί, τι μου λέει τώρα, να’ ναι κανένας Άγιος; Είχα διαβάσει κάπου σε μια ορθόδοξη ιστοσελίδα ότι κάποιος είχε δει έναν Άγιο και του μίλησε. Εκείνος όμως ήταν ένας άνθρωπος με ευλάβεια, πήγαινε κάθε Κυριακή στην εκκλησία από το πρωί, έκανε όλες τις νηστείες, έκανε κάθε μέρα προσευχές, τηρούσε όλα όσα λέει η εκκλησία με συνεχή υποταγή, άρα εγώ αποκλείεται να είμαι άξια να δω έναν Άγιο . Εγώ δεν τα κάνω αυτά και δεν τα ξέρω και καλά. Πάω στην εκκλησία καμιά Κυριακή, αλλά δεν καταλαβαίνω πολλά, δεν κάνω και τις νηστείες. Τρέχουν ταυτόχρονα πολλές σκέψεις μέσα στο κεφάλι μου, ενώ ο ήλιος με χτυπάει μέσα στα μάτια και αισθάνομαι μια απίστευτη πίεση μέσα στο κεφάλι μου, καθώς και ένα τρέμουλο αρχίζει να κατακλύζει το κορμί μου και τα μάτια μου θαμπώνουν σαν να πέφτει ένα πέπλο σκοταδιού μπροστά μου. Είμαι έτοιμη να πέσω καταγής, όταν με πιάνει από το χέρι και μου λέει με μια τόσο περίσσια αγάπη…
” Δεν θα χαθείς ποτέ , γιατί εγώ δίνω ζωήν αιώνια και κανείς δεν μπορεί να σε αρπάξει από το χέρι μου”.

Και όπως γύρισα το βλέμμα μου πάνω Του, σαν να είδα μέσα από τον ήλιο και χάθηκα μέσα στις ακτίνες από το άπλετο Φως Του. Ένιωσα ξαφνικά τόσο ζωντανή, ένιωσα διαφορετική και δυνατή, σαν να βγάλανε τα πόδια μου φτερά, σαν να έφυγε το σκηνικό γύρω μου και όλα ησύχασαν και γαλήνεψαν, τόσο μέσα μου, όσο και γύρω μου, ενώ με δάκρυα χαράς, όλα μέσα μου φώναζαν δυνατά: Τώρα ξέρω!!! Χριστέ μου εσύ ήσουν!!!
((Το σκοτάδι του παρελθόντος δεν μπορεί να επισκιάσει το φως του παρόντος!!!))

Ιω. 10,27 τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ τῆς φωνῆς μου ἀκούει, κἀγὼ γινώσκω αὐτά, καὶ ἀκολουθοῦσί μοι,
Ιω. 10,28 κἀγὼ ζωὴν αἰώνιον δίδωμι αὐτοῖς, καὶ οὐ μὴ ἀπόλωνται εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ οὐχ ἁρπάσει τις αὐτὰ ἐκ τῆς χειρός μου.
Ιω. 10,29 ὁ πατήρ μου, ὃς δέδωκέ μοι, μείζων πάντων ἐστί, καὶ οὐδεὶς δύναται ἁρπάζειν ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ πατρός μου.

Σουλιώτισσα

photo unsplash