Αναζητώντας τον Χριστό

Η πόλη έχει φορέσει τα γιορτινά της αυτή την εποχή. Παραμονή Χριστουγέννων…

Στον βραδινό μου περίπατο, την βλέπω, την ακούω, την παρατηρώ.

Γεμάτη φώτα, λαμπιόνια, στολίδια. Μουσικές…

Νύφη στολίστηκε η πόλη.

Μυρωδιές παντού. Γιορτή. Χριστούγεννα. Πουθενά όμως ο Χριστός.

Κάθομαι μόνη μου, σε ένα παγκάκι της πλατείας. Που να σε βρω Χριστέ μου μέσα σε τόσο κόσμο; Που να σε βρω μέσα σε τόσο θόρυβο; Που να σε βρω μέσα σε τόσα φώτα;

Είμαι κι εγώ Χριστέ μου, τόσο μόνη μου σήμερα! Να ’ξερες πόσο σε έχω ανάγκη! Έλα Χριστέ μου, κάθισε δίπλα μου, κάνε μου λιγάκι συντροφιά, έλα να σου μιλήσω για τα δύσβατα βουνά που ανέβηκα στη ζωή μου, για τον πόνο μου, για το δάκρυ μου, για τη χαρά μου. Έλα Χριστέ μου, να ακουμπήσω στον ώμο σου, και να ξεκουραστώ, όπως ακούμπησε εκείνο το βράδυ ο αγαπημένος σου Ιωάννης που με τόση αγωνία σε ρωτούσε: «Ποιός Κύριε, ποιός θα σε προδώσει;»

Δεν θα σε προδώσω Χριστέ μου. Έλα, κάθισε δίπλα μου.

Έβαλα το πρόσωπο μου μες τα χέρια μου.

Πήρα μια ανάσα.

Έχει τόσα φώτα, αλλά είναι σκοτάδι.

Έχει τόσους ανθρώπους, αλλά τόση μοναξιά.

Έχει τόσο θόρυβο, αλλά η σιωπή είναι τόσο ηχηρή.

Ένα παιδί μπροστά μου με κοιτά με ένα βλέμμα διαπεραστικό. Με διαβάζει. Διαβάζει τη σκέψη μου, το αισθάνομαι.

Κάθισε δίπλα μου. Δεν ξέρω τι να του πω, δεν ξέρω πως να του μιλήσω.

Έχει τόσο απόκοσμη ομορφιά.

Σήκωσε το χεράκι του και μου έδειξε ένα δρομάκι.

-Μαζί θα το πατήσουμε, αλλά θα το περπατήσεις μόνη, μου είπε.

Βαδίζουμε δίπλα-δίπλα σιωπηλοί.

Όσο προχωρούμε, όλα γύρω μου αλλάζουν. Οι εποχές, οι εικόνες, οι μορφές. Κοιτάζω αριστερά μου, πόλεμοι και αίμα. Κοιτάζω δεξιά, πείνα, φτώχεια και δυστυχία.

Ο αέρας γεμίζει θρήνους, γεμίζει από διενέξεις, έχει όμως και γέλια μικρών παιδιών. Όλα ανάμικτα, σε ένα κουβάρι συναισθημάτων.

Χριστέ μου, μείνε δίπλα μου αυτή τη στιγμή.

Που να βρεις χώρο να έρθεις Χριστούλη μου, σε αυτόν το ψεύτικο κόσμο, τον ποτισμένο με τόσο αίμα αθώων…

Το παιδί σηκώνει το χέρι του ξανά, και μου δείχνει ένα σημείο στο βάθος του δρόμου. Πηγαίνω, ολομόναχη.

Έχει πολύ κρύο σε αυτό το σημείο της διαδρομής.

Κρυώνω, κρυώνω πολύ. Τρέμω… χιόνι πυκνό και αέρας δυνατός με χτυπούν στο πρόσωπο, τα μαλλιά μου έγινα λευκά από τις νιφάδες…..

Όλη η ζωή μου γυρνάει μπροστά από τα μάτια μου, δεν ξέρω αν πεθαίνω, δεν ξέρω αν ζω.

Όσο πλησιάζω, νιώθω την ατμόσφαιρα να γαληνεύει. Βρίσκομαι ανάμεσα σε ανθρώπους, που ταπεινά βαδίζουν προς το μόνο κτίσμα της περιοχής, ένα στάβλο.

Τους ακολουθώ, δε φοβάμαι.

Εκείνοι δε με βλέπουν. Τους μιλώ, δε με ακούν.

Από άλλες μεριές προσέρχονται κι άλλοι. Κρατούν στα χέρια τους δώρα, έχουν μέσα τους χαρά. Πού να είμαστε, ποιοί είναι όλοι αυτοί;…

Ανοίγει η πόρτα, ήσυχα, προσεκτικά. Μια γυναίκα μέσα, μόλις έχει γεννήσει το μωρό της. Είναι τόσο ευτυχισμένη… το κρατά, του χαμογελά, του τραγουδά… μας καλωσορίζει με αγάπη…

Του προσφέρουν τα δώρα τους.. Δίνουν ευχές στη μητέρα του.. Ζητούν ευλογία…

Τα δικά μου χέρια είναι άδεια… ντρέπομαι τόσο πολύ… δεν έχω τίποτα να προσφέρω, τίποτα, απολύτως τίποτα.

Λυγίζουν τα γόνατα μου, πέφτω κάτω… Είναι η γέννηση σου Χριστούλη μου, και δεν έχω τίποτα… τίποτα να σου δωρίσω…

Γυρνά το βρέφος, και μόνο εκείνο μπορεί να με δει, μόνο εκείνο μπορεί να με κοιτάξει.

Και το βλέμμα του με αγκαλιάζει με τόση συγχώρεση, αγάπη και προστασία…

Συγχώρεσέ με Χριστέ μου, συγχώρα με που σε ξεχνώ τόσο συχνά, που δε σου μιλώ τακτικά, που δε σε έχω στη ζωή μου, στη χαρά μου, που σε θυμάμαι μόνο στην ανάγκη.

Δεν έχω Κύριε μου, να σου κάνω ένα δώρο. Μόνο την ψυχή μου έχω, και την καρδιά μου.. Που δε θα σε αφήσει ποτέ ξανά στο περιθώριο, ποτέ ξανά…

-Είστε καλά; Με ρωτάει κάποιος.

Άνοιξα τα μάτια μου, κι όλα ήταν όπως πριν.

Μέσα μου, γεννήθηκες Χριστέ μου απόψε. Μέσα μου, έχω Χριστούγεννα πραγματικά.

Σε ευχαριστώ που ήρθες για μένα σήμερα Χριστέ μου!

-Ναι, είμαι πολύ καλά!!! Ευχαριστώ!

Καλά Χριστούγεννα!

Με Χριστό! Με Φως!

Χρόνια ευλογημένα σε όλους!

Καλά Χριστούγεννα

ΚΛΑΙΡΗ

photo pexels