Wolfgang Amadeus Mozart: Η βιογραφία της φωτεινής μουσικής ιδιοφυΐας όλων των εποχών

Δεν δίνω σημασία στον έπαινο ή την κατηγορία του άλλου. Απλώς ακολουθώ τα συναισθήματά μου. - Wolfgang Amadeus Mozart

Είναι μεγάλη παρηγοριά για μένα να θυμάμαι ότι ο Κύριος, τον οποίο πλησίασα με ταπεινή και παιδική πίστη, υπέφερε και πέθανε για μένα και ότι θα με κοιτάξει με αγάπη και συμπόνια. – Wolfgang Amadeus Mozart

Ποιος δεν έχει ακούσει για τον Wolfgang Amadeus Mozart, συνθέτη του Eine Kleine Nachtmusik, του γάμου του Figaro και του μαγικού φλάουτου; Είναι ένας συνθέτης τόσο θρυλικός και διάσημος που το όνομα του γίνεται συχνά συνώνυμο με την μουσική των αγγέλων. Μαζί με τον Joseph Haydn και τον Ludwig van Beethoven αποτελούν τους σημαντικότερους εκπροσώπους του “βιεννέζικου κλασικισμού”.

Η βιεννέζικη κοινωνία είχε πραγματικά προνόμιο να γνωρίσει τη μουσική ιδιοφυΐα του 18ου αιώνα σε ένα χαρούμενο, εκφραστικό ιδιόρρυθμο και φιλελεύθερο χαρακτήρα όπως θέλουν να απεικονίζουν τον Μότσαρτ στην ταινία Amadeus.
Αν και δεν είναι ψέμα, αντιπροσωπεύουν μόνο ένα κομμάτι της προσωπικότητας του συνθέτη, η οποία, πέρα από κάθε εμφάνιση και λογοτεχνική προσέγγιση, έχει αποδειχθεί πολύ περίπλοκη και συγχρόνως απλή, σαν τη μουσική του.
Ο πολυγραφότατος Αυστριακός συνθέτης Wolfgang Mozart δημιούργησε μια σειρά από όπερες, συναυλίες, συμφωνίες και σονάτες που διαμόρφωσαν βαθιά την σύγχρονη κλασσική μουσική.

Ο Γιόχαν Χρυσόστομος Βόλφγκανγκ Θεόφιλος Μότσαρτ, γεννήθηκε 27 Ιανουαρίου 1756 στις 8 το πρωί στο Ζάλτσμπουργκ, -τμήμα τότε της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους και νυν της Αυστρίας. Από την πρώιμη παιδική ηλικία των πέντε ετών έδειξε το ταλέντο και την ικανότητά του στη μουσική, παίζοντας πολλά όργανα, ενώ συνέθετε και έδινε παραστάσεις στην βασιλική οικογένεια. Μέσα στα εκατοντάδες έργα του, περιλαμβάνονται σονάτες, συμφωνίες, μουσική δωματίου, συναυλίες και όπερες, με έντονη συγκίνηση και περίπλοκες υφές. Ο Μότσαρτ έβλεπε πάντα τον κόσμο, μέσα από το πρίσμα των συναισθημάτων του και αυτό ήταν η κύρια πηγή της δημιουργίας του.
Στα 17 του, ο Μότσαρτ προσλήφθηκε ως μουσικός στη βασιλική αυλή του Σάλτσμπουργκ, αλλά ανήσυχος όπως ήταν ταξίδευε για μια καλύτερη θέση. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στη Βιέννη το 1781, απολύθηκε από τη θέση του στο Σάλτσμπουργκ. Επέλεξε να μείνει στην πρωτεύουσα, όπου πέτυχε φήμη αλλά ελάχιστη οικονομική ασφάλεια. Προς το τέλος της ζωής του Βιέννη στην ηλικία των 35 ετών, συνέθεσε πολλές από τις πιο γνωστές συμφωνίες, συναυλίες και όπερες του, καθώς και τμήματα του Ρέκβιεμ, τα οποία ήταν σε μεγάλο βαθμό ατελείωτα λόγω του πρόωρου θανάτου.

Έγραψε περισσότερα από 600 αναγνωρισμένα κορυφαία έργα, συμφωνικής, συναυλιακής, χορευτικής, όπερας και χορωδιακής μουσικής. Είναι από τους πιο διαχρονικά δημοφιλείς των κλασσικών συνθετών, που επηρέασε βαθιά στη μετέπειτα μουσική της δυτικής τέχνης. Ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν συνέθεσε τα πρώτα του έργα στη σκιά του Μότσαρτ και ο Joseph Haydn έγραψε: «Η επόμενη γενιά δεν θα ξαναδεί ένα τέτοιο ταλέντο στα επόμενα 100 χρόνια».
Η Κεντρική Ευρώπη στα μέσα του 18ου αιώνα, πέρασε μια μεταβατική περίοδο. Σε μια εποχή ραγδαίων κοινωνικοπολιτικών αλλαγών για την Ευρώπη, τα απομεινάρια της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είχαν διασπαστεί σε ημι-αυτόνομα κρατίδια, όπως η Βιέννη, το Σάλτσμπουργκ και η Πράγα, με την αριστοκρατική ελίτ που τα κυβερνούσε να καλλιεργεί τις τέχνες και τα γράμματα για την προσωπική της ψυχαγωγία.
Η μικρή πόλη-κράτος του Σάλτσμπουργκ, έγινε η γενέτειρα ενός από τους πιο θαυμάσιους ταλαντούχους μουσικοσυνθέτες όλων των εποχών. Λέγεται ότι αν υπήρχε δυνατότητα ο Μότσαρτ να διεκδικήσει τα δικαιώματα για τη χρήση της μουσικής και του ονόματός του θα μπορούσε να αγοράσει όλη την Αυστρία.
Ο Wolfgang Amadeus Mozart, ήταν γιος του Leopold και της Maria Pertl Mozart. Η μητέρα του Βόλφγκανγκ, Άννα Μαρία Περτλ, ήταν από τη μεσαία τάξη της τοπικής κοινότητας. Η αδελφή του ήταν η Μαρία Άννα (με το παρατσούκλι «Nannerl»). Με την ενθάρρυνση και την καθοδήγηση του πατέρα τους και οι δύο μπήκαν στο χώρο της μουσικής σε νεαρή ηλικία. Ο Leopold ξεκίνησε να μαθαίνει στη Nannerl το αρμόνιο όταν ήταν επτά ετών, ενώ ο τρίχρονος Wolfgang κοιτούσε και αντέγραφε τις κινήσεις της στο παιχνίδι. Γρήγορα έδειξε να κατανοεί συγχορδίες, τονικότητα και τέμπο, και ο πατέρας του αφιερώθηκε στη διδασκαλία του παιδιού, αν και μέχρι τα πέντε το παιδί-θαύμα τον είχε ήδη ξεπεράσει στις γνώσεις.

Ο Leopold, αφοσιώθηκε απόλυτα στην εκπαίδευση των παιδιών του κάνοντας τα μαθήματα διασκέδαση, αλλά επέμεινε πολύ στη σκληρή δουλειά, στην ηθική και την τελειότητα. Ευτυχώς και τα δύο παιδιά διακρίθηκαν καλά σε αυτούς τους τομείς. Ο Βόλφγκανγκ έδειξε σύντομα ότι ξεπέρασε τις διδασκαλίες του πατέρα του, με μια σύντομη σύνθεση στην ηλικία των πέντε ετών και επέδειξε εξαιρετική ικανότητα στο αρπίχορδο, -(πρόγονος του σημερινού πιάνου) και το βιολί. Σύντομα έπαιζε πιάνο, το όργανον και τη βιόλα.
Το 1762, ο Leopold, έδωσε στη βασιλική αυλή του Μονάχου της Βαυαρίας,την πρώτη παράσταση της Nannerl, ηλικίας έντεκα ετών, και του Βόλφγκανγκ, ηλικίας έξι ετών. Τα ταλαντούχα αδέλφια ταξίδεψαν στο Παρίσι, το Λονδίνο, τη Χάγη και τη Ζυρίχη, όπου ο Βόλφγκανγκ συναντήθηκε με ορισμένους καταξιωμένους μουσικούς και εξοικειώθηκε με τα έργα τους. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συνάντησή του με τον Johann Christian Bach (ο νεώτερος γιος του Johann Sebastian Bach) στο Λονδίνο. Την ίδια εποχή, γράφει και τα πρώτα του έργα, όπως την όπερα «Απόλλων και Υάκινθος», η οποία ανέβηκε αμέσως στο Σάλτσμπουργκ.
Τα ταξίδια ήταν μεγάλα και συχνά δύσκολα καθώς ταξίδευαν σε πρωτόγονες συνθήκες, περιμένοντας πολλές φορές από τους ευγενείς προσκλήσεις και επιστροφή των χρημάτων που ξόδευαν. Συχνά, ο Βόλφγκανγκ και άλλα μέλη της οικογένειάς του αρρώσταιναν και έπρεπε να περιορίσουν το πρόγραμμα τους.
Τον Δεκέμβριο του 1769, ο Βόλφγκανγκ, σε ηλικία 13 ετών μαζί με τον πατέρα του αναχώρησαν από το Σάλτσμπουργκ για την Ιταλία, αφήνοντας τη μητέρα και την αδελφή του στο σπίτι. Η μέχρι στιγμής επαγγελματική μουσική καριέρα της Nannerl τελείωνε. Ήταν κοντά στην ηλικία γάμου και σύμφωνα με την εποχή, δεν της επιτρεπόταν πλέον να παρουσιάζει στο κοινό το καλλιτεχνικό της ταλέντο .

Η περιοδία στην Ιταλία ήταν μεγαλύτερη από τις άλλες (1769-1771) καθώς ο Leopold, ήθελε να δείξει τις ικανότητες του γιου του ως ερμηνευτή και συνθέτη σε όσο το δυνατόν περισσότερα ακροατήρια. Στη Ρώμη ο Wolfgang άκουσε τον Miserere του Gregorio Allegri, στο παρεκκλήσι της Καπέλα Σιξτίνα. Επιστρέφοντας, έγραψε ολόκληρη τη σύνθεση της λειτουργίας στη μνήμη του, διορθώνοντας μερικά μικρά λάθη. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο Wolfgang έγραψε επίσης μια νέα όπερα, το Mitridate re di Ponto για το Μιλάνο. Ακολούθησαν και άλλες περιοδείες στην Ιταλία, όπου ο Βόλφγκανγκ έγραψε δύο άλλες όπερες, -Ascanio in Alba (1771) και Lucio Silla (1772).
Το Μάρτιο του 1773 ο Wolfgang και ο πατέρας του επέστρεψαν από την τελευταίο τους ταξίδι. Ο εργοδότης του πατέρα του, ο Αρχιεπίσκοπος von Schrattenbach είχε πεθάνει και τον διαδέχτηκε ο Ιερώνυμος von Colleredo. Ο νέος αρχιεπίσκοπος διόρισε τον νεαρό Μότσαρτ βοηθό συντονιστή με μικρό μισθό στη βασιλική ορχήστρα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο νεαρός Μότσαρτ είχε την ευκαιρία να εργαστεί σε διάφορα είδη μουσικής, συνθέτοντας συμφωνίες, κουαρτέτα εγχόρδων, σονάτες, σερενάτες και μερικές όπερες. Είχε πάθος για κονσέρτα βιολιού από την εποχή που έγραψε το πρώτο σε ηλικία πέντε ετών. Το 1776, γύρισε τις προσπάθειές του στις συναυλίες για πιάνο, με αποκορύφωμα το Concerto Number 9 in E flat major, στις αρχές του 1777.

Ο Βόλφγκανγκ μόλις έγινε 21 ετών.
Παρά την επιτυχία του στις συνθέσεις, αυξανόταν η δυσαρέσκεια για τη θέση του βοηθού συναυλιών, όπως επίσης και για το περιορισμένο περιβάλλον του Σάλτσμπουργκ. Ήταν φιλόδοξος και πίστευε ότι θα μπορούσε να κάνει περισσότερα κάπου αλλού. Ο Αρχιεπίσκοπος von Colloredo δεν άργησε να εκφράσει τις αντιρρήσεις του για τη διαμαρτυρία και την ανώριμη στάση της νεαρής μεγαλοφυΐας. Τον Αύγουστο του 1777, ο Μότσαρτ ξεκίνησε ένα ταξίδι για να βρει καλύτερη απασχόληση. Ο αρχιεπίσκοπος δεν έδινε άδεια στο Leopold να ταξιδέψει, οπότε η Άννα Μαρία συνόδευσε τον Βόλφγκανγκ στην αποστολή του στις πόλεις Μάνχαϊμ, Παρίσι και Μόναχο. Υπήρχαν πολλές θέσεις εργασίας που αρχικά ήταν πολλά υποσχόμενες, αλλά αποδείχθηκαν αποτυχία. Τα χρήματα άρχισαν να εξαντλούνται και αναγκάστηκε να βάλει ενέχυρο πολλά πολύτιμα προσωπικά είδη για να πληρώσει τα έξοδα ταξιδιού και διαμονής. Το χειρότερο σημείο του ταξιδιού ήταν όταν η μητέρα του αρρώστησε και πέθανε στις 3 Ιουλίου 1778. Όταν άκουσε την είδηση θανάτου της συζύγου του, ο Leopold, διαπραγματεύτηκε μια καλύτερη θέση για τον γιο του στο δικαστήριο του Σάλτσμπουργκ και ο Βόλφγκανγκ επέστρεψε αμέσως μετά.
Πίσω στο Σάλτσμπουργκ το 1779, ο Wolfgang παρήγαγε μια σειρά εκκλησιαστικών έργων, συμπεριλαμβανομένου και του Coronation Mass , ενώ το 1781 συνέθεσε το Ideomeneo, -μια άλλη όπερα για το Μόναχο.

Τον Μάρτιο του ίδιου χρόνου ο Μότσαρτ κλήθηκε στη Βιέννη από τον Αρχιεπίσκοπο von Colloredo να παρακολουθήσει την ενθρόνιση του Ιωσήφ Β’ στον Αυστριακό θρόνο. Η αδιάφορη υποδοχή του Αρχιεπισκόπου προς τον Μότσαρτ τον πρόσβαλε. Τον αντιμετώπιζε σαν ένα απλό βοηθητικό υπάλληλο, και του απαγόρευσε να ερμηνεύσει ενώπιον του αυτοκράτορα έναντι αμοιβής – η οποία ήταν ισάξια με το μισό ετήσιο μισθό του στο Σάλτσμπουργκ. Ακολούθησε μια διαμάχη και ο Μότσαρτ έδωσε την παραίτησή του. Ο Αρχιεπίσκοπος αρχικά αρνήθηκε, αλλά στη συνέχεια υποχώρησε με μια απότομη απόλυση. Η σύγκρουσή του με το κατεστημένο της πόλης και τον ίδιο τον αρχιεπίσκοπο σύντομα θα κατέληγε σε οριστικό διαζύγιο με τη συμφωνική. Ο Μότσαρτ αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Βιέννη ως ανεξάρτητος ερμηνευτής και συνθέτης και για κάποιο διάστημα ζούσε με φίλους στο σπίτι της Fridolin Weber . Βρήκε γρήγορα δουλειά στη Βιέννη, διδάσκοντας μαθητές, γράφοντας μουσική για έντυπη δημοσίευση και παίζοντας σε αρκετές συναυλίες. Άρχισε επίσης να γράφει μια όπερα την «Die Entführung aus dem Serail» (Η απαγωγή από το Seraglio).

Το 1778, ο 21χρονος Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, ερωτεύτηκε για πρώτη φορά. Η Αλοΐσια Γουέμπερ, ήταν κόρη της οικογενείας που φιλοξενούσε τον νεαρό μουσικό στο Μάνχαϊμ. Η οικογένεια Γουέμπερ, ήταν εξαιρετικά μουσικόφιλη και η Αλοΐσια καταπληκτική σοπράνο. Ήταν όμορφη, καλλιεργημένη με υπέροχη φωνή και εκτελούσε τα πολύπλοκα κομμάτια που συνέθετε ο Μότσαρτ για εκείνη. Ο Βόλφανγκ, ενημέρωσε τον πατέρα του ότι σκόπευε να φύγει στην Ιταλία με τη μελλοντική σύζυγό του, όπου θα συνέθετε όπερες και η Αλοΐσια θα τραγουδούσε, αλλά ο Λέοπολντ απαίτησε απ’ τον γιο του να ξεχάσει την Αλοΐσια και να συνεχίσει το ταξίδι του στο Παρίσι. Ο Βόλφγκανγκ υπάκουσε με βαριά καρδιά. Λίγους μήνες αργότερα, συνάντησε την Αλοΐσια στο Μόναχο και προσπάθησε να ανανεώσει τη σχέση τους, αλλά αυτή τον αγνόησε. Σύμφωνα με τη βιογραφία του Μότσαρτ, που έγραψε ο Τζορτζ Νικολάους βον Νίσεν, που παντρεύτηκε τη σύζυγο του Μότσαρτ μετά τον θάνατο του συνθέτη, η Αλοΐσια “παρίστανε ότι δεν τον ήξερε, -αυτόν για τον οποίον έκλαιγε γοερά μέχρι πριν λίγο καιρό».
Το 1781 ο Μότσαρτ βρέθηκε στη Βιέννη. Εκεί είχαν μετακομίσει και οι Γουέμπερ οι οποίοι και πάλι πρόσφεραν φιλοξενία στον συνθέτη.

Ο Βόλφγκανγκ βρέθηκε και πάλι ανάμεσα στις αδερφές Γουέμπερ, και το ενδιαφέρον του στράφηκε στην η 19χρονη Κονστάντζ. Γράφοντας και πάλι στον πατέρα του περιέγραψε την κοπέλα : “Έχει όμορφα μαύρα μάτια και ένα χαριτωμένο σώμα. Δεν είναι η πιο έξυπνη, ούτε η πιο διαβασμένη. Είναι ώριμη, μετρημένη και έχει την πιο καλή καρδιά στον κόσμο. Με αγαπάει και την αγαπώ”.
Το καλοκαίρι του 1781, ο Μότσαρτ σχεδιάζει το γάμο του με την Constanze. Γνωρίζοντας ότι ο πατέρας του θα απορρίψει τον γάμο του, ο νεαρός Μότσαρτ έγραψε γρήγορα τον πατέρα του ότι δεν έχει σκοπό να παντρευτεί, αλλά τον Δεκέμβριο, ζητούσε τις ευλογίες του για το γάμο. Ο Leopold φυσικά απέρριψε το γάμο του και οι επιστολές του έλεγαν, ότι η Constanze θα τον κατέστρεφε. Ωστόσο, ο Wolfgang διαφώνησε πολύ σε αυτό το θέμα με τον πατέρα του και δήλωνε ερωτευμένος. Η μητέρα της Constanze, Fridolin Weber τον πίεσε και τέλος ανάγκασε τον Βόλφανγκ να υποσχεθεί γάμο με τον εκβιασμό ότι αν δεν παντρευτεί την κόρη της μέσα σε τρία χρόνια, θα της έδινε 300 χρυσά νομίσματα κάθε χρόνο, μέχρι το τέλος της ζωής της.
Το ζευγάρι τελικά παντρεύτηκε στις 4 Αυγούστου 1782 και ο Leopold συμφώνησε απρόθυμα με το γάμο. Ο Constanze και ο Wolfgang έκαναν έξι παιδιά, αλλά μόνο δύο επέζησαν, ο Karl Thomas και ο Franz Xaver.Παρά τις οικονομικές δυσκολίες και τα συνεχή ταξίδια του Βόλγφανγκ, το ζευγάρι υπήρξε πολύ ευτυχισμένο.
Το 1783, ο Wolfgang Amadeus Mozart ενθουσιασμένος με το έργο του Johannes Sebastian Bach και του George Frederic Handel έγραψε διάφορες συνθέσεις σε στιλ μπαρόκ και επηρέασε πολλές από τις μεταγενέστερες συνθέσεις του, με περάσματα στο Die Zauberflote (The Magic Flute) και το φινάλε της Symphony Number 41.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Μότσαρτ συναντήθηκε με τον Joseph Haydn και οι δύο συνθέτες έγιναν πολύ καλοί φίλοι. Όταν ο Haydn τον επισκέφθηκε τη Βιέννη, έκαναν μερικές αυτοσχέδιες συναυλίες με κουαρτέττα εγχόρδων. Μεταξύ 1782 και 1785 ο Μότσαρτ έγραψε έξι κουαρτέτα αφιερωμένα στον Haydn.
Η όπερα Die Entführung είχε μεγάλη επιτυχία και ενίσχυσε το όνομα και το ταλέντο του Wolfgang Amadeus Mozart σε όλη την Ευρώπη. Με τις σημαντικές αποδόσεις από τις συναυλίες και τη δημοσιότητα, αυτός και η Constanze απολάμβαναν έναν πλούσιο τρόπο ζωής. Ζούσαν σε ένα από τα αποκλειστικά κτίρια διαμερισμάτων της Βιέννης, έστειλαν το γιο τους, τον Καρλ Τόμας σε ένα ακριβό οικοτροφείο, είχαν υπηρέτες και διατηρούσαν μια πολυάσχολη κοινωνική ζωή. Το 1783, ο Μότσαρτ και η Constanze ταξίδεψαν στο Σάλτσμπουργκ, για να επισκεφθούν τον πατέρα και την αδελφή του. Η επίσκεψη δεν ήταν όπως την περίμενε, καθώς ο Leopold ήταν ακόμα απρόθυμος πεθερός και η Nannerl μια πιστή κόρη. Οι σχέσεις με τον πατέρα του ήταν πια παγερές, καθώς ποτέ δεν συγχώρεσε στον γιο του τόσο για τον τσακωμό με τον αρχιεπίσκοπο του Σάλτσμπουργκ, όσο και για τον γάμο χωρίς τη συγκατάθεσή του, αλλά η διαμονή του εκεί, του έδωσε την ευκαιρία να ξεκινήσει να γράφει το Mass in C minor, από την οποία ολοκληρώθηκαν μόνο τα δύο πρώτα τμήματα, το «Kyrie» και «Gloria».

Από το 1782 έως το 1785, ο Mozart, μοίρασε το χρόνο του σε δικές του παραγωγές με συναυλίες και ως σολίστ, παρουσιάζοντας τρεις έως τέσσερις νέες συναυλίες πιάνου σε κάθε εποχή. Πολλές παραγωγές τις χρηματοδοτούσε μόνος του, καθώς δεν ήταν υπάλληλος καμιάς αυλής. Ο νοικιασμένος θεατρικός χώρος της Βιέννης ήταν μερικές φορές άβολος και η προσέλευση του κόσμου γινόταν δύσκολα. Έτσι ο Mozart έκανε κράτηση σε αντισυμβατικούς χώρους, όπως μεγάλες αίθουσες χορού, σε πολυκατοικίες, πολυτελή εστιατόρια ή ακόμα και προθαλάμους κτιρίων. Το έτος 1784, αποδείχθηκε πολύ παραγωγικό. Κατά τη διάρκεια μιας περιόδου πέντε εβδομάδων, εμφάνισε 22 συναυλίες, συμπεριλαμβανομένων πέντε που παρήγαγε και παρουσίασε ως σολίστ. Σε μια τυπική συναυλία, έπαιζε μια επιλογή από υπάρχοντα κομμάτια ή αυτοσχεδίαζε. Οι συναυλίες ήταν πολύ καλές, καθώς ο Μότσαρτ απολάμβανε μια μοναδική σχέση με τα ακροατήρια του, τα οποία, όπως λέει ο βιογράφος του Μότσαρτ, Maynard Solomon, «έδωσαν την ευκαιρία να δουν τη μετατροπή και τελειότητα ενός μεγάλου μουσικού είδους». Ο Μότσαρτ από εκείνη την εποχή άρχισε να κρατά έναν κατάλογο της δικής του μουσικής, δείχνοντας να συνειδητοποιεί τη θέση του στη μουσική ιστορία.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1780, ο υπερβολικά πλούσιος τρόπος ζωής του Wolfgang και της Constanze Mozart, άρχισε να τους επηρεάζει οικονομικά. Συσχετιζόταν με αριστοκράτες και θεωρούσε ότι πρέπει να ζει σαν ένας από αυτούς. Το 1784 ο Μότσαρτ έγινε Ελευθεροτέκτονας, σε μια εποχή βέβαια που η Στοά ήταν ένα προοδευτικό τάγμα με σοβαρή κοινωνική και φιλανθρωπική δράση.
Παρά την επιτυχία του ως πιανίστας και συνθέτης, ο Μότσαρτ έπεσε σε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και σκέφτηκε σαν προσωρινή λύση, για ένα πιο σταθερό και κερδοφόρο εισόδημα, τον διορισμό του σε κάποια βασιλική αυλή, παρά το γεγονός ότι θα έχανε την αυτονομία του. Ωστόσο, αυτό δεν ήταν εύκολο με τη μουσική προτίμηση των αυλών να στρέφονται στους Ιταλούς συνθέτες κάτω από την επιρροή του Kapellmeister Antonio Salieri. Η σχέση του Μότσαρτ με το Salieri αποτέλεσε αντικείμενο θρύλου και εικασιών. Οι επιστολές που γράφτηκαν μεταξύ του Μότσαρτ και του πατέρα του, Leopold, δείχνουν ότι και οι δύο αισθανόνταν αντιπαλότητα και δυσπιστία απέναντι στους Ιταλούς μουσικούς και γενικότερα για τον Salieri. Δεκαετίες μετά το θάνατο του Μότσαρτ, διαδόθηκαν φήμες ότι ο Σαλιέρη τον είχε δηλητηριάσει, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία βάση για αυτή την εικασία. Οι δύο συνθέτες συχνά διαμαρτύρονταν για την δουλειά και υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι η σχέση τους ήταν κάτι πέρα από μια τυπική επαγγελματική αντιπαλότητα. Και οι δύο θαύμαζαν το έργο του άλλου και σε κάποιο σημείο συνεργάστηκαν ακόμη και σε μια καντάτα για φωνή και πιάνο που ονομάζεται Per la recuperate salute di Ophelia.

Το 1785, ο Μότσαρτ συναντήθηκε με τον Λιβρετίστα Λόρεντζο Ντα Πόντε, βενετσιάνο συνθέτη και ποιητή και μαζί συνεργάστηκαν για την όπερα «Ο γάμος του Φίγκαρο».

Η όπερα ήταν πολύ μεγάλη επιτυχία στην πρεμιέρα της Βιέννης το 1786 και ακόμη πιο μεγάλη, στην Πράγα αργότερα το ίδιο έτος. Αυτός ο θρίαμβος οδήγησε σε μια δεύτερη συνεργασία με τον Da Ponte στην όπερα Don Giovanni, η οποία έκανε πρεμιέρα το 1787 με μεγάλη επιτυχία στην Πράγα. Οι δύο όπερες διακρίνονται για τη μουσική πολυπλοκότητα και αποτελούν μεταξύ των άλλων τα σημαντικότερα έργα του Mozart – στυλοβάτες του ρεπερτορίου σήμερα. Και οι δύο συνθέσεις έχουν χαρακτηριστικό γνώρισμα τον κακό αριστοκράτη, αν και ο Figaro παρουσιάζεται περισσότερο στην κωμωδία να απεικονίζει την έντονη κοινωνική ένταση. Στο συνολικό κεντρικό επίτευγμα των δυο έργων αναδεικνύεται η στενή σχέση της μουσικής και του δράματος.
Τον Δεκέμβριο του 1787 ο αυτοκράτορας Ιωσήφ Β’, διόρισε τον Wolfgang Amadeus Mozart στη θέση του « αυλικού συνθέτη», η οποία είχε ανοίξει μετά το θάνατο του Gluck. Ήταν μια θέση μερικής απασχόλησης με χαμηλή αμοιβή, και απαιτούσε από τον Μότσαρτ να συνθέτει χορευτικά κομμάτια για τις ετήσιες χοροεσπερίδες. Το μέτριο εισόδημα ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για τον Μότσαρτ, ο οποίος αγωνιζόταν με τα χρέη και του έδωσε την ελευθερία να ερευνήσει περισσότερο τις προσωπικές μουσικές του φιλοδοξίες.

Προς το τέλος της δεκαετίας του 1780, τα οικονομικά του Wolfgang Amadeus Mozart άρχισαν να επιδεινώνονται. Έδινε λιγότερες παραστάσεις και το εισόδημά του συρρικνώθηκε σημαντικά. Η Αυστρία βρισκόταν σε πόλεμο και τόσο η ευημερία, όσο και η υποστήριξη της αριστοκρατίας στις τέχνες είχαν μειωθεί. Στα μέσα του 1788, ο Μότσαρτ μετέφερε την οικογένειά του από το κέντρο της Βιέννης στο προάστιο Alsergrund, σαν ένα τρόπο μείωσης του κόστους διαβίωσης, αλλά στην πραγματικότητα, τα οικογενειακά του έξοδα παρέμειναν υψηλά και η νέα κατοικία παρείχε μόνο περισσότερο χώρο. Ο Μότσαρτ άρχισε να δανείζεται χρήματα από φίλους, παρόλο που ήταν σχεδόν πάντοτε σε θέση να εξοφλήσει αμέσως. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, έγραψε τις τελευταίες τρεις συμφωνίες του και την τελευταία από τις τρεις όπερες Da Ponte, Cosi Fan Tutte, η οποία έκανε πρεμιέρα το 1790. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Μότσαρτ έκανε μεγάλες αποστάσεις από τη Βιέννη στη Λειψία, το Βερολίνο και τη Φρανκφούρτη, ελπίζοντας να αναβιώσει τη μεγάλη του επιτυχία και να ζωντανέψει την οικονομική κατάσταση της οικογένειας, αλλά δεν τα κατάφερε. Η διετή περίοδος του 1788-1789 ήταν η πιο άσχημη για τον Μότσαρτ, βιώνοντας όπως είχε πει «μαύρες σκέψεις και βαθιά κατάθλιψη».
Στα τριάντα του χρόνια, ο Wolfgang Amadeus Mozart πέρασε μια περίοδο μεγάλης παραγωγικότητας, αλλά και ανάρρωσης. Μερικά από τα πιο θαυμαστά έργα του – η όπερα The Magic Flute, το τελευταίο concerto για το πιάνο στο B-flat, το Κλαρινέτο Concerto σε A major και το ημιτελές Requiem – γράφτηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Ο Μότσαρτ ήταν σε θέση να αναβιώσει μεγάλο μέρος της δημόσιας του φήμης με επαναλαμβανόμενες παραστάσεις των έργων του. Η οικονομική του κατάσταση άρχισε να βελτιώνεται, καθώς οι πλούσιοι προστάτες στην Ουγγαρία και το Άμστερνταμ δεσμεύτηκαν, με αντάλλαγμα περιστασιακές συνθέσεις και έτσι ήταν σε θέση να πληρώσει πολλά από τα χρέη του.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου τόσο η ψυχική όσο και η σωματική υγεία του Wolfgang Amadeus Mozart επιδεινώνονταν. Τον Σεπτέμβριο του 1791 ήταν στην Πράγα για την πρεμιέρα της όπερας La Clemenza di Tito, η οποία του ανατέθηκε για τη στέψη του Λεοπόλδου Β, βασιλιά της Βοημίας. Ο Μότσαρτ ανέκαμψε για σύντομο χρονικό διάστημα στη διεξαγωγή The Magic Flute της πρεμιέρας στην Πράγας, αλλά έπεσε περισσότερο το Νοέμβριο και περιορίστηκε στο κρεβάτι. Η Constanze και η αδελφή της Sophie ήρθαν στο πλευρό του να τον βοηθήσουν, αλλά ο Mozart ήταν πολύ απασχολημένος να τελειώσει το Requiem και οι προσπάθειές τους αποδείχθηκαν μάταιες.

Η δραματική επιδείνωση στην υγεία του Μότσαρτ στις αρχές Δεκεμβρίου του 1791 οδήγησε στο θάνατό του. Ο Wolfgang Amadeus Mozart πέθανε στη μία τα ξημερώματα της 5ης Δεκεμβρίου 1791 σε ηλικία 35 ετών. Η αιτία θανάτου είναι αβέβαιη, λόγω έλλειψης διάγνωσης. Επισήμως, το αρχείο καταγράφει την αιτία ως miliary πυρετό (παρασιτική μόλυνση), – γενική αιτία μολυσματικών ασθενειών που προκαλούν οξύ πυρετό και δερματικά εξανθήματα που μοιάζουν με σπόρους κεχρί.

Από τότε βέβαια έχουν κυκλοφορήσει πολλές υποθέσεις σχετικά με το θάνατο του Μότσαρτ. Ορισμένοι το απέδωσαν σε ρευματοειδή πυρετό, μια ασθένεια που υπέφερε επανειλημμένα καθ ‘όλη τη διάρκεια της ζωής του. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν πολλοί λίγα άτομα και θάφτηκε στο νεκροταφείο του Αγίου Μarx, σε μαζικό τάφο. Ο τάφος του όμως δεν βρέθηκε ποτέ και γι’ αυτό, επίσημο τάφο του θεωρούν το κενοτάφιο στη Βιέννη σε πτέρυγα τιμώμενων προσώπων. Κατά το βιεννέζικο εθιμοτυπικό εκείνης της εποχής, μόνο οι αριστοκράτες και οι ευγενείς μπορούσαν να ταφούν δημόσια σε επιφανείς τάφους αλλά οι επιμνημόσυνες συναυλίες του στη Βιέννη και την Πράγα πήγαν καλά. Η παραγγελία του κόμητα Φ. Βάλζεγκ-Στούπαχ, Ρέκβιεμ, έμεινε ημιτελής. Οι J. Eybler και Φ. Συσμάιερ ανέβαλαν να το τελειώσουν με εντολή της Κονστάνζ.
Μετά το θάνατό του, η Κονστάνζ πούλησε πολλά από τα αδημοσίευτα χειρόγραφα του, για να ξεχρεώσει τα μεγάλα χρέη της οικογένειας. Πήρε σύνταξη από τον αυτοκράτορα και διοργάνωσε αρκετές κερδοφόρες συναυλίες προς τιμή του Μότσαρτ. Από αυτές τις προσπάθειες, η Constanze μπόρεσε να έχει κάποια οικονομική ασφάλεια για τον εαυτό της και να στείλει τα παιδιά της σε ιδιωτικά σχολεία. Τα δύο παιδιά, βάδισαν στα χνάρια του πατέρα τους. Ο ένας έγινε συνθέτης, μαέστρος περιορισμένου βεληνεκούς και πιανίστας.
Η κουνιάδα του Sophie Haibel, η οποία τον φρόντιζε μαζί με την Κονστάνζ, έγραψε σε επιστολή ότι λίγες ώρες μετά το θάνατο του Μότσαρτ, ο αρχηγός του «Müller’s Kunstkabinett», ο Count Joseph Deym, έσπευσε στο νεκροκρέβατο του Mozart και έκανε ένα γύψινο προσωπείο το οποίο έδωσε στην Κονστάντζ όπως επίσης, έκανε ένα παρόμοιο χάλκινο χυτό προσωπείο του Μότσαρτ για τον εαυτό του.
Η δημιουργία μάσκας θανάτου διάσημων προσωπικοτήτων ήταν κοινή στον 18ο αιώνα. Κάποια στιγμή, η Konstanze έριξε κάτω το γύψο και έσπασε. Το χάλκινο προσωπείο εξαφανίστηκε, πιθανότατα σε κάποια ιδιωτική αυστριακή συλλογή. Κατά πάσα πιθανότητα είχε πουληθεί σε κατάστημα μεταχειρισμένων ειδών ως μέρος περιουσίας κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Λίγο μετά την ανακάλυψη της από τον εμπειρογνώμονα φυσιογνωμιστή και γλύπτη Willy Kau, ο οποίος αναγνώρισε την μάσκα, ξεκίνησε μεγάλη διαμάχη για την αυθεντικότητα της. Σήμερα, μετά από λεπτομερή επιστημονική εξέταση, πιστεύεται ότι η μάσκα θανάτου είναι «πιθανώς αυθεντική».
Ο θάνατος του Wolfgang Amadeus Mozart ήρθε σε νεαρή ηλικία, και σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα ήρθε η άνοδος και η φήμη του. Θυμίζει αστέρες που κάηκαν πολύ σύντομα, αλλά άφησαν αιώνιο σημάδι. Τη στιγμή του θανάτου του, ο Μότσαρτ θεωρήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους συνθέτες όλων των εποχών και γιγαντώθηκε ο θρύλος του, με τον πρόωρο θάνατό του σε ηλικία 35 ετών. Μέχρι σήμερα, τα σενάρια για τον χαμό του εξακολουθούν να προβληματίζουν και γιατροί, ιστορικοί, μουσικολόγοι, ερευνητές, δημοσιογράφοι και μελετητές έχουν εικάσει 118 αιτίες θανάτου, συντελώντας στη διαχρονική παραφροσύνη θανάτου του Μότσαρτ. Δηλητηριάστηκε τελικά από τον αντίπαλό του συνθέτη Αντόνιο Σαλιέρι; Πέθανε από νεφρική ανεπάρκεια, ρευματικό πυρετό ή παρασιτική μόλυνση;

Η μουσική του Μότσαρτ, παρουσιάζει μια τολμηρή έκφραση -συχνά περίπλοκη, και απαιτεί υψηλή τεχνική επιδεξιότητα από τους μουσικούς που την εκτελούν. Κανείς άλλος δεν κατάφερε να αγκαλιάσει τη μουσική τόσο πολύπλευρα όπως ο Μότσαρτ, κανένας δεν μπόρεσε να την απογειώσει στην εκστατική τελειότητα όσο αυτή η μουσική μεγαλοφυΐα.
Το έργο του επηρέασε πολλούς συνθέτες που ακολούθησαν – κυρίως τον Μπετόβεν. Οι όπερες του εμφανίζουν μια παράξενα μοναδική ψυχολογική αντίληψη της μουσικής για εκείνη την εποχή και συνεχίζουν να ασκούν μια ιδιαίτερη γοητεία για τους μουσικούς και τους λάτρεις της κλασικής μουσικής σήμερα. Η σύγχρονη εποχή ανάδειξε επίσης τις θεραπευτικές ιδιότητες της μουσικής του Μότσαρτ σε ασθενείς που βρίσκονται σε μετεγχειρητικό στάδιο, όπως επιβεβαίωσε ένας 30χρονος Αμερικανός χειρουργός, ο οποίος υποστηρίζει ότι οι νότες του Αυστριακού συνθέτη επισπεύδουν την έκκριση της αυξητικής ορμόνης που έχει καταπραϋντική επίδραση στον ανθρώπινο οργανισμό. Ήδη κινητοποιήθηκαν πολλοί κλινικοί ιατροί με διάφορες ειδικότητες, οι οποίοι χρησιμοποιούν τη μουσική ως συμπληρωματικό θεραπευτικό μέσο με εφαρμογές της μουσικοθεραπείας στην αντιμετώπιση του πόνου, του ψυχοσωματικού στρες, στον τοκετό, τη χρήση στις μονάδες πρόωρων νεογνών, στη μετεγχειρητική ανάρρωση, την ανακούφιση και θεραπεία καρκινοπαθών, όπως επίσης σε μονάδες εντατικής θεραπείας καρδιοπαθών, εφαρμογές στη νόσο Αλτσχάιμερ, την αντιμετώπιση κατάθλιψης, βελτίωση της επικοινωνίας ψυχιατρικών ασθενών και πολλές άλλες εφαρμογές.
Τα έργα του παρέμειναν δημοφιλή, γράφτηκαν βιογραφίες γι’ αυτόν και η μουσική του απολαμβάνει μέχρι σήμερα το θαυμασμό. Ο παθιασμένος Μότσαρτ, έδωσε με τις συνθέσεις του μια επαναστατική χροιά στην καταπίεση των κοινωνικών φρονημάτων και αντιλήψεων εκείνης της εποχής, διαφυλάσσοντας σταθερά την προσωπική του ελευθερία.


Δέσπω

photo pexels

  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Σχετικά άρθρα:

loading...
loading...