Μια «βρώμικη» μορφή καθαρής εξόδου της Ελλάδας αναμένει η JP Morgan

JPΜια «βρώμικη» έξοδος με προληπτική γραμμή πίστωσης θα ήταν η επιθυμητή λύση για την Ελλάδα από οικονομικής άποψης, επισημαίνει η JP Morgan σε νέα έκθεσή της. Αναγνωρίζοντας πως δεν υπάρχουν πολλές πιθανότητες γι' αυτό, καθώς πολιτικοί λόγοι «επιβάλουν» μια καθαρή έξοδο της χώρας, η οποία, ωστόσο, όπως εκτιμάται στην έκθεση, συνεπάγεται ενισχυμένη μεταμνημονιακή εποπτεία σε συνδιασμό με μια «μέτρια» ελάφρυνση χρέους, επισημαίνει πως τελικά θα πρόκειται για μια περισσότερο «βρώμικη» παρά καθαρή έξοδο.

Πάντως, η JP Morgan εξακολουθεί να δίνει πιθανότητες σε προληπτική γραμμή πίστωσης, όμως μόνο στην περίπτωση που υπάρξουν σημαντικές αναταραχές στις αγορές, λόγω της ιταλικής κρίσης, κάτι το οποίο, βέβαια, δεν θεωρεί πιθανό στο επόμενο διάστημα.

Έτσι, η JP Morgan αναμένει την ύπαρξη μιας μορφής καθαρής εξόδου (δηλαδή χωρίς προληπτική γραμμή πίστωσης) η οποία θα «πατήσει» πάνω σε ισχυρές ad hoc συμφωνίες για την «συμφιλίωση» τριών βασικών στόχων από την πλευρά των πιστωτών:

1) Διατήρηση ευνοϊκής τιμολόγησης στην αγορά
2) Διασφάλιση σταδιακής αύξησης της πρόσβασης στην αγορά σε πολυετή περίοδο
3) Επιβολή επαρκών προϋποθέσεων στη χώρα για μια μεγάλη χρονική περίοδο, προκειμένου να αποφευχθεί ο ηθικός κίνδυνος.

Η JP Morgan εκτιμά πως είναι πιθανό ότι το βασικό μέρος της συμφωνίας που θα στηρίζει μια «καθαρή» έξοδο να γνωστοποιηθεί στη συνεδρίαση του Eurogroup της 21ης Ιουνίου. Η Ελλάδα προχωρά ταχύταταδτο κλείσιμο των εκκρεμών προαπαιτούμενων, οδεύοντας στην ολοκλήρωση της δ’ αξιολόγησης.

Η JP Morgan εκτιμά ότι οι πιστωτές θα είναι πρόθυμοι να αποκαλύψουν τις κύριες λεπτομέρειες του νέου πακέτου νωρίτερα, προκειμένου να υπάρξει χρόνος προσαρμογής αν η αντίδραση της αγοράς αποδειχθεί «χλιαρή» (έως το επόμενο Eurogroup στις 12 Ιουλίου το αργότερο).

Δεδομένων των πολλών στόχων, οι οποίοι πρέπει να συμφωνηθούν αλλά και του αγεφύρωτου χάσματος μεταξύ Βερολίνου και Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου αναφορικά με την ελάφρυνση του χρέους, είναι δύσκολο να οριστούν με ακρίβεια οι λεπτομέρειες της συμφωνίας.

Ωστόσο, η JP Morgan εκτιμά πως εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη σταθερής επενδυτικής βάσης για τα ελληνικά ομόλογα, και έτσι μόνο παρατεταμένη, σταθερή μακροοικονομική και δημοσιονομική επίδοση θα οδηγούσε την Ελλάδα να ανακτήσει τον επενδυτικό βαθμό, τον οποίο η JP Morgan θεωρεί πως αποτελεί έναν σημαντικό όρο για την απεριόριστη πρόσβαση στις αγορές.

Η JP Morgan, σε αυτό το πλαίσιο, εκτιμά ότι οι Ευρωπαίοι πιστωτές θα επιλέξουν την «καθαρή» έξοδο με συνδυασμό:

1) ενός ενισχυμένου ταμειακού αποθέματος από 15 μέχρι 25 δισ. ευρώ, το οποίο θα κάλυπτε τις ανάγκες χρηματοδότησης της χώρας σχεδόν μέχρι το 2020
2) τη μερική επαναγορά των δανείων-τίτλων των ΔΝΤ-ΕΚΤ έως το 2023 (ονομαστικές αποσβέσεις περίπου 20 δισ. ευρώ)
3) κάποια μορφή ελάφρυνση χρέους, υπό τη μορφή παράτασης της λήξης κατά 5-10 ετών των δανείων του EFSF, πιθανή σταθεροποίηση του κόστους των επιτοκίων ή και παράταση των περιόδων χάριτος για τις πληρωμές των τόκων.

Όπως εκτιμά η JP Morgan, μια τέτοια «καθαρή» έξοδος θα οδηγούσε ακόμα και σε απώλεια του waiver από την ΕΚΤ, καθιστώντας έτσι τα ελληνικά ομόλογα μη επιλέξιμα για χρηματοδότηση από την ΕΚΤ και για το QE. Από την άποψη της αγοράς, η έλλειψη του QE είναι αρνητική, ωστόσο θα μπορούσε να αντισταθμιστεί από τη θετική επίπτωση των περιορισμένων χρηματοδοτικών αναγκών μέσα στα επόμενα έτη.

Αναφορικά με τις προϋποθέσεις, η JP Morgan επικαλείται αναφορές οι οποίες δείχνουν ότι η ενισχυμένη επιτήρηση θα διαρκέσει τουλάχιστον 18-24 μήνες (ώστε να καλύψει το χρονικό διάστημα μέχρι τις εκλογές που έχουν προγραμματιστεί για το 2019) και θα είναι αυξημένη όπως η εποπτεία που υπάρχει στο πλαίσιο του προγράμματος, ώστε η ελάφρυνση του χρέους ακόμη και το μαξιλάρι ρευστότητας, ενδεχομένως να υπόκεινται στην ικανοποιητική ολοκλήρωση δημοσιονομικών αλλά και μεταρρυθμιστικών ορόσημων.

Μια μη συμμόρφωση από την πλευρά της Αθήνας, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει κυρώσεις όπως η προσωρινή αναστολή των χρηματοδοτικών μέτρων στήριξης, όπως ακριβώς γίνεται σε ένα πρόγραμμα.

Ωστόσο, όπως η JP Morgan αναφέρει, ένα τέτοιο πακέτο δεν θα είναι αρκετό για να καταστήσει το ελληνικό χρέος βιώσιμο μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, καθώς θα απαιτείται επέκταση ωριμάνσεων πάνω από 15 έτη και επιπλέον περίοδοι χάριτος περισσότερων των 10 ετών.

Πάντως, η JP Morgan παραδέχεται ότι το πακέτο θα μπορούσε να αποδειχτεί αρκετό για να πειστούν οι συμμετέχοντες στην αγορά, γιατί θα καταστήσει διαχειρίσιμες τις ανάγκες χρηματοδότησης της Ελλάδας, με περιορισμένη αλλά αυξανόμενη πρόσβαση στην αγορά κατά τη διάρκεια μιας πενταετούς περιόδου, ενώ η επιπλέον ελάφρυνση του χρέουςθα είναι διαθέσιμη μακροπρόθεσμα.

Επιπλέον, τονίζει η JP Morgan, ένα τέτοιο πακέτο θα προσέφερε βοήθεια σε περιόδους κινδύνων και θα μπορούσε να εγγυηθεί τη δέσμευση της χώρας στην συνέχιση των μεταρρυθμίσεων με την πάροδο του χρόνου, το οποίο θα δημιουργούσε ένα περιβάλλον με ισχυρή ανάκαμψη, πιθανότατα με ρυθμούς του 3% του ΑΕΠ.

Κλείνοντας, η JP Morgan επιμένει στην άποψή της ότι το ΔΝΤ δεν θα συμμετάσχει τελικά στο πρόγραμμα, αλλά θα διατηρήσει τον ρόλο του τεχνικού συμβούλου. Ο οίκος εκτιμά πως όλα τα παραπάνω δεν επαρκούν για την επίτευξη της έγκρισης του Ταμείου, λόγω της έλλειψης σημαντικών μέτρων ελάφρυνσης χρέους. Ωστόσο, δεν αποκλείει την εκπόνηση μιας ανάλυσης βιωσιμότητας χρέους μεσοπρόθεσμα, εκτιμώντας ότι αυτό θα είναι βιώσιμο στο άμεσο μέλλον και αφήνοντας τη μακροπρόθεσμη εκτίμηση να εξαρτάται από μελλοντικές ελαφρύνσεις χρέους από τους Ευρωπαίους, αναφορικά με την αρχική δέσμευσή τους για διατήρηση των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών της τάξης του 15-20% του ΑΕΠ.

Πηγή: economy365.gr

Σχετικά άρθρα:

loading...
Close Menu