• Αρχική
  • Άρθρα
  • Αυστρία: Ηχηρό ράπισμα για το συγκυβερνών Κόμμα των Ελευθέρων, η δικαστική απόρριψη της διεκδίκησης αποζημίωσης του

Αυστρία: Ηχηρό ράπισμα για το συγκυβερνών Κόμμα των Ελευθέρων, η δικαστική απόρριψη της διεκδίκησης αποζημίωσης του

Ως ηχηρό ράπισμα για το συγκυβερνών στην Αυστρία, ακροδεξιό εθνικιστικό Κόμμα των Ελευθέρων, σχολιάζουν απόψε παρατηρητές στη Βιέννη, την απόρριψη από το Περιφερειακό Δικαστήριο Αστικών Υποθέσεων, της αγωγής που είχε καταθέσει πέρυσι το κόμμα αυτό.


Με την αγωγή του, το Κόμμα των Ελευθέρων διεκδικούσε αποζημίωση από την Αυστριακή Δημοκρατία για τα επιπλέον έξοδα με τα οποία αυτό φέρεται να είχε επιβαρυνθεί εξαιτίας της επανάληψης των προεδρικών εκλογών του 2016 – μια επανάληψη που όμως, είχε προκαλέσει το ίδιο το Κόμμα των Ελευθέρων, και πάλι με προσφυγή του στη Δικαιοσύνη.

Η πρόεδρος του δικαστηρίου Μάργκιτ Σάλερ, «μη βλέποντας να συνάδει αξίωση καταβολής αποζημίωσης», έκλεισε έπειτα από μόλις μία ώρα την διαδικασία, ενώ η απόφαση πρόκειται να ανακοινωθεί γραπτώς. Η ίδια περιόρισε την δικαστική διαδικασία στη βάση της αξίωσης, εξετάζοντας κατ’ αρχήν, εάν μπορεί γενικά να υπάρξει αξίωση για αποζημίωση, ζήτημα που, όπως τόνισε, δεν μπορεί να αποσαφηνιστεί σε μία αποδεικτική διαδικασία, καθώς πρόκειται για θέμα ερμηνείας του νόμου.

Στην αγόρευσή της, η δικαστής υποστήριξε πως οι εκλογικές προδιαγραφές στοχεύουν στην προστασία της ελεύθερης βούλησης των εκλογέων, και αυτό κατά την γνώμη της δεν συμπεριλαμβάνει την περιουσία του υποψήφιου, πολύ δε λιγότερο την περιουσία του ενάγοντα.

Από την πλευρά του, ο συνήγορος του Κόμματος των Ελευθέρων και πρώην υπουργός τους της Δικαιοσύνης, στην πρώτη συγκυβέρνησή τους με το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα (2000-2006), Ντίτερ Μπέμντορφερ, επέκρινε τη θέση της Μάργκιτ Σάλερ ως «λανθασμένη νομική άποψη», ενώ απορρίπτοντας ο ίδιος την γενικά επικρατούσα άποψη για «ήττα» του κόμματος του, επισήμανε πως «πρόκειται για την απαρχή μιας πιθανόν πολύ επιτυχούς δικαστικής διαδικασίας».

Το Κόμμα των Ελευθέρων, που συμμετέχει στην κυβέρνηση μαζί με το Λαϊκό Κόμμα του καγκελαρίου Σεμπάστιαν Κουρτς, διεκδικεί αποζημίωση 3,4 εκ. ευρώ για τα επιπλέον έξοδά του εξαιτίας της επανάληψης των εκλογών του 2016, ισχυριζόμενο ότι η Αυστριακή Δημοκρατία φέρει ευθύνες, επειδή παρατυπίες από την πλευρά των αρχών κατέστησαν αναγκαία την επανάληψη των προεδρικών εκλογών του 2016.

Σε έντονη αντίδρασή του μετά από την κατάθεση της αγωγής από τους Ελεύθερους στις αρχές του περασμένου Δεκεμβρίου, το μεγαλύτερο κόμμα της αυστριακής αντιπολίτευσης, το Σοσιαλδημοκρατικό, είχε καταγγείλει πως συνιστά «θρασύτητα» του Κόμματος των Ελευθέρων, «που έχει χάσει κάθε ίχνος ευπρέπειας», να προχωρά σε νομικές ενέργειες για να γεμίσει το κομματικό ταμείο του, σε εποχές μείωσης του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και μιας σειράς μέτρων κοινωνικής αποδόμησης.

Οι προεδρικές εκλογές του 2016, υπήρξαν οι πλέον παράδοξες εκλογές που έχουν διεξαχθεί στην Αυστρία μετά το 1945, με τις αναβολές τους και τις συνολικά τρεις εκλογικές αναμετρήσεις για την εκλογή Προέδρου, αλλά και με τον μεγαλύτερο σε διάρκεια στην ιστορία προεκλογικό αγώνα των δώδεκα μηνών, τον οποίο, το Κόμμα των Ελευθέρων, όπως το ίδιο κατηγορήθηκε, προσπάθησε να μετατρέψει σε μία άγρια αρένα χρησιμοποιώντας κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο.

Οι «Ελεύθεροι», μη αποδεχόμενοι την ήττα του υποψηφίου τους, Νόρμπερτ Χόφερ, κατά τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών της 22ας Μαΐου 2016, είχαν προσβάλει το αποτέλεσμα με προσφυγή του στο Αυστριακό Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο και ακύρωσε το αποτέλεσμα, ορίζοντας έναν τρίτο, επαναληπτικό, γύρο στις 4 Δεκεμβρίου 2016.

Στην απόφασή του, η οποία είχε αποτελέσει παγκόσμια καινοτομία και αμφισβητήθηκε από μία σειρά νομικούς, συνταγματολόγους και πολιτικούς αναλυτές, το Συνταγματικό Δικαστήριο παραδεχόταν πως «κανένας από τους μάρτυρες που εξετάστηκαν στη διάρκεια της δημόσιας προφορικής ακροαματικής διαδικασίας, δεν έδωσε το παραμικρό στοιχείο ότι υπήρξαν πραγματικές νοθείες».

Παρά το γεγονός αυτό ωστόσο, τα 14 μέλη του Συνταγματικού Δικαστηρίου, αποφαίνονταν στην απόφασή τους, πως ο δεύτερος γύρος των προεδρικών εκλογών έπρεπε να ακυρωθεί «εξαιτίας παρατυπιών κατά την καταμέτρηση των επιστολικών ψήφων σε 14 περιφέρειες και εξαιτίας της διαβίβασης από την πλευρά του αυστριακού υπουργείου Εσωτερικών, κάποιων μεμονωμένων εκλογικών αποτελεσμάτων σε μέσα ενημέρωσης και ερευνητικά ινστιτούτα, πριν τη λήξη της εκλογικής διαδικασίας».

Οι επικριτές της απόφασης τονίζουν ακόμη και έως σήμερα, πως αυτή η απόφαση θα μπορούσε να έχει τεράστιες πολιτικές επιπτώσεις, ανοίγοντας διάπλατα τις πύλες για την προσβολή οποιασδήποτε εκλογικής διαδικασίας στο μέλλον, σε περίπτωση μη αρεστού αποτελέσματος.

Νέα προσφυγή είχε ανακοινώσει η αυστριακή Ακροδεξιά και για τον επαναληπτικό γύρο των προεδρικών εκλογών στις 4 Δεκεμβρίου 2016, κάτι που τελικά δεν αποτόλμησε, προφανώς εξαιτίας της τεράστιας διαφοράς των 7,2 μονάδων του νικητή των εκλογών και νυν ομοσπονδιακού προέδρου της Αυστρίας Αλεξάντερ Βαν ντερ Μπέλεν (ποσοστό 53,8%), έναντι του υποψήφιου των Ελευθέρων, Νόρμπερτ Χόφερ. (46,2%) ο οποίος σήμερα είναι υπουργός Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση του Σεμπάστιαν Κουρτς.

Σύμφωνα με τους επικριτές εκείνης της απόφασης, το ίδιο το Συνταγματικό Δικαστήριο και ο πρόεδρος του, είχαν παραδεχθεί πως κατά την εξέταση της προσφυγής των Ελευθέρων «δεν υπήρξε ούτε η παραμικρή ένδειξη για παραποίηση του εκλογικού αποτελέσματος», και ως εκ τούτου επιβεβαιώνεται πως οι παρατυπίες δεν είχαν καμία επιρροή στο αποτέλεσμα.

Εκείνος ο δεύτερος γύρος της 22ας Μαΐου 2016, όπως επισημαίνουν έως σήμερα οι επικριτές, από το αποτέλεσμά τους υπήρξαν άψογες, και το μόνο «κακό» ήταν, ότι αυτό δεν ικανοποιούσε το Κόμμα των Ελευθέρων, που είχε βρει τότε, με τη «νομικίστικη» απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, συμμάχους για να δώσουν στον υποψήφιό του μία δεύτερη ευκαιρία – κάτι που δεν έχει προϋπάρξει στην αυστριακή ιστορία.