Το Πεκίνο απέφυγε να σχολιάσει τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ. Οι εκλογές αυτές “αφορούν τις εσωτερικές υποθέσεις των ΗΠΑ”, δήλωσε η εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών Μάο Νινγκ, ακολουθώντας την πάγια κινεζική αρχή της μη ανάμειξης στις εσωτερικές υποθέσεις των εταίρων της.
Η ίδια έδωσε έμφαση στη συνέχιση της υφιστάμενης πορείας των διμερών σχέσεων. “Η Κίνα είναι διατεθειμένη να συνεχίσει να συνεργάζεται με τις ΗΠΑ”, τόσο σε ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος όσο και σε θέματα στα οποία υπάρχουν διαφωνίες, σημείωσε. Παράλληλα, αναφέρθηκε εμμέσως στον κεντρικό ρόλο του Αμερικανού προέδρου στη διαμόρφωση των διμερών σχέσεων.
Επανέλαβε επίσης το πάγιο μήνυμα περί ανάγκης διατήρησης της “στρατηγικής σταθερότητας”, μετά τις αναταράξεις που ακολούθησαν την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025.
Οι σχέσεις των δύο χωρών εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από έναν ευρύτερο ανταγωνισμό σε παγκόσμιο επίπεδο.
Τα δύο κράτη βρίσκονται σε εμπορική εκεχειρία από τον Οκτώβριο του 2025, η διάρκειά της οποίας παρατάθηκε έως τις 10 Ιανουαρίου.
Στο μεταξύ η Κίνα οδεύει προς ένα ακόμη ιστορικό ρεκόρ εμπορικού πλεονάσματος το 2026. Τώρα που οι Δημοκρατικοί έχουν αποκτήσει τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου των ΗΠΑ, ο Τραμπ ενδέχεται να βρεθεί με “περιορισμένα περιθώρια ελιγμών ως προς τη χρήση των δασμών ως διαπραγματευτικού όπλου στις συνομιλίες του με την Κίνα”, εκτίμησε ο Γου Σίνμπο, του Ινστιτούτου Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου Fudan στη Σαγκάη.
Το Κογκρέσο “θα εκμεταλλευτεί και την παραμικρή ευκαιρία για να ανακόψει τις κινήσεις του Τραμπ τα επόμενα δύο χρόνια”, προέβλεψε από την πλευρά του ο Ντρου Τόμσον ερευνητής στη Σχολή Διεθνών Σπουδών S. Rajaratnam, στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Nanyang της Σιγκαπούρης.
Ωστόσο οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να κινηθούν με προσοχή, καθώς οι συγκεκριμένοι δασμοί “είναι δημοφιλείς στα συνδικάτα, στους εργαζομένους του βιομηχανικού τομέα και σε όσους κάνουν χειρωνακτικά επαγγέλματα καθώς και στις μικρές επιχειρήσεις”, προειδοποίησε.
Το Κογκρέσο θα είναι “λιγότερο πρόθυμο να στηρίξει μέτρα που θα μπορούσαν να αυξήσουν απότομα την πίεση προς την Κίνα, εφόσον αυτό συνεπάγεται αύξηση του κόστους για τους Αμερικανούς καταναλωτές και τις επιχειρήσεις ή ενισχύει τον κίνδυνο σύγκρουσης”, επεσήμανε η Πατρίσια Κιμ ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Brookings, στην Ουάσιγκτον.
Η υπόθεση της Ταϊβάν
Η Ουάσιγκτον αποτελεί τον βασικό εγγυητή της ασφάλειας της Ταϊβάν, ενός νησιού με δική του κυβέρνηση, το οποίο η Κίνα διεκδικεί ως τμήμα της εθνικής της επικράτειας.
Οι ΗΠΑ έχουν πουλήσει στην Ταϊβάν οπλικά συστήματα αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων, με στόχο την αποτροπή ενδεχόμενης κινεζικής επίθεσης. Ωστόσο, η Ταϊβάν περιμένει εδώ και μήνες την έγκριση του Τραμπ για μια νέα πώληση όπλων αξίας 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Εξάλλου ο Αμερικανός πρόεδρος προκάλεσε ανησυχία στην Ταϊβάν τον Μάιο, όταν πήρε αποστάσεις από την πάγια αμερικανική θέση, δηλώνοντας ότι οι πωλήσεις όπλων θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα “πολύ καλό” διαπραγματευτικό εργαλείο με την Κίνα.
Η Κίνα θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί τα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του Τραμπ για να εντείνει την πίεση προς την Ταϊβάν, ιδίως εάν το Πεκίνο “εκτιμήσει ότι η Ουάσιγκτον έχει στρέψει αλλού την προσοχή της ή ότι ο Τραμπ είναι διατεθειμένος να αποδεχθεί όρους μη επέμβασης” υπέρ της Ταϊβάν, ανέφερε ο Νιλ Σέρινγκ οικονομολόγος της εταιρείας συμβούλων Capital Economics.
Ένα Δημοκρατικό Κογκρέσο “θα μπορούσε να αναγκάσει τον Τραμπ να επαναλάβει τις πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν τον επόμενο χρόνο”, εκτίμησε ο Γου. “Αν συμβεί αυτό, θα βλάψει τη σταθερότητα των σχέσεων μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας”, όπως αναφέρθηκε..
Πάντως ο Τόμσον τόνισε ότι ο Τραμπ μπορεί να ασκήσει βέτο ή “απλώς να αγνοήσει” οποιοδήποτε νομοσχέδιο του Κογκρέσου έχει στόχο να τον αναγκάσει να εγκρίνει πωλήσεις όπλων.
Τελικά τι θα κάνει η Κίνα μετά την ήττα του κόμματος του Τραμπ στις ενδιάμεσες αμερικανικές εκλγοές;
Ο Τραμπ διατηρεί ισχυρές εξουσίες στον στρατιωτικό και διπλωματικό τομέα, τις οποίες θα μπορούσε να ασκήσει με τρόπο δύσκολα προβλέψιμο, ακόμη και σε διεθνή ζητήματα που έχουν αντίκτυπο στην Κίνα, όπως το Ιράν.
Παρά την αποδυνάμωσή του μετά τις εκλογές, οι αναλυτές εκτιμούν ότι το Πεκίνο θα συνεχίσει να συνεργάζεται μαζί του.
“Είναι πιθανό το Πεκίνο να εξακολουθήσει να καλλιεργεί τις σχέσεις του μαζί του μέσω απευθείας επαφών σε επίπεδο ηγετών με τον Σι Τζινπίνγκ, θεωρώντας ότι αυτός είναι ο λιγότερο δαπανηρός τρόπος διαχείρισης των σχέσεων με την Ουάσιγκτον”, σημείωσε η Πατρίσια Κινγκ.
Οι Κινέζοι θα επιδιώξουν να αξιοποιήσουν τη θέση του ως προέδρου με περιορισμένα περιθώρια κινήσεων, προέβλεψε ο Στιβ Τσανγκ, διευθυντής του SOAS China Institute. Ωστόσο, το Πεκίνο “θα σταθμίσει προσεκτικά τις κινήσεις του” και “δεν θα θελήσει να το παρακάνει και να διακινδυνεύσει να ωθήσει τον Τραμπ σε μια εντελώς ανεύθυνη συμπεριφορά”.
Αυτά αναφέρονται, μεταξύ άλλων, σε σχέση με το θέμα.
Η συνέχεια αναμένεται ενδιαφέρουσα, ειδικά την ώρα που Κίνα, Ρωσία και ΗΠΑ προσπαθούν ανα συνεργαστούν σε παγκόσμιο επίπεδο.









