Η τυχαία ανακάλυψη των Χάλκινων Αγαλμάτων του Ριάτσε (Riace bronzes) το 1972 στον βυθό της Καλαβρίας, στη νότια Ιταλία, αποτελεί ένα αληθινό αρχαιολογικό θαύμα. Δύο γυμνοί, γενειοφόροι πολεμιστές φυσικού μεγέθους, σμιλευμένοι γύρω στο 460–450 π.Χ., αναδύθηκαν από την άμμο του πυθμένα για να αποδείξουν ότι η απόλυτη ομορφιά μπορεί να νικήσει τη λήθη. Τα αριστουργήματα αυτά ανήκουν στον Αυστηρό Ρυθμό και αποτελούν μια σπάνια εξαίρεση στην παγκόσμια ιστορία της τέχνης, καθώς είναι από τα ελάχιστα μεγάλα χάλκινα γλυπτά της κλασσικής περιόδου, που σώζονται ακέραια μέχρι τις μέρες μας.
Η ίδια η επιβίωση αυτών των δύο πολεμιστών αγγίζει τα όρια του μεταφυσικού, αν αναλογιστεί κανείς την τραγική μοίρα που είχαν σχεδόν όλα τα χάλκινα έργα της αρχαιότητας. Κατά τη διάρκεια των μεσαιωνικών και βυζαντινών χρόνων, η ανάγκη για πρώτες ύλες οδήγησε τους ανθρώπους στο να λιώνουν ασταμάτητα τα αρχαία γλυπτά, προκειμένου να τα μετατρέψουν σε χρηστικά αντικείμενα, νομίσματα ή όπλα για τους πολέμους τους. Αυτό το ανελέητο, καταστροφικό κυνήγι του μετάλλου εξαφάνισε το μεγαλύτερο μέρος της αρχαίας χαλκοπλαστικής, μετατρέποντας τα κορυφαία έργα σε σπαθιά και κανόνια. Οι δύο πολεμιστές του Ριάτσε κατάφεραν να δραπετεύσουν από αυτόν τον αφανισμό, αποκλειστικά επειδή το πλοίο που τους μετέφερε από την Ελλάδα ναυάγησε, εγκλωβίζοντάς τους σε έναν υγρό τάφο, που έμελλε να γίνει το ασφαλέστερο καταφύγιό τους για περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια.
Η δημιουργία αυτών των κούφιων αριστουργημάτων βασίστηκε στην περίπλοκη τεχνική του χαμένου κεριού, μια αρχαία μέθοδο χύτευσης που επέδρασε καταλυτικά, ώστε οι τεχνίτες να αποδώσουν με απίστευτη χειρουργική λεπτομέρεια την ανατομία του σώματος, χωρίς τα αγάλματα να γίνονται υπερβολικά βαριά.
Οι γλύπτες έφτιαχναν αρχικά έναν πήλινο πυρήνα στο σχήμα του σώματος και τον κάλυπταν με ένα λεπτό στρώμα από κερί μέλισσας, πάνω στο οποίο σκάλιζαν, με απόλυτη ακρίβεια, κάθε μυ, φλέβα και λεπτομέρεια των μαλλιών. Στη συνέχεια, τύλιγαν το έργο με ένα σκληρό εξωτερικό καλούπι από πηλό και το έψηναν σε φούρνο, με αποτέλεσμα το παγιδευμένο κερί να λιώνει και να ρέει έξω, αφήνοντας πίσω του ένα ελάχιστο κενό διάστημα λίγων χιλιοστών. Στο κενό αυτό έχυναν τον υγρό, λιωμένο χαλκό και, μόλις το μέταλλο κρύωνε, έσπαγαν το εξωτερικό περίβλημα για να αποκαλύψουν ένα πανέμορφο, ελαφρύ και κούφιο χάλκινο τοίχωμα που αποτύπωνε πιστά τη ζωντάνια του αρχικού σκαλίσματος.
Η τέχνη και η ανατομική ακρίβεια αυτών των γλυπτών προκαλούν δέος και φανερώνουν ένα επίπεδο ρεαλισμού που μοιάζει σχεδόν αδύνατο για την εποχή του. Οι αρχαίοι τεχνίτες δεν περιορίστηκαν στο χυτευμένο μέταλλο, αλλά έδωσαν “ζωή” στα αγάλματα, συνδυάζοντας διαφορετικά υλικά. Τα μάτια τους είναι φτιαγμένα από ελεφαντόδοντο και ασβεστόλιθο, τα χείλη και οι θηλές τους από καθαρό χαλκό για να αποδίδουν τη φυσική ροζ απόχρωση του δέρματος, ενώ τα δόντια του ενός πολεμιστή λάμπουν φτιαγμένα από ασήμι. Αυτός ο άριστος συνδυασμός υλικών προσδίδει στους πολεμιστές μια μαγνητική, σχεδόν τρομακτική ζωντάνια.
Σήμερα, ελεύθεροι πια από το σκοτάδι του βυθού, οι Χάλκινοι του Ριάτσε στέκονται ως αιώνιοι μάρτυρες μιας εποχής που η ανθρώπινη δεξιοτεχνία κατάφερε να αγγίξει το θείο, αφήνοντας την κληρονομιά τους να λάμπει ανέπαφη, σαν να μην τους άγγιξε ποτέ ο χρόνος.
Δείτε φωτογραφίες ΕΔΩ, ΕΔΩ, ΕΔΩ κι ΕΔΩ
photo: pixabay









