Πρόκειται για ένα κεντημένο ύφασμα μήκους σχεδόν 70 μέτρων του 11ου αιώνα, το οποίο αφηγείται με μοναδική λεπτομέρεια τα γεγονότα που οδήγησαν στη νορμανδική κατάκτηση της Αγγλίας και τη μάχη του Χέιστινγκς.
Αν και κατασκευάστηκε από Άγγλους τεχνίτες, το έργο φυλασσόταν για αιώνες στη Γαλλία. Η πρόσφατη μεταφορά της στη Βρετανία ως προσωρινός δανεισμός, για πρώτη φορά μετά από σχεδόν 1.000 χρόνια, προκάλεσε τεράστιο πολιτιστικό ενδιαφέρον, αλλά ταυτόχρονα πυροδότησε μια νέα διπλωματική αντιπαράθεση γύρω από την τύχη των Γλυπτών του Παρθενώνα.
Η επίσημη ελληνική πλευρά, μέσω άρθρου του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη βρετανική εφημερίδα The Guardian, χρησιμοποίησε την Ταπισερί ως ένα ισχυρό, λογικό αντεπιχείρημα, απέναντι στις προτάσεις του Βρετανικού Μουσείου. Ο Έλληνας πρωθυπουργός αντέδρασε έντονα στην ιδέα του διευθυντή του μουσείου, Nicholas Cullinan, ο οποίος πρότεινε ο δανεισμός της Ταπισερί να αποτελέσει «μοντέλο» για μια αντίστοιχη συμφωνία δανεισμού των Γλυπτών.
Η ελληνική θέση ξεκαθαρίζει ότι η Γαλλία δάνεισε την Ταπισερί ως ένα αδιαίρετο, ενιαίο σύνολο που θα επιστρέψει αυτούσιο. Αντίθετα, στην περίπτωση του Παρθενώνα, το μνημείο έχει υποστεί βίαιο διαμελισμό, και η πρόταση για «δανεισμό» μερικών κομματιών θα σήμαινε ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει τη βρετανική κυριότητα πάνω στα κλαπέντα τμήματα του ίδιου της του μνημείου.
Η ρητορική αυτή προσέγγιση βασίζεται στην ανάδειξη του παραλόγου: «Κανείς δεν θα σκεφτόταν σοβαρά να έκοβε την Ταπισερί στα δύο, εκθέτοντας το μισό στο Λονδίνο και το άλλο μισό στη Γαλλία, ισχυριζόμενος ότι αυτός είναι ένας επαρκής τρόπος για να την κατανοήσει κανείς», επεσήμανε ο Μητσοτάκης, παραλληλίζοντας την υποθετική αυτή καταστροφή με την πραγματική κατάσταση των Γλυπτών.
Από την άλλη πλευρά, η βρετανική συντηρητική μουσειακή κοινότητα αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό την ελληνική πίεση, προειδοποιώντας ότι η μόνιμη επιστροφή των Μαρμάρων θα μπορούσε να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου για δεκάδες παρόμοια αιτήματα από άλλες χώρες, αδειάζοντας τις συλλογές των μεγάλων δυτικών μουσείων. Το αν η διεθνής κατακραυγή και η λογική της ακεραιότητας των μνημείων θα οδηγήσουν τελικά στην επανένωση των Γλυπτών στην Αθήνα ή αν οι νομικές αγκυλώσεις περί ιδιοκτησίας θα συντηρήσουν το ιστορικό αδιέξοδο, παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα.
Το Χρονικό μιας Μεσαιωνικής Κατάκτησης
Η Ταπισερί της Μπαγιέ (Bayeux Tapestry) αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά και λεπτομερή ιστορικά ντοκουμέντα του Μεσαίωνα, καταγράφοντας με μοναδικό τρόπο τη γέννηση της σύγχρονης Αγγλίας. Πρόκειται για ένα κεντημένο μάλλινο ύφασμα μήκους σχεδόν 70 μέτρων και ύψους 50 εκατοστών, το οποίο κατασκευάστηκε στα τέλη του 11ου αιώνα, λίγο μετά την ιστορική μάχη του Χέιστινγκς (1066). Αν και συχνά αποκαλείται «ταπισερί» (υφαντό), στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα γιγαντιαίο κέντημα. Το έργο ξεδιπλώνει σε 58 διαδοχικές σκηνές, όλο το πολιτικό και στρατιωτικό παρασκήνιο που οδήγησε στην εισβολή των Νορμανδών στην Αγγλία, λειτουργώντας ως ένα είδος «κινηματογραφικού φιλμ» της μεσαιωνικής εποχής.
Η επίσημη ιστορική έρευνα αναφέρει ότι το κέντημα παραγγέλθηκε από τον επίσκοπο Όντο (Odo), ετεροθαλή αδελφό του Γουλιέλμου του Κατακτητή, με σκοπό να κοσμήσει τον νέο καθεδρικό ναό της Μπαγιέ στη Νορμανδία. Παρά τη γαλλική σύνδεση, οι επιστήμονες συμφωνούν ότι η κατασκευή της έγινε στην Αγγλία από εξαιρετικά επιδέξιες Αγγλοσαξόνισσες κεντήστρες, οι οποίες φημίζονταν τότε σε όλη την Ευρώπη. Το έργο δεν αποτυπώνει μόνο τις κινήσεις των στρατευμάτων, των ιππέων και των πλοίων, αλλά περιλαμβάνει και πολύτιμες λεπτομέρειες για την καθημερινή ζωή, τα όπλα, τα ρούχα, ακόμη και την πρώτη γνωστή απεικόνιση του Κομήτη του Χάλεϊ στον ουρανό, ο οποίος θεωρήθηκε τότε οιωνός της πτώσης του Αγγλοσάξονα βασιλιά Χάρολντ.
Στον αντίποδα των καθαρά καλλιτεχνικών αναλύσεων, η ιστορική επιστήμη εξετάζει την ταπισερί ως ένα κορυφαίο δείγμα μεσαιωνικής πολιτικής προπαγάνδας. Το κείμενο και οι εικόνες έχουν σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να δικαιολογήσουν τη νορμανδική εισβολή, παρουσιάζοντας τον Γουλιέλμο ως τον νόμιμο διάδοχο του αγγλικού θρόνου και τον Χάρολντ ως επίορκο. Κατά τη διάρκεια των αιώνων, το κειμήλιο επιβίωσε από τη Γαλλική Επανάσταση, όπου παραλίγο να κοπεί για να καλύψει στρατιωτικά κάρα, και από τα χέρια των Ναζί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οποίοι είχαν εμμονή να το μελετήσουν για να βρουν στοιχεία για τις κοινές γερμανικές ρίζες.
Το μνημείο επέζησε από τις καταστροφές της Γαλλικής Επανάστασης και την ιδεολογική καπηλεία των Ναζί, παραμένοντας ένα ζωντανό και μεροληπτικό ιστορικό τεκμήριο.









