Με δύο νέους δίσκους κι ένα βιβλίο για τη ζωή του, ο Θέμης Ανδρεάδης μένει πάντα «πολύ ωραίος!»

Το παράδειγμα του Θέμη Ανδρεάδη είναι η περίτρανη απόδειξη πως το ταλέντο, η σεμνότητα κι η συνέπεια, εξακολουθούν να αποτελούν μέσα στον ανταγωνιστικό χώρο και τη φαντασμαγορία του star system της μουσικής σκηνής, αποχρώντα κριτήρια για την αναγνώριση και την αγάπη του κοινού.

Ο διαλεκτός ερμηνευτής, που μεσουράνησε στον χώρο των μπουάτ, τραγούδησε μεγάλες επιτυχίες και ταύτισε το όνομά του με το «σατιρικό τραγούδι», ακόμη κι εάν πέρασε μεγάλο διάστημα έξω από τη δισκογραφία, το κοινό δεν τον ξέχασε και συνέχισε να τον αγαπά.

Η ανταπόκριση που είχαν πρόσφατες και πολύ επιτυχημένες ζωντανές εμφανίσεις του στην μπουάτ «Απανεμιά», το άρτι εκδοθέν βιβλίο για τη ζωή και τη σταδιοδρομία του, από τον Σταύρο Καρτσωνάκη με τίτλο «Θέμης Ανδρεάδης. Σαν ένα ξαφνικό ταξίδι» (εκδόσεις Μετρονόμος) μαρτυρούν αδιαμφισβήτητα την αναγνώριση που χαίρει στον κόσμο (και μάλιστα σε όλο το ηλικιακό φάσμα των ακροατών) και κυρίως την αγάπη που ακόμη και σήμερα τρέφει το κοινό της καλής μουσικής για τον Θέμη Ανδρεάδη. Στα 76 χρόνια του ο τραγουδιστής μοιάζει να αναγεννάται πλήρως και για του λόγου το αληθές, ήδη έχει ξεκινήσει την παραγωγή άλλου ενός δίσκου, με μελοποιημένη ποίηση.

Για την ενδιαφέρουσα ζωή του, τα αειθαλή σχέδιά του, πάντοτε και τα δύο με άξονα τη μουσική, ο Θέμης Ανδρεάδης μίλησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και τον Γιώργη-Βύρωνα Δάβο, σε μία συνέντευξη-ποταμό, αφηγούμενος τα γεγονότα που σημάδεψαν την καριέρα του και ξεδιπλώνοντας τις απόψεις του για τη μουσική.

«Είναι μία καινούργια κατάσταση», δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Θ. Ανδρεάδης, αναφερόμενος στην έξαφνη μαζική αποδοχή που έχει αρχίσει πάλι να εκδηλώνεται για το πρόσωπο και το έργο του: «Μετά από τα χρόνια σιωπής -από τη δεκαετία του ’90, που σταμάτησα και το 2012 όταν ξανάρχισα να κάνω πάλι παραγωγές- είναι μία ανάκαμψη, θα έλεγα, της μουσικής μου διαδρομής. Και μέσα σε περίεργους καιρούς, έτσι;»

Έχοντας πίσω του την πλούσια παρακαταθήκη της μουσικής του παρουσίας και παραγωγής το ‘70 ο Θ. Ανδρεάδης από το 2012 έχει κάνει τρεις παραγωγές οι οποίες είναι στην κυκλοφορία. «Το 2014 ήταν ένας μεγάλος δίσκος που κυκλοφόρησε σε CD, το “Το σώμα ξέρει”, με 12 τραγούδια σε μουσική δική μου και ποίηση του Γιάννη Ευθυμιάδη. Δύο ψηφιακές εκδόσεις το 2023: η μία με τραγούδια διαφόρων συνθετών —7 τραγούδια που λέγονταν “7 τραγούδια θα σου πω”, σε μουσική και στίχους δικούς μου και διαφόρων φίλων συνθετών— και η τρίτη παραγωγή λεγόταν “Του έρωτα και του χαμού”, με 15+1 τραγούδια σε μουσική δική μου και στίχους της Μαίρης Φασουλάκη και του Άγγελου Τσέκερη».

Και πλέον είναι έτοιμος να κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο μία νέα δουλειά: «Μία πολύ σημαντική δουλειά, ένα έργο ζωής που έχω κάνει από 16 χρονών μέχρι σήμερα με μελοποιημένα ποιήματα 10 ποιητών: Σαρλ Μποντλέρ, Έμιλι Ντίκινσον, του Τσέχου νομπελίστα ποιητή Γιάροσλαβ Σέιφερτ, ενός Σούφι Τούρκου ποιητή. Κι από Έλληνες: τους Κωνσταντίνο Καβάφη, Νικηφόρο Βρεττάκο, Τάσο Κόρφη, Γεράσιμο Μαρκορά και τον Γιώργο Χρονά. Δώδεκα τραγούδια 10 ποιητών, στα οποία η μουσική και η ερμηνεία είναι δική μου, και συμμετέχουν ο Δημήτρης Ανδρεάδης και ο Άγγελος Θεοδωράκης-Παπαγγελίδης. Η ενορχήστρωση και στους δύο δίσκους είναι του Δημήτρη Παπαγγελίδη».

Μία μεγάλη στροφή στη μουσική πορεία του Θ. Ανδρεάδη, τον οποίο το ευρύ κοινό τον έχει ταυτίσει με το «σατιρικό» τραγούδι, που είχε ξεκινήσει ως είδος στη διάρκεια της δικτατορίας και που ξανά -πάλι με κύριο άξονα τον ίδιο- έρχεται πάλι στην επικαιρότητα. Όμως ο Θ. Ανδρεάδης ξεκίνησε με άλλες «περγαμηνές» στο σύγχρονο ελληνικό μουσικό στερέωμα.

«Να τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή» αρχίζει τη διήγησή του ο ξεχωριστός ερμηνευτής. «Γεννήθηκα στις 31 Δεκεμβρίου του ’49, τελευταία μέρα μιας ταραγμένης δεκαετίας, στην Καλλιθέα. Τα πρώτα χρόνια μου τα πέρασα στην Καλλιθέα μέχρι 20 χρονών κι από 20 χρονών βρίσκομαι στη Νέα Σμύρνη. Στα πρώτα χρόνια μου στην Καλλιθέα τα ακούσματά μου ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, λαϊκά τραγούδια. Δεν είχα ρίζες τέτοιες οι οποίες να μου έβγαιναν κάπως αλλιώς. Και ένα μεγάλο διάστημα ήμουν νεαρός ψάλτης στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στην Καλλιθέα».

Στην Καλλιθέα σημειώθηκε κι η μεγάλη στροφή στη ζωή του: «Σε ηλικία 15 χρονών, η αδελφή μου, που ήταν πνεύμα ανήσυχο, με παρότρυνε να μάθω κιθάρα. Εκεί στην Καλλιθέα είχα για δάσκαλο τον Νότη Μαυρουδή, ο οποίος ήταν για μένα ένα φωτεινό σημείο στη ζωή μου! Με αυτόν έμαθα πράγματα τα οποία με βρήκαν μετά στη διαδρομή μου. Ο Νότης μου έμαθε και για τις μπουάτ του Νέου Κύματος, γιατί ήταν ένας από τους ιδρυτές και πρωταγωνιστής. Λοιπόν, κι εγώ μεγάλωσα, ανδρώθηκα με αυτούς τους ήχους μέσα στις μπουάτ του Νέου Κύματος».

Αλλά και πάλι η αδελφή του, στάθηκε η αφορμή για το δεύτερο σημαντικό βήμα στη ζωή του, που ουσιαστικά του άνοιξε και τον δρόμο για τη μουσική του πορεία: «Όταν ήμουν 16 χρονών, η αδελφή μου πάλι μου λέει: “Θα σε πάω στα Ταλέντα του Οικονομίδη”, τη ραδιοφωνική εκπομπή που ήταν πολύ της μόδας τότε. Εκεί ο Οικονομίδης με “ψάρεψε”, να πούμε! Με είδε με την κιθάρα μου και λέει: “Για έλα εδώ, ρε… Τι θα μας πεις;”. “Θα σας πω ένα ποίημα του Γεράσιμου Μαρκορά που έχω μελοποιήσει, θα το παίξω στην κιθάρα μου και θα σας τραγουδήσω εγώ ο ίδιος”. Λοιπόν, μεγάλη επιτυχία! Με άκουσε από το βάθος ο Μίμης Πλέσσας που ήταν στο πιάνο, κατάλαβε ότι κάτι έχω κι αμέσως μου έβαλε echo στη φωνή! Έτσι ξεκίνησα τη δημόσια μουσική ζωή μου, πήρα το βάπτισμα του πυρός εκεί».

Κι ο δρόμος άνοιξε: «Την επόμενη μέρα ήρθε ο Νότης Μαυρουδής με ένα Solex που οδηγούσε, από την Κρέμου που έμενε στην Καλλιθέα, στην οδό Φιλαρέτου που έμενα εγώ, και μου λέει: “Θα πας αύριο στην μπουάτ Ταβάνια, όπου ο Νίκος Καζής, ο οποίος ήταν ο ιδιοκτήτης της μπουάτ, σε άκουσε στα Ταλέντα και θέλει να συνεργαστείτε“. Και έτσι ξεκίνησε η πρώτη μου καλλιτεχνική δουλειά, χειμώνας του ’66 προς τις αρχές του ’67. Εκεί έμεινα τρεις μήνες, γιατί μας βρήκε η δικτατορία τον Απρίλιο του ’67 και μας έκλεισαν. Έμεινα τρεις μήνες μαζί με τον Γιώργο Μαρίνο, ο οποίος ήταν τότε μαθητής της Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και ήταν το πρώτο όνομα, με τη Δέσποινα Γλέζου (σαν εκπρόσωπος της ροκ) και τη Σοφία Σπυράτου–τη γνωστή χορογράφο, που τότε τραγουδούσε Χατζηδάκη».

Κι αυτή ήταν μόνο η αρχή: «Αργότερα συνεργάστηκα με την Καίτη Χωματά και τον Μιχάλη Βιολάρη στην μπουάτ Αυλαία του Βασίλη Μαυρομμάτη, και μετά με την Αρλέτα πάλι στα Ταβάνια, όταν πήρε τη διεύθυνση των Ταβανιών η Αρλέτα. Μαζί με μία κοπέλα, τη Μικρέλια, τραγουδούσαμε μπαλάντες κι εγώ έλεγα δικά μου τραγούδια».

Η μεγάλη στιγμή της καριέρας του Θ. Ανδρεάδη ήταν όμως η συνεργασία του με τον μεγάλο Έλληνα συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο: «Λοιπόν, πήγα φαντάρος και μόλις απολύθηκα, βρέθηκα με τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Ήταν η μεγάλη καμπή της καριέρας μου, γιατί το 1972 πρωτοτραγούδησα τα τραγούδια του Γιάννη Μαρκόπουλου “Του άντρα του πολλά βαρύ”, το “Θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν” και την μπαλάντα “Όχι, δεν πρέπει να συναντηθούμε”. Αυτά μου άνοιξαν τον δρόμο».

Κι έπειτα ήλθε το απόγειο της επιτυχίας στη μουσική σταδιοδρομία του Θ. Ανδρεάδη: το σατιρικό τραγούδι. «Το ‘73 γνώρισα τον Γιάννη Λογοθέτη και κάναμε τα πρώτα σατιρικά τραγούδια μαζί με ενορχηστρωτή τον Γιάννη Κουρτσόγλου, από τους Πελόμα Μποκιού. Κάναμε μία σημαντική δουλειά στο ελληνικό τραγούδι, η οποία καταγράφηκε ως σατιρικό τραγούδι της εποχής, πολύ πρωτότυπο και πρωτοποριακό. Γιατί εγώ, μαζί με τη σκηνική μου παρουσία, είχα μία ιδιαίτερη παρουσία στα μουσικά πράγματα, πέραν των ανάλαφρων, σατιρικών και σκωπτικών τραγουδιών. Δηλαδή, από τη στιγμή που σηκώθηκα όρθιος και έφυγε η κιθάρα από τα χέρια μου, δεν ήξερα τι να κάνω τα πόδια μου, τα χέρια μου και γενικώς το σώμα μου, και ξαφνικά άρχισα να κάνω κάτι “παλαβό”».

Έτσι λοιπόν κι ο Θέμης Ανδρεάδης (ανεξάρτητα από τον Άρθουρ Μπράουν, τον Άλις Κούπερ ή τον Φρανκ Ζάππα) χάρις στην αμηχανία του να σταθεί στη σκηνή χωρίς κιθάρα, εισήγαγε την «περφόρμανς» πάνω στη μουσική σκηνή στην Ελλάδα! Γίνεται έξαφνα εισηγητής της ελληνικής απόδοσης του γαλλικού κι ιταλικού είδους της «Μουσικής-Θέατρο», στο οποίο μεγαλούργησαν ονόματα όπως ο Ζακ Μπρελ, Ζορζ Μπρασένς, Τζόρτζο Γκάμπερ, Έντσο Γιανάτσι και Ντάριο Φο. Όμως παράλληλα με το σατιρικό τραγούδι η μουσική του παρουσία στη δισκογραφία πολλαπλασιάστηκε: «Επακολούθησαν πάρα πολλοί δίσκοι και πάρα πολλές συνεργασίες με σημαντικά ονόματα του ελληνικού τραγουδιού: με τη Δήμητρα Γαλάνη, με τη Βίκυ Μοσχολιού, με τον Γιάννη Πουλόπουλο… Σημαντικές συνεργασίες και με τον Μανώλη Μητσιά, που μου άνοιξαν τον δρόμο και καθιερώθηκα πλέον σαν ένα από τα σημαντικά ονόματα του ελληνικού τραγουδιού».

Όμως ακριβώς στον κολοφώνα της καριέρας του, ο Θ. Ανδρεάδης, μέσα από σχεδόν τραγικά ειρωνικές συνθήκες, παρ’ ολίγον να χάσει τη ζωή του σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα. Που μάλιστα προκάλεσε θαυμαστής του, εξαιτίας ακριβώς της αγάπης που έτρεφε στο πρόσωπό του. «Τον Ιούλιο του ‘75 στην Κρήτη, όπου επρόκειτο να τραγουδήσω, πήγαμε να φάμε σε μία ταβέρνα στο Ηράκλειο της Κρήτης με τους μουσικούς μου. Εκεί κάποιος που έτρωγε μόνος του και μάλιστα δεν μου έκανε εντύπωση, δήλωσε μεγάλος θαυμαστής μου. Αφού επέμεινε να μας κάνει το τραπέζι, στη συνέχεια ήταν αδιάλλακτος να μας γυρίσει και στον χώρο που μέναμε (πλήρωσε μάλιστα και το ταξί που μας περίμενε για να επιστρέψουμε). Μας στρίμωξε σε ένα μικρό Autobianchi και σε όλη τη διαδρομή δεν πρόσεχε τον δρόμο, αλλά κοίταζε διαρκώς εμένα, μη πιστεύοντας ότι έχει δίπλα του τον Θ. Ανδρεάδη. Καθώς δεν έβλεπε καλά πήρε μία γιαγιά στο παρμπρίζ και μου την έφερε όλη στο πρόσωπο! Αποτέλεσμα ήταν να πάθω κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ήμουν σε θάλαμο ανάνηψης… Πώς έζησα! Από τύχη, από τύχη! Και ακόμα παλεύω με αυτά τα συμπτώματα… Όταν γύρισα από την κρανιοεγκεφαλική διάσειση, με το αριστερό μου μάτι να έχει υποστεί εγχειρήσεις και τέτοια πράγματα…»

Ο Θ. Ανδρεάδης, παρ’ ότι επιτυχημένος, είναι ένας άνθρωπος δοσμένος στη μουσική τέχνη κι η ταύτισή του με ένα είδος τραγουδιού δεν τον γέμιζε. Τότε πήρε την απόφαση να «συγκρουσθεί» με τις πανίσχυρες δισκογραφικές εταιρείες: «ήταν μια βαθύτερη ανάγκη, ο λόγος ήταν να έρθω σε αντιπαράθεση με τον διευθυντή της MINOS. Γιατί ήθελα να έχω άποψη για τα τραγούδια και θέλω να τα κρίνω εγώ, τι θα πω και τι δεν θα πω. Αυτό ήταν το μοιραίο λάθος που έκανα! Γιατί τότε όλοι με ήθελαν τραγουδιστή σατιρικό. “Έτσι θα πεθάνεις, με αυτό (σσ το σατιρικό) τελείωσε! Δεν θα πεις τίποτα άλλο!”. Και εκτός αυτού, συζητάμε για παντοκρατορίες που είχαν οι δισκογραφικές εταιρείες τότε. Υπήρχε και ένας ανταγωνισμός μεγάλος, είχε βγει και ο Χάρρυ Κλυνν που είχε σαρώσει τα πάντα! Και λέω εγώ: “Δεν θέλω να κάνω άλλα σατιρικά τραγούδια τώρα, θέλω να κάνω μπαλάντες”. Ε, μου έδειξαν την πόρτα και τελείωσε! Έκανα δικές μου παραγωγές. Μέχρι σήμερα κάνω τις δικές μου παραγωγές».

Ξαναγυρίζοντας στο σήμερα, ο Θ. Ανδρεάδης αποδεικνύεται γι’ άλλη μία φορά τολμηματίας. Σε μία εποχή που η ΤΝ κυριαρχεί τόσο στην παραγωγή, αλλά και στη σύνθεση και την εκτέλεση της μουσικής, επιλέγει έναν δύσκολο δρόμο, μελοποιώντας ποιητές και ετοιμάζοντας έναν 100% ακουστικό δίσκο: «Είμαι από αυτούς που επιμένουν! Επιμένοντας να δουλεύω όχι ηλεκτρικά όργανα και αυτό ακριβώς δίνει ένα στοιχείο ποιότητας στη δουλειά αυτή. Με ποιητές ποιος ασχολείται τώρα πια, να πούμε; Κι όμως, επιμένω! Επιμένω γιατί απευθύνομαι… θα τα βγάλω και σε βινύλιο, και απευθύνομαι σε συλλέκτες του είδους πια».

Ωστόσο, ο Θ. Ανδρεάδης δεν είναι και τόσο απαισιόδοξος: «Πιστεύω ότι, αφού καταναλωθεί και διαλυθεί οτιδήποτε χειροτεχνικό, καλλιτεχνικό, χειροποίητο, θα ξαναεπιστρέψουμε κάποια στιγμή. Ήδη λίγο αυτό γίνεται, για παράδειγμα επιστρέφουμε στο βινύλιο, σωστά; Παρ’ ότι είναι λίγο ακριβό, επειδή δεν παράγεται στην Ελλάδα, αλλά στην Πολωνία, στη Βουλγαρία, στην Αγγλία. Ακόμα. Αλλά και στο CD, που το είχαμε παρατήσει. Εγώ έβγαλα με το “Του έρωτα και του χαμού” 200 βινύλια και έφυγαν κατευθείαν, πουλήθηκαν κατευθείαν!».

200 βινύλια, που πουλήθηκαν αμέσως. Όμως πώς αντιμετωπίζει την «παλινόρθωσή» του και την ανταπόκριση του κοινού; «Είναι συγκινητική! Δηλαδή, μετά από την απουσία 20 χρόνων που είχα -παντελή απουσία από τα μουσικά πράγματα- το 2012 που ξανάρχισα τις εμφανίσεις μου, και ιδιαίτερα σε μία συγκεκριμένη μπουάτ, τη μοναδική μπουάτ που υπάρχει πια από τις παλιές, την “Απανεμιά” στην Πλάκα, ήταν συγκινητική. Όλες οι παραστάσεις μου ήταν sold out. Δηλαδή, δεν είναι μεγάλος χώρος, 100 άτομα χωράει μέσα, αλλά ήταν γεμάτο πάντα! Να σκεφτείς ότι μετά την πανδημία πήγα για δύο παραστάσεις στην Απανεμιά και έκανα 28! Δηλαδή ήταν συγκινητική αυτή η ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε εκεί, ήταν sold out όλα!».

Σκέφτεται άραγε ο Θ. Ανδρεάδης να επιστρέψει πλήρως στις μουσικές εμφανίσεις; «Και βέβαια το σκέφτομαι! Αν και 76 ετών τα πόδια μου ακόμα με βαστάνε! Ναι, ναι, σκέφτομαι να συνεχίσω να τραγουδάω. Θα παρουσιάσω αυτές τις δύο καινούργιες δουλειές που έχω: τον δίσκο με τους ποιητές που λέγεται “Εγώ τον κόσμο περπατώ” και θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβρη, και τη δουλειά με τους στίχους και τα κείμενα του Μέντη Μποσταντζόγλου (Μποστ) που θα κυκλοφορήσει το Νοέμβρη. Θα τα παρουσιάσω στην Απανεμιά».

Ωστόσο, ο κόσμος περιμένει και θέλει σαν τρελός τα παλιά τραγούδια του Θέμη Ανδρεάδη, που θεωρεί αναπόσπαστο στοιχείο του μουσικού του είναι. «Δηλαδή, πώς να κάνεις αλλιώς; Το “Θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν” το λέω ακόμα, 53 χρόνια από τότε που βγήκε! 53 χρόνια! Ή το τραγούδι που απαιτεί διαρκώς ερωταποκρίσεις με το κοινό; “Είμαι πολύ ωραίος; ” -“Αλήθεια”, με ρωτάει ο κόσμος, “Βεβαίως! ” απαντάω εγώ! Και μετά αντιστρέφεται: “Είσαι πολύ ωραίος; “-“Αλήθεια; “ρωτάω εγώ, “Βεβαίως! “μου απαντάει ο κόσμος! Γίνεται μία πολύ συμπαθητική στιχομυθία που είναι πολύ σημαντική».

Αλλά ποιοί είναι οι σημαντικοί άνθρωποι για τον ίδιο, ποιους ξεχωρίζει και σήμερα θα ήθελε να συνεργασθεί; «Πρώτα-πρώτα να πω ποιοι σημάδεψαν την καριέρα μου: ο Νότης Μαυρουδής, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Νίκος Ξυλούρης, η Βίκυ Μοσχολιού. Αυτοί ήταν πολύ σημαντικοί στην καριέρα μου, η συνεργασία μου μαζί τους. Αυτή την εποχή θα ήθελα να συνεργαστώ με τον Φοίβο Δεληβοριά, από την Καλλιθέα κι αυτός, έτσι; Αλλά τον εκτιμώ ιδιαίτερα και μου αρέσει πάρα πολύ».

Αλλά πέρα από τα μελλοντικά του σχέδια, τι άλλο θα περίμενε ο Θ. Ανδρεάδης από τη ζωή, όχι μόνο προσωπικά αλλά και γενικότερα; «Υγεία μόνο, τίποτα άλλο! Γιατί είχα πολλά ανεβοκατεβάσματα με την υγεία μου. Έφτασα τρεις φορές στο θάνατο. Μετά, στο τέλος, μία βαριά κατάθλιψη — η οποία είναι απίστευτη κατάσταση… Τι βαριά κατάθλιψη! Δεν αναγνωρίζεις και δεν νιώθεις τίποτα, μία κατάσταση δύσκολη. Πέρασα καρκίνο, πέρασα αυτό το δυστύχημα που κόντευε να μου στοιχίσει τη ζωή… Έφτασα δηλαδή τρεις φορές στο θάνατο, κι όμως ακόμα είμαι όρθιος! Ακόμα όρθιος και δημιουργικός, ευτυχώς!»

Ευτυχώς σήμερα ο Θέμης Ανδρεάδης είναι υγιής και πάνω απ΄όλα δημιουργικός. Παρουσιάζει, με τον μοναδικό του τρόπο το βιβλίο για τη ζωή του κι ετοιμάζει καινούργιο δίσκο. Κι αποδεικνύει πως ακόμη και στα 76 του χρόνια «είναι πολύ ωραίος-Αλήθεια;-Βεβαίως».

ΑΠΕ-ΜΠΕ – Γιώργης-Βύρων Δάβος/ photo: ΑΝΑ-ΑΝΑ

ΠΟΛΙΤΙΚΟΛΟΓΙΕΣ

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

ΠΑΡΑΞΕΝΑ

LATEST

Κύρια Θέματα

ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΑΓΟΡΩΝ

Κάθε μέρα μαζί