Έπειτα από χρόνια σχετικής ηρεμίας, το υεμενίτικο σιιτικό κίνημα Ανσαραλά –γνωστό επίσης με το επώνυμο της οικογένειας των ηγετών του, των Χούθι–, που πρόσκειται στο Ιράν, εντείνει τις επιθέσεις του εναντίον τομέων ελεγχόμενων από τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση, που πρόσκειται στη Σαουδική Αραβία, ενσταλάζοντας σε πολλούς στην Υεμένη τον φόβο πως η χώρα οδεύει να επιστρέψει σε πόλεμο ευρείας κλίμακας.
Ο Ανουάρ, πατέρας δυο παιδιών, είχε βρει καταφύγιο στη Μόκα, στην Ερυθρά θάλασσα, όταν εγκατέλειψε για να σωθεί από τους αντάρτες που προέλαυναν στη γενέτειρά του, τη Χοντάιντα, βορειότερα.
Αλλά την περασμένη εβδομάδα τον πρόφτασαν, αυτόν και τα παιδιά του, καθώς οι Χούθι έπληξαν το λιμάνι στη Μόκα, εντείνοντας την ανησυχία πως ανοίγει νέος κύκλος εξαναγκαστικών εκτοπισμών και βίας.
«Δεν θέλω οι ζωές μας να στοιχειώνονται μόνιμα από τον πανικό που προκαλεί η τρομοκρατία των Χούθι. Μέχρι τώρα η Μόκα ήταν ασφαλής και καταφύγιο για πολλούς Υεμενίτες», εξήγησε στο Γαλλικό Πρακτορείο.
«Δεν φοβάμαι για μένα, αλλά για τα παιδιά μου και την οικογένειά μου. Αυτό είναι το πιο δύσκολο», συνέχισε.
Ο Ναζίμ Χαμούντ αλ Ουαμπάνι, άλλος κάτοικος της πόλης, δηλώνει πως «όλος ο κόσμος ζει μέσα στον φόβο».
«Κάθε μέρα, πύραυλοι και drones των Χούθι πετάνε πάνω από τα κεφάλια μας. Αν και τα πυρά που ακούμε είναι μακριά, φοβόμαστε πως αύριο θα είναι εδώ».
Μπορεί να «καταστραφούν όλα»
Τον περασμένο μήνα, η κατάπαυση του πυρός στην οποία είχαν συμφωνήσει οι Χούθι, προσκείμενοι στην Τεχεράνη, κι η κυβέρνηση, προσκείμενη στο Ριάντ, έγινε κομμάτια.
Η σύγκρουση ξανάρχισε έπειτα από πλήγματα, αποδοθέντα στην αεροπορία της Σαουδικής Αραβίας, στο αεροδρόμιο της πρωτεύουσας Σανάα, υπό τον έλεγχο της Ανσαραλά, όπου το Ιράν έστειλε αεροσκάφος με αντιπροσωπεία των ανταρτών χωρίς να ζητήσει άδεια του σουνιτικού βασιλείου που λέει πως ελέγχει τον υεμενίτικο εναέριο χώρο.
Η επανέναρξη του πολέμου στη φτωχότερη χώρα της αραβικής χερσονήσου, ο οποίος άρχισε το 2014 και στοίχισε τη ζωή σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, στην πλειονότητά τους αμάχους, ενώ βύθισε τη χώρα σε σοβαρή ανθρωπιστική κρίση, εγγράφεται στο πλαίσιο της ευρύτερης ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή, μετά τον πόλεμο που εξαπέλυσαν στα τέλη Φεβρουαρίου οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
Πλέον η Ανσαραλά έχει εξαπολύσει επανειλημμένα πλήγματα εναντίον υποδομών και πλοίων της Σαουδικής Αραβίας, ενώ έχει ανακοινώσει αποκλεισμό των λιμανιών και των πλοίων του βασιλείου στην Ερυθρά θάλασσα, που χαρακτηρίζεται καίρια για το παγκόσμιο εμπόριο υδρογονανθράκων, ακόμη περισσότερο αφότου η Τεχεράνη έκλεισε το στενό του Ορμούζ, στην άλλη πλευρά της αραβικής χερσονήσου.
Ο Μοχάμεντ Άλι, που εγκατέλειψε και αυτός τη Χοντάιντα και εγκαταστάθηκε στην Αλ Χόκα, βόρεια από τη Μόκα, εξετάζει το ενδεχόμενο να πάρει την οικογένειά του και να πάνε στην Άντεν.
Αν οι μάχες φτάσουν στη Χόκα, όπου έχει κατασκευαστική εταιρεία, μπορεί «να καταστραφούν όλα, το μέλλον μου κι αυτό των παιδιών μου», λέει με ανησυχία.
Την περασμένη εβδομάδα, η Ανσαραλά διεξήγαγε τις πιο πολύνεκρες επιθέσεις εδώ και χρόνια, σκοτώνοντας 58 μέλη των δυνάμεων της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης, κυρίως στην πλούσια σε πετρέλαιο επαρχία Μαρίμπ. Εξάλλου δυο άμαχοι σκοτώθηκαν σε βομβαρδισμό σε κατοικημένες περιοχές και σε καταυλισμό εκτοπισμένων στην ομώνυμη πρωτεύουσά της.
«Να φύγουμε και να πάμε πού;»
Οι επιθέσεις πολλαπλασιάζονται στην επαρχία αυτή, εστία εντάσεων, κομμένη στα δυο, ανάμεσα στους τομείς που ελέγχουν οι Χούθι κι αυτούς υπό τον έλεγχο της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης. Γύρω στο 60% των εσωτερικά εκτοπισμένων υεμενιτών έχει βρει καταφύγιο στη Μαρίμπ, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης (ΔΟΜ).
Ο Άλι Μουνίφ, 46 ετών, είναι ανάμεσά τους. Ζει σε καταυλισμό στα περίχωρα της πόλης Μαρίμπ αφότου οι αντάρτες κατέλαβαν το χωριό του το 2021. «Αν ξαναρχίσει ο πόλεμος στη Μαρίμπ, να φύγουμε και να πάμε πού;», διερωτάται.
Γυναίκα που μίλησε υπό τον όρο να μην κατονομαστεί, κάτοικος περιοχής κοντά σε στρατόπεδο που υπέστη επίθεση πρόσφατα, τόνισε πως τα παράθυρά της και η πόρτα της τραντάχτηκαν σαν να γινόταν σεισμός.
Πρόσθεσε πως ξαναζεί «τον φόβο, το άγχος και την απελπισία» των χειρότερων ημερών του πολέμου. Η εργαζόμενη σε υπηρεσία αρωγής δεν έκρυψε πως πλέον έχει αϋπνίες. «Ζούμε με τον μόνιμο φόβο πως θα γίνουμε στόχοι».
(ΑΠΕ -ΜΠΕ / photo: ΑΠΕ -ΜΠΕ / EPA -EPA)









