Η όγδοη συνεχόμενη ανασκαφική περίοδος στον αρχαιολογικό χώρο Casas del Turuñuelo έφερε στο φως ακόμη ένα εξαιρετικά σημαντικό εύρημα. Οι αρχαιολόγοι αποκάλυψαν ένα «εξαιρετικό» χάλκινο τελετουργικό άρμα, αφιερωμένο σε κάποια θεότητα και ηλικίας περίπου 2.500 ετών. Το αντικείμενο θεωρείται μοναδικό στην Ιβηρική Χερσόνησο, καθώς δεν υπάρχει μέχρι σήμερα άλλο παρόμοιο ως προς την πολυπλοκότητα της διακόσμησης και της εικονογραφίας του. Την ανακοίνωση έκανε η Esther Rodríguez, συνδιευθύντρια των ερευνών που διεξάγει το Ινστιτούτο Αρχαιολογίας της Μέριδα.
Τα μοναδικά γνωστά παραδείγματα παρόμοιων αρμάτων έχουν βρεθεί στην αρχαία Ετρουρία, στην κεντρική Ιταλία, γεγονός που οδηγεί τους ερευνητές στην υπόθεση ότι το άρμα ίσως κατασκευάστηκε εκεί. Το εύρημα εντοπίστηκε στον νότιο τομέα του κεντρικού κτιρίου του Turuñuelo, στον λεγόμενο διάδρομο S3, έναν χώρο τελετουργικού χαρακτήρα όπου είχε ήδη ανακαλυφθεί ένας βωμός.
Διατηρείται περίπου το μισό άρμα, συμπεριλαμβανομένων των δύο τροχών και μέρους του κυρίως σώματος. Παρότι η κατασκευή δεν είναι πλήρης, η εξαιρετική κατάσταση διατήρησής της επιτρέπει στους ειδικούς να διακρίνουν μια πλούσια διακόσμηση και μια ιδιαίτερα σύνθετη τεχνική κατασκευής, με πολλά χάλκινα στοιχεία συναρμολογημένα μεταξύ τους με σιδερένια εξαρτήματα.
Η Rodríguez χαρακτήρισε το εύρημα «ένα από τα σημαντικότερα που έχουν ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα στον ταρτησσικό αυτό οικισμό του 5ου αιώνα π.Χ.» και έρχεται να προστεθεί σε εκατοντάδες άλλα ευρήματα από κεραμικά και θραύσματα ελεφαντοστού, τα οποία αποδεικνύουν ότι ο οικισμός διατηρούσε εκτεταμένα εμπορικά δίκτυα με διάφορες περιοχές της Μεσογείου κατά τον 5ο αιώνα π.Χ.
Ανάμεσα στις διακοσμητικές παραστάσεις ξεχωρίζει η μορφή του Αχελώου, του γνωστού ποτάμιου θεού των αρχαίων Ελλήνων, η λατρεία του οποίου ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη τόσο στον ελληνικό όσο και στον ετρουσκικό κόσμο. Στα άκρα του άρματος απεικονίζονται δύο γρύπες — ‘μυθικά’ όντα με κεφάλι αετού και σώμα λιονταριού — ενώ δύο ανδρικές μορφές που μοιάζουν σαν αυτή του Άτλαντα στηρίζουν το κυρίως σώμα του άρματος, προσδίδοντας στο σύνολο ιδιαίτερη συμβολική και καλλιτεχνική αξία.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει σήμερα κανένα συγκρίσιμο εύρημα στην Ιβηρική Χερσόνησο. Αν και υπάρχουν ορισμένα μερικώς αντίστοιχα παραδείγματα στην Ιταλία, κανένα δεν παρουσιάζει τον ίδιο συνδυασμό διακοσμητικών και κατασκευαστικών χαρακτηριστικών. Οι μοναδικές γνωστές αντίστοιχες κατασκευές προέρχονται από τον ετρουσκικό πολιτισμό, ο οποίος γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή του στην κεντρική Ιταλία μεταξύ του 8ου και του 5ου αιώνα π.Χ. Η ομοιότητα αυτή ενισχύει την άποψη ότι υπήρχαν ανεπτυγμένα εμπορικά δίκτυα που συνέδεαν τον πολιτισμό του Ταρτησσού με διάφορες περιοχές της Μεσογείου.
Αν και η ακριβής χρήση του άρματος παραμένει άγνωστη, εκτιμάται ότι πιθανότατα σχετιζόταν με τελετουργικές δραστηριότητες και ιδιαίτερα με επίσημα συμπόσια. Όπως σημειώνεται, το άρμα βρέθηκε δίπλα στη λεγόμενη «αίθουσα του συμποσίου», όπου διατηρούνται τα ίχνη του τελευταίου μεγάλου γεύματος που πραγματοποίησαν οι κάτοικοι του Turuñuelo πριν σφραγίσουν οριστικά το κτίριο.
Οι αρχαιολόγοι ανέσυραν επίσης ένα σημαντικό σύνολο εισαγόμενων αντικειμένων που βρέθηκαν δίπλα στο άρμα. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται κεραμικά από την Αττική, ένα αιγυπτιακό αγγείο από αλάβαστρο, καθώς και περίτεχνα διακοσμημένα ελεφαντοστά με παραστάσεις πολεμιστών, ζώων και φυτικών μοτίβων, ευρήματα που αποκαλύπτουν ότι ο πολιτισμός του Ταρτησσού διατηρούσε στενές εμπορικές σχέσεις με την ανατολική Μεσόγειο.
«Τα υλικά αυτά μας προσφέρουν εξαιρετικά πολύτιμες πληροφορίες για την κατανόηση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ της Ανατολής και της Ιβηρικής Χερσονήσου. Τεκμηριώνουμε εισαγόμενα αντικείμενα και μοναδικά έργα που μας βοηθούν να ανασυνθέσουμε αυτά τα δίκτυα ανταλλαγών», δήλωσε η Rodríguez.
Οι εργασίες των ανασκαφών αποκάλυψαν νέα δωμάτια και διαδρόμους, εμπλουτίζοντας τις γνώσεις των αρχαιολόγων για την αρχιτεκτονική του ταρτησσικού συγκροτήματος, του οποίου η κατάσταση διατήρησης εξακολουθεί να θεωρείται εξαιρετική.
ΒΙΝΤΕΟ ΕΔΩ
photo: pixabay









