Τα απομεινάρια ενός αυτόνομου χωριού από τα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. — πριν ακόμη από τις μεταναστεύσεις των γερμανικών φύλων – και μια παράξενη «μεγάλη, σκοτεινή, αδιαφανής γυάλινη χάντρα» ανακαλύφθηκαν στη Σαξονία.
Η εξόρυξη χαλικιού στην περιοχή Liebersee, έναν μικρό οικισμό που ανήκει στον δήμο Belgern-Schildau στη Σαξονία της σημερινής Γερμανίας, έφερε στο φως μια σειρά αρχαιολογικών δομών που καταγράφουν την ύπαρξη μιας αγροτικής κοινότητας που φαίνεται να χαρακτηριζόταν από αυτάρκεια και αυτοκατανάλωση μεταξύ του 3ου και του 5ου αιώνα μ.Χ.
Οι εργασίες, που πραγματοποιήθηκαν από το Landesamt für Archäologie Sachsen (LfA) από τις αρχές Δεκεμβρίου 2025 έως τα μέσα Απριλίου 2026, κάλυψαν έκταση περίπου 3.200 τετραγωνικών μέτρων στην περιοχή όπου σχεδιάζεται νέα επέκταση του λατομείου χαλικιού. Η επέμβαση κρίθηκε απαραίτητη, καθώς η εξόρυξη χαλικιού και άμμου θα κατέστρεφε οριστικά οποιαδήποτε αρχαιολογικά κατάλοιπα υπήρχαν στο υπέδαφος.
Το Liebersee βρίσκεται στην αριστερή όχθη της κοιλάδας του Έλβα στη Σαξονία, ανάμεσα στις πόλεις Riesa και Torgau. Η περιοχή αυτή, ευνοημένη από τις φυσικές της συνθήκες, κατοικείται από ανθρώπους εδώ και χιλιετίες, γεγονός που την καθιστά ένα αρχαιολογικό τοπίο με πολυάριθμες ήδη καταγεγραμμένες θέσεις. Στην άμεση περιοχή γύρω από το λατομείο υπήρχαν αρκετά σημεία με γνωστά ευρήματα, γεγονός που οδήγησε στην προληπτική ανασκαφή της επιφάνειας που θα επηρεαστεί από τη μελλοντική εξορυκτική δραστηριότητα.
Οι ανασκαφές οδήγησαν στην ταυτοποίηση των καταλοίπων ενός οικισμού που χρονολογείται μεταξύ του 3ου και του 5ου αιώνα μ.Χ., μια περίοδος που καλύπτει το τελευταίο στάδιο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την αρχή της εποχής των μεγάλων γερμανικών μεταναστεύσεων. Ανάμεσα στα πολυάριθμα δομικά ευρήματα που καταγράφηκαν — όπως λάκκοι και οπές πασσάλων, δηλαδή ανθρώπινες παρεμβάσεις στο έδαφος — οι αρχαιολόγοι κατάφεραν να διακρίνουν τουλάχιστον τέσσερα μεγάλα μακρόστενα σπίτια κατασκευασμένα με ξύλινους πασσάλους, με πολλαπλά κλίτη, καθώς και τρία ημιυπόγεια κτίσματα γνωστά ως Grubenhäuser.
Τα μακρόστενα σπίτια, που έφταναν έως και τα είκοσι μέτρα μήκος και τα πέντε μέτρα πλάτος, λειτουργούσαν ταυτόχρονα ως κατοικίες και στάβλοι. Αντίθετα, τα μικρά ημιυπόγεια κτίρια, με επιφάνεια από 7 έως 12 τετραγωνικά μέτρα, χρησιμοποιούνταν ως αποθήκες ή εργαστήρια.
Σε ένα από αυτά τα Grubenhäuser εμφανίστηκαν αδιαμφισβήτητα στοιχεία υφαντουργικής παραγωγής. Οι αρχαιολόγοι ανέσυραν 30 υφαντικά βαρίδια από πηλό, πεπλατυσμένου κυκλικού σχήματος, εύρημα που αποδεικνύει την ύπαρξη κάθετου αργαλειού μέσα στο κτίσμα. Τα βαρίδια αυτά χρησιμοποιούνταν για να κρατούν τεντωμένες τις κάθετες κλωστές του στημονιού, ανάμεσα στις οποίες περνούσαν οι οριζόντιες κλωστές της ύφανσης.
Κατά την ύστερη ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο, η βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή υφασμάτων ήταν το μαλλί προβάτων. Μαζί με τα βαρίδια βρέθηκε επίσης ένα σφονδύλι από πηλό, το οποίο τοποθετούνταν σε ξύλινη ανέμη για να προσθέτει βάρος και να διευκολύνει το γνέσιμο του ακατέργαστου μαλλιού σε νήμα.
Ανάμεσα στα αντικείμενα που ανακτήθηκαν, τα οποία αποτελούνταν κυρίως από θραύσματα καθημερινών κεραμικών σκευών, ξεχωρίζει μια μεγάλη, σκοτεινή, αδιαφανής γυάλινη χάντρα διακοσμημένη με ανοιχτόχρωμες κυματιστές γραμμές. Αυτός ο τύπος χάντρας συναντάται συνήθως ως κτέρισμα σε γυναικείες ταφές.
Η μορφή και η διακόσμηση αυτών των αντικειμένων παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες για μεγάλες χρονικές περιόδους, αν και η κυρίαρχη χρονολόγησή τους εντοπίζεται στον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ. Επειδή η συγκεκριμένη μεγάλη χάντρα βρέθηκε σε οικιακό λάκκο και όχι σε τάφο, οι ερευνητές δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να είχε επαναχρησιμοποιηθεί ως σφονδύλι για την κλωστοϋφαντουργία.
Το σύνολο των στοιχείων δείχνει μια αγροτική κοινότητα που ακολουθούσε οικονομία επιβίωσης βασισμένη στην αυτάρκεια. Η παρουσία κοκκινωπού πηλού από επιχρίσματα τοίχων, γνωστού ως Hüttenlehm ή «πηλός καλύβας», μαζί με απανθρακωμένα υπολείμματα σιτηρών, δείχνει ότι τα κτίρια ήταν επιχρισμένα με λάσπη και ότι οι κάτοικοι αποθήκευαν δημητριακά.
Τα ίδια αυτά ίχνη, ιδιαίτερα η παρουσία καμένων σιτηρών και πηλού που είχε σκληρύνει από τη φωτιά, αποδεικνύουν ότι ο οικισμός υπέστη τουλάχιστον μία πυρκαγιά μεγάλης έντασης. Ωστόσο, οι αρχαιολόγοι του Landesamt für Archäologie Sachsen επισημαίνουν ότι ακόμη δεν μπορούν να καθορίσουν με βεβαιότητα αν αυτό το καταστροφικό γεγονός αποτέλεσε την αιτία της οριστικής εγκατάλειψης του χωριού.
Στις έρευνες που εκκρεμούν περιλαμβάνονται αναλύσεις ραδιοχρονολόγησης άνθρακα σε φυτικά κατάλοιπα και κάρβουνα που ανακτήθηκαν από την περιοχή. Τα αποτελέσματα αυτών των εξετάσεων θα μπορούσαν να προσφέρουν ακριβέστερη χρονολόγηση της πυρκαγιάς και της κατοίκησης του χώρου.
photo: pixabay









