Γ. Κώτσηρας: Στο επίκεντρο η μεσαία τάξη, μέσω φοροελαφρύνσεων και μόνιμων μέτρων

Τι δήλωσε ο υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών

Στις πιέσεις που δέχτηκε και δέχεται η μεσαία τάξη, επικεντρώθηκε η συζήτηση με τίτλο «Διασφαλίζοντας την Ανάπτυξη: Η Ανθεκτικότητα της Μεσαίας Τάξης» («Securing Growth: The Resilience of the Middle Class») στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, με τους συμμετέχοντες να αναδεικνύουν -εκκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες- ως κεντρικά ζητήματα την φορολογία, την πρόσβαση στη χρηματοδότηση, τη στέγαση, την ανταγωνιστικότητα, την ακρίβεια, αλλά και την ίδια την οριοθέτηση της μεσαίας τάξης.

   Γ. Κώτσηρας: Η πιο δραστική μείωση άμεσων φόρων για τη μεσαία τάξη

   Ο υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Γιώργος Κώτσηρας, υπογράμμισε ότι «η φορολογία είναι βασικός κορμός πολιτικής πάνω στην οποία μπορούμε να βασιστούμε για τη στήριξη μεσαίας τάξης», δίνοντας το στίγμα της κυβερνητικής προσέγγισης.

   Όπως ανέφερε, «από το 2019 η κυβέρνηση επένδυσε πάρα πολύ στη μείωση της φορολογίας», ενώ τόνισε ότι «έχουν μειωθεί 83 φορολογικοί συντελεστές». Παράλληλα, δήλωσε ότι «είναι μια δομική πολιτικά επιλογή για την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη το να στηρίξουμε την κοινωνία μέσω της μείωσης της φορολογίας», προσθέτοντας πως η πρόσφατη φορολογική μεταρρύθμιση «είχε στο επίκεντρό της, κατά προτεραιότητα, τη στήριξη της μεσαίας τάξης».

   Όπως επεσήμανε, «έγινε η πιο δραστική μείωση άμεσης φορολογίας που έχει γίνει εδώ και πολλές δεκαετίες», ενώ στάθηκε ιδιαίτερα στη σύνδεση φορολογικής πολιτικής και δημογραφικού, λέγοντας ότι «για πρώτη φορά συνδυάστηκε η περαιτέρω μείωση της φορολογίας με τον αριθμό των τέκνων».

   Όπως ανέφερε, «μειώθηκαν τα τεκμήρια διαβίωσης για πρώτη φορά μετά πολλά χρόνια», ενώ στάθηκε και στην ελληνική περιφέρεια, υπογραμμίζοντας ότι στηρίχθηκε «ένα σημαντικό κομμάτι της» μέσω στοχευμένων παρεμβάσεων. Κλείνοντας, τόνισε ότι «η μείωση της φορολογίας είναι μία πολιτικά δομική επιλογή για την κυβέρνησή μας» και ότι αποτελεί «ισχυρό μοχλό στήριξης της μεσαίας τάξης».

   Ωστόσο, ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στο ζήτημα της φοροδιαφυγής, λέγοντας ότι «η προσπάθεια αντιμετώπισης φοροδιαφυγής είναι μια μάχη με κοινωνικά χαρακτηριστικά». Όπως τόνισε «δεν μπορεί να υπάρχουν ούτε πολίτες δύο κατηγοριών, ούτε επιχειρήσεις δύο κατηγοριών», ενώ υπογράμμισε ότι «τα έσοδα από την πάταξη της φοροδιαφυγής είναι περίπου 2 δισ. ευρώ το χρόνο» και πως «αυτά γυρίζουν επίσης στην ελληνική κοινωνία». Για τον ίδιο λόγο, πρόσθεσε, «είναι ένα θέμα κοινωνικής δικαιοσύνης».

   Μ. Χριστοδουλάκης: Δικαιότερη φορολόγηση, υψηλότερη χρηματοδότηση

   Από την πλευρά του, ο Μανώλης Χριστοδουλάκης, βουλευτής ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, προσέγγισε τη συζήτηση δίνοντας βάρος τόσο «στο κομμάτι “μικρομεσαία επιχείρηση-ελεύθερο επάγγελμα-παραγωγικότητα”» όσο και «στη βιωσιμότητα της καθημερινότητας».

   Αναφερόμενος στη χρηματοδότηση, σημείωσε ότι «το 80% των επιχειρήσεων που λαμβάνουν χρηματοδότηση σήμερα, έχουν κύκλο εργασιών πάνω από 5 εκατ. ευρώ», ενώ για την πρόσβαση των μικρομεσαίων στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, ανέφερε ότι «το ποσοστό είναι κάτω από 0,1%», χαρακτηρίζοντάς το «στρέβλωση που πρέπει να τονιστεί».

   Ο κ. Χριστοδουλάκης τόνισε πως η δεύτερη διάσταση των πιέσεων που δέχεται η μεσαία τάξη είναι «τα στοιχεία βιωσιμότητας και καθημερινότητας», δηλαδή «σούπερ μάρκετ, βασικά αγαθά, κόστος ενέργειας, στέγαση, καύσιμα, ρεύμα».

   Στο πεδίο της φορολογίας, επεσήμανε ότι «αυτό που έχει αξία στη φορολογική πολιτική, είναι αν οι υφιστάμενοι φόροι τηρούν τη σχέση άμεσων και έμμεσων, με τρόπο που δημιουργεί δικαιοσύνη», υπογραμμίζοντας ότι χρειάζονται «λιγότεροι έμμεσοι φόροι, οριζόντιοι» και «ισχυρότερη συνεισφορά του εισοδήματος σε ένα πολύ δικαιότερο φορολογικό σύστημα».

   Για τη στέγαση, ανέφερε πως «η πολιτική της στέγασης είναι στρεβλή», εξηγώντας ότι εάν στόχος είναι να μειωθεί το κόστος των ενοικίων, τότε «πρέπει να αυξήσουμε την προσφορά».

   Όπως υπογράμμισε, «έχουμε πολλή δρόμο ακόμα να κάνουμε μπροστά μας, κυρίως όσον αφορά το κομμάτι της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας».

   Ο κ. Χριστοδουλάκης επεσήμανε ότι «έχουμε μια σχετικά στρεβλή -ή “ιδιαίτερη” τουλάχιστον- δομή» στην ελληνική οικονομία, καθώς «οι πολύ μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα κάτω από 9 εργαζομένων είναι 95,6%. Αυτό είναι συντριπτικό! Και οι μονατομικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα είναι 64%».

   Όπως δήλωσε, αυτό σημαίνει ότι «πρέπει να δουλέψουμε πολύ περισσότερο σε ένα πλαίσιο δικτύωσης συνεργειών, συνεργασιών ακόμα και εταιρικού μετασχηματισμού», ώστε να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα και η πρόσβαση σε κεφάλαια.

   Αν. Θωμόπουλος: Προοπτική, όχι προστασία

   Με πιο αιχμηρή, επενδυτική ματιά, ο Άνθιμος Θωμόπουλος, ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Hellenic Finance, υπογράμμισε στην παρέμβασή του, ότι «η μεσαία τάξη δεν χρειάζεται “προστασία”. Χρειάζεται προοπτική».

   Όπως δήλωσε, οι προϋποθέσεις για να στηριχθεί ουσιαστικά είναι «ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, έξυπνες δημόσιες πολιτικές και στοχευμένες, και μία αγορά εργασίας που επιβραβεύει την παραγωγικότητα». Μάλιστα, επεσήμανε ότι «κανείς δεν ψάχνει για μικρές επιχειρήσεις. Κανείς», δίνοντας έμφαση στο ότι το επενδυτικό ενδιαφέρον εστιάζει όχι στο μικρό μέγεθος καθαυτό, αλλά στη δυνατότητα ανάπτυξης. Όπως ανέφερε, η παλιά αντίληψη περί μικρής επιχείρησης ως αυτονόητης «ραχοκοκαλιάς» της οικονομίας «ανήκει στο παρελθόν».

   Ν. Ρώμπαπας: Η βιώσιμη ανάπτυξη θα οδηγήσει στην αύξηση των εισοδημάτων

   Ο πρόεδρος του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ) Νίκος Ρώμπαπας, συνέδεσε ευθέως τη θέση της μεσαίας τάξης με την προσέλκυση επενδύσεων και την παραγωγικότητα.

   «Η βιώσιμη αυτή ανάπτυξη θα οδηγήσει στην αύξηση των εισοδημάτων της μεσαίας τάξης», ανέφερε, ενώ εξήγησε ότι «αυτό που χρειαζόμαστε είναι να προσελκύσουμε επενδύσεις, οι οποίες με τη σειρά τους θα αυξήσουν την παραγωγικότητα».

   Ο ίδιος αναγνώρισε ότι «η κυβέρνηση τα τελευταία χρόνια έχει μειώσει πολλούς φορολογικούς συντελεστές» και χαρακτήρισε αυτό «πάρα πολύ θετικό», ενώ πρόσθεσε ότι η παρούσα κυβέρνηση «τα έχει πάει αρκετά καλά» στον διεθνή δείκτη φορολογικής ανταγωνιστικότητας.

   Ωστόσο, ο κ. Ρώμπαπας επεσήμανε και σημαντικές αδυναμίες. «Η φορολογία ακινήτων και ιδίως των ενοικίων είναι ένας από τους λόγους που αντιμετωπίζουμε πρόβλημα στην κατοικία», ανέφερε, σημειώνοντας ότι η επιβάρυνση μπορεί να φτάνει σε πολύ υψηλά επίπεδα.

   Επίσης, τόνισε ότι «οι φόροι της εργασίας, κυρίως εξαιτίας του ασφαλιστικού συστήματος και του ύψους των ασφαλιστικών εισφορών, είναι πολύ υψηλοί», ενώ πρόσθεσε ότι μόλις κάποιος ξεπερνά το μέσο εισόδημα, «η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας είναι τιμωρητική και φτάνει στο 60%». Κατά την τοποθέτησή του, αυτό σημαίνει ότι η βελτίωση της θέσης της μεσαίας τάξης περνά όχι μόνο μέσα από μειώσεις φόρων, αλλά και μέσα από συνολικότερη αλλαγή κινήτρων για εργασία, επένδυση και αξιοποίηση ακινήτων.

   Βάλια Αρανίτου: Πρέπει να πούμε ποια είναι η μεσαία τάξη

   Την κοινωνιολογική και κοινωνική διάσταση του ζητήματος προβληματισμό προσέδωσε στη συζήτηση η καθηγήτρια του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Βάλια Αρανίτου, επισημαίνοντας εξαρχής ότι «πρέπει να πούμε ποια είναι η μεσαία τάξη».

   Όπως ανέφερε, «συνηθίζουμε να βάζουμε κάτω από την ταμπέλα μεσαία τάξη πολλές διαφορετικές κοινωνικές ομάδες», από μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες έως μισθωτούς υψηλότερης εκπαίδευσης και τμήματα του δημόσιου τομέα.

   Υπό αυτό το πρίσμα, σημείωσε ότι μια πολιτική μπορεί να αφορά ένα τμήμα της μεσαίας τάξης, χωρίς να έχει το ίδιο αποτέλεσμα σε όλα τα επιμέρους στρώματα που περιλαμβάνονται στον όρο.

   Εστιάζοντας ειδικά στις μικρές επιχειρήσεις (και με την ιδιότητά της ως επιστημονική διευθύντρια του Ινστιτούτου Εμπορίου και Υπηρεσιών – ΙΝΕΜΥ της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας -ΕΣΕΕ) , η κ. Αρανίτου δήλωσε ότι «βρίσκονται ανάμεσα σε αυτό που λέμε αβεβαιότητα και φόβο και, βέβαια, την πρόκληση ενός αναγκαστικού μετασχηματισμού».

   Όπως επεσήμανε, «τα βασικά προβλήματα είναι η χρηματοδότηση», η ρευστότητα, η φορολογία και οι ανατιμήσεις, ενώ πρόσθεσε ότι οι μικρές επιχειρήσεις έχουν δυσκολία πρόσβασης στο τραπεζικό σύστημα και συχνά στηρίζονται σε οικογενειακά κεφάλαια.

   Ανέφερε ακόμη, ότι «η μεσαία τάξη, στο κομμάτι της μικροεπιχειρηματικότητας, συμπιέζεται», ενώ για το κοινωνικό σκέλος της ακρίβειας υπογράμμισε ότι «η ακρίβεια επηρεάζει πολλαπλά» και ότι «δεν πλήττει όλα τα εισοδήματα με τον ίδιο τρόπο». Όπως σημείωσε, αυτή η συνθήκη αποτελεί «μία ακόμη μεγαλύτερη απειλή για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, ειδικά του εμπορίου και της εστίασης».

ΑΠΕ-ΜΠΕ/photo: eurokinissi

ΠΟΛΙΤΙΚΟΛΟΓΙΕΣ

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

ΠΑΡΑΞΕΝΑ

LATEST

Κύρια Θέματα

ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΑΓΟΡΩΝ

Κάθε μέρα μαζί