Δώδεκα ημέρες, 1.608,9 χιλιόμετρα με ποδήλατο, 26,7 χιλιόμετρα ορειβασίας, τρεξίματος και πεζοπορίας, ανάβαση στον Όλυμπο έως τον Μύτικα, 29,16 ναυτικά μίλια ιστιοπλοΐας και 12,4 χιλιόμετρα κολύμβησης στο Ρίο-Αντίρριο και στη Γαύδο.
Από το βορειότερο άκρο της Ελλάδας έως το νοτιότερο σημείο της, το AMPHIBIAN δεν ήταν απλώς μια αθλητική δοκιμασία αντοχής για τον γιατρό, αθλητή Γιώργο Τσιάνο, ήταν ένα πολυσύνθετο εγχείρημα στο οποίο η ανθρώπινη φυσιολογία, η επιστήμη, η τεχνολογία και το πραγματικό περιβάλλον συνυπήρξαν για δώδεκα συνεχόμενες ημέρες.
«Η μεγάλη δυσκολία ήταν σωρευτική»
Ο Γιώργος Τσιάνος περιγράφει στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων το δύσκολο αυτό εγχείρημα και την πρωτόγνωρη εμπειρία στην οποία η κόπωση δεν είχε μία συγκεκριμένη στιγμή, αλλά συσσωρευόταν, επισημαίνοντας πως, «δεν ξέρω αν μπορώ να απομονώσω μία στιγμή και να πω ότι αυτή ήταν η δυσκολότερη. Η μεγάλη δυσκολία ήταν σωρευτική. Ήταν το να ξυπνάω κάθε μέρα έχοντας κοιμηθεί δύο ή τρεις ή τέσσερις ώρες, ήδη κουρασμένος από την προηγούμενη ημέρα, με πόνο, με τραυματισμούς που είχαν αρχίσει να αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο μπορούσα να κινηθώ και να γνωρίζω ότι μπροστά μου υπάρχει άλλη μία πλήρης επιχειρησιακή ημέρα».
Όπως εξηγεί, υπήρχαν στιγμές κατά τις οποίες έπρεπε να αλλάξει ακόμη και τον τρόπο εκτέλεσης μιας κίνησης, προκειμένου να προστατεύσει έναν τραυματισμό, «αυτό όμως φόρτιζε κάποιο άλλο σημείο του σώματος και έκανε την προσπάθεια ακόμα πιο απαιτητική. Παράλληλα υπήρχε συνεχής ιατρική και επιστημονική παρακολούθηση, επανεκτίμηση και προσαρμογή. Δεν επρόκειτο λοιπόν για μία γραμμική πορεία στην οποία απλώς “αντέχεις”. Κάθε μέρα έπρεπε να λύσουμε ένα καινούργιο πρόβλημα».
«Η απόφαση είχε παρθεί πολύ πριν ξεκινήσω από το Ορμένιο. Είχα αναλάβει την ευθύνη αυτού του εγχειρήματος απέναντι στον εαυτό μου και απέναντι σε όλους όσοι είχαν επενδύσει σε αυτό χρόνο, γνώση, δουλειά και πίστη. Από τη στιγμή που η ασφάλεια επέτρεπε να συνεχίσουμε, η δική μου δουλειά ήταν να βρω τον τρόπο να προχωρήσω», σημειώνει ο Γιώργος Τσιάνος και διευκρινίζει πως η ίδια λογική χαρακτήρισε και την επιλογή της διαδρομής. «Ήθελα εξαρχής το AMPHIBIAN να μην είναι μία αυθαίρετη αθλητική διαδρομή. Ήθελα η ίδια η γεωγραφία της Ελλάδας να αποτελεί μέρος της ιδέας».
Από το βορειότερο άκρο, στο υψηλότερο σημείο της χώρας και τελικά στο νοτιότερο σημείο της Ελλάδας και της Ευρώπης, η διαδρομή μεταμόρφωνε διαρκώς τις συνθήκες, τονίζει και υπογραμμίζει πως, «στην πορεία αλλάζει το τοπίο, αλλάζει το υψόμετρο, αλλάζει η θερμοκρασία, αλλάζει ο δρόμος, αλλάζει το μέσο μετακίνησης και τελικά αλλάζει συνεχώς και η σχέση σου με το περιβάλλον».
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι αυτή ακριβώς η μεταβλητότητα αποτελούσε και μέρος του επιστημονικού ενδιαφέροντος του εγχειρήματος καθώς όπως επισημαίνει, «δεν θέλαμε ένα αποστειρωμένο εργαστήριο όπου ελέγχονται σχεδόν όλες οι μεταβλητές. Θέλαμε το αντίθετο: το πραγματικό πεδίο, όπου το σώμα πρέπει συνεχώς να αποκρίνεται, να προσαρμόζεται και να επαναπροσδιορίζει τη λειτουργία του. Η Ελλάδα μάς έδωσε σχεδόν όλο αυτό το φάσμα μέσα σε μία συνεχόμενη διαδρομή. Όταν διασχίζεις μία χώρα με αυτόν τον τρόπο, δεν τη βλέπεις από απόσταση. Περνάς αργά μέσα από αυτήν. Βλέπεις τους ανθρώπους, τις πόλεις, τα βουνά, τους δρόμους, τη θάλασσα, την κακοκαιρία, τα ξημερώματα. Για μένα ήταν και ένας τρόπος να γνωρίσω ξανά την Ελλάδα μέσα από την κίνηση».
Μια συνεχόμενη εναλλαγή των αθλημάτων, των τοπίων και των απαιτήσεων. «Η αλλαγή δεν ήταν πρόβλημα που έπρεπε να εξαλειφθεί. Ήταν η ουσία του AMPHIBIAN», τονίζει και προσθέτει, «από τον σχεδιασμό ακόμη γνωρίζαμε ότι ο οργανισμός θα καλούνταν να περάσει διαδοχικά από διαφορετικά κινητικά πρότυπα, διαφορετικές ενεργειακές απαιτήσεις και διαφορετικά περιβαλλοντικά φορτία. Το ζητούμενο ήταν να παρατηρήσουμε ακριβώς αυτή την προσαρμογή. Τροφοδοσία, υγρά, αποκατάσταση, ύπνος όσος ήταν εφικτός, καθημερινή ιατρική εκτίμηση και συνεχής ανάγνωση των δεδομένων. Αλλά ταυτόχρονα σημαίνει ότι πρέπει να γνωρίζεις και πότε τα δεδομένα δεν αρκούν».
Όπως διευκρινίζει, η τεχνολογία δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ανθρώπινη κρίση, «ένα wearable μπορεί να σου δώσει έναν αριθμό. Ο αθλητής όμως πρέπει να ξέρει τι αισθάνεται, ο γιατρός τι βλέπει και ο επιστήμονας τι μπορεί πραγματικά να συμπεράνει. Μετά από πολλά χρόνια σε θάλασσες, μεγάλα υψόμετρα, έρημο και ψύχος, έχω μάθει ότι είναι πολύ ακριβό να αντιστέκεσαι σε αυτό που πραγματικά συμβαίνει. Το πεδίο δεν ενδιαφέρεται για το αρχικό σου πλάνο. Παρατηρείς, αποδέχεσαι, επανεκτιμάς, επανασχεδιάζεις και προσαρμόζεσαι».
Και παρά τις δύσκολες συνθήκες, ο Γιώργος Τσιάνος ξεκαθαρίζει ότι, «όχι, ούτε μία φορά δεν σκέφτηκα σοβαρά να σταματήσώ. Υπήρξαν ημέρες που ήμουν ολοκληρωτικά εξαντλημένος. Υπήρξε πόνος, έλλειψη ύπνου, τραυματισμοί. Υπήρχαν στιγμές κατά τις οποίες χρειάστηκε να αλλάξει ολόκληρος ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζαμε μία ημέρα. Ακόμη και όταν τα ακραία καιρικά φαινόμενα οδήγησαν την Πολιτική Προστασία σε Red Code και απέκλεισαν το προγραμματισμένο θαλάσσιο σκέλος, η προσπάθεια προσαρμόστηκε. Φυσικά καταλάβαμε ότι πλέον δεν ελέγχαμε την εξέλιξη με τον τρόπο που την είχαμε σχεδιάσει. Το πρόγραμμα αναπροσαρμόστηκε. Αυτό όμως είναι τελείως διαφορετικό από το να σκεφτώ ότι θα σταματήσω. Δεν το σκέφτηκα ούτε για μια στιγμή».
«Η θάλασσα δεν ήταν ίδια για όλους»
Η άφιξη στη Γαύδο, το σημείο όπου ολοκληρώθηκε το AMPHIBIAN, δεν έφερε μόνο το συναίσθημα της επίτευξης. Έφερε μαζί της και μια εικόνα που, όπως περιγράφει ο ίδιος, τον συγκλόνισε. «Δεν είμαι ακόμη έτοιμος να περιγράψω με ακρίβεια το πρώτο συναίσθημα. Κάποια πράγματα χρειάζονται χρόνο μέχρι να καταλάβεις πραγματικά τι βάρος έχουν αποκτήσει μέσα σου», σημειώνει, ωστόσο, αυτό που συνέβη αμέσως μετά την έξοδό του από το νερό παραμένει έντονα χαραγμένο στη μνήμη του, «βγήκα μόνος μου σε μία απομακρυσμένη παραλία και εκεί, δίπλα μου, υπήρχαν βάρκες και σωσίβια ανθρώπων που είχαν επιχειρήσει να διασχίσουν τη θάλασσα αναζητώντας μία καλύτερη ζωή για τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Ξέρουμε ότι πολλοί άνθρωποι δεν έφτασαν ποτέ».
Η αντίθεση ήταν για τον ίδιο αδύνατο να αγνοηθεί και διευκρινίζει πως, «εγώ μόλις είχα ολοκληρώσει μία διαδρομή που είχα επιλέξει να κάνω. Εκείνοι μπήκαν στην ίδια θάλασσα από αδιέξοδο και κάποιοι δεν βγήκαν από αυτή. Αυτό με χτύπησε πολύ δυνατά. Ακόμη και τώρα δεν έχω συνέλθει και ούτε είναι το ζητούμενο να συνέλθω εγώ», σημειώνει.
«Είναι πολύ νωρίς για να απαντήσω πλήρως. Αυτό το project οργανώθηκε, ξανασχεδιάστηκε, αμφισβητήθηκε, αξιολογήθηκε και επαναξιολογήθηκε για χρόνια, από τις 2 Ιανουαρίου το 2020, από όταν και έχω μια φωτογραφία με την κόρη μου να επιχειρώ μια αποτύπωση της διαδρομής πάνω στο χάρτη της Ελλάδας. Θα ήταν παράξενο να πιστέψω ότι μπορώ μέσα σε δύο ή τρεις ή λίγες ημέρες από την ολοκλήρωσή του να καταλάβω όλη του τη σημασία», εκμυστηρεύεται.
Υπάρχει, ωστόσο, μία διαπίστωση που ήδη έχει σχηματιστεί μέσα του, όπως εξηγεί στο ΑΠΕ ο Γιώργος Τσιάνος, «τα όρια δεν είναι μία σταθερή γραμμή. Μεταβάλλονται ανάλογα με την κατάσταση, την προετοιμασία, την εμπειρία, τον ύπνο, τον πόνο, τον φόβο, το περιβάλλον και κυρίως τις αποφάσεις που παίρνεις. Με ενδιαφέρει περισσότερο ότι αναγκάστηκα να τα παρατηρώ κάθε ημέρα και να καταλαβαίνω τι σήμαιναν εκείνη ακριβώς τη στιγμή».
Για την Ελλάδα, σημειώνει ότι, «κατάλαβα ξανά πόσο διαφορετική μπορεί να είναι μέσα σε λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα και πόσο βαθιά ανθρώπινη γίνεται όταν δεν την προσπερνάς. Επιβεβαιώθηκε κάτι που έχω αισθανθεί και σε προηγούμενες αποστολές, όσο περισσότερα βλέπεις και όσο περισσότερο δοκιμάζεσαι, τόσο λιγότερο απόλυτος γίνεσαι απέναντι στη ζωή. Δεν ξέρω αν αυτές οι πορείες σε κάνουν απαραίτητα “καλύτερο” άνθρωπο. Μπορούν όμως να σε κάνουν περισσότερο συνειδητοποιημένο, αν τους επιτρέψεις να το κάνουν. Σίγουρα σε διαμορφώνουν σε κάτι άλλο. Νομίζω ότι με τα χρόνια έχω γίνει πιο πραγματιστής, περισσότερο ρεαλιστής και πιο προσεκτικός απέναντι στις βεβαιότητες. Το βουνό, η ανοιχτή θάλασσα, η έρημος ή το ψύχος δεν ενδιαφέρονται για την εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου. Σου επιβάλλουν μία πραγματικότητα».
Ο ίδιος τονίζει, πως η επαφή με αυτή την πραγματικότητα δεν εξαφάνισε τα όνειρα του, «παράξενα όμως, όλο αυτό δεν με έκανε λιγότερο ονειροπόλο. Ίσως το αντίθετο. Παραμένω ένας άνθρωπος με όνειρα, με ελπίδα και με πίστη. Απλώς σήμερα γνωρίζω καλύτερα, για ακόμα μία φορά, το τίμημα ενός ονείρου».
Το AMPHIBIAN είναι η συνάντηση διαφορετικών πλευρών της ζωής
Για τον Γιώργο Τσιάνο, η ουσία του AMPHIBIAN βρίσκεται ακριβώς στη συνάντηση διαφορετικών πλευρών της ζωής του. «Για μένα το AMPHIBIAN είναι η ώριμη συνάντηση πολλών διαφορετικών διαδρομών της ζωής μου. Του αθλητή, του γιατρού, του επιστήμονα, του ανθρώπου του πεδίου και του ανθρώπου που εξακολουθεί να έχει την περιέργεια να ρωτά τι συμβαίνει όταν το ανθρώπινο σύστημα βγαίνει έξω από τις ελεγχόμενες συνθήκες και αναγκάζεται να λειτουργήσει μέσα στην πραγματική ζωή», εξηγεί και επισημαίνει πως η αθλητική διάσταση παραμένει θεμελιώδης, καθώς, «η αθλητική του φύση είναι αναμφισβήτητη και είναι θεμελιώδης. Χωρίς την αθλητική προσπάθεια δεν θα υπήρχε το φυσιολογικό ερέθισμα που χρειαζόμασταν, δεν θα υπήρχε η ερευνητική ερώτηση όπως την είχαμε θέσει και δεν θα μπορούσε να δοκιμαστεί το ψηφιακό οικοσύστημα κάτω από αυτές τις συνθήκες».
Ωστόσο, τονίζει πως «το AMPHIBIAN δεν τελειώνει στον αθλητισμό, Η ώριμη έκφρασή του είναι η συνάντηση της βιωμένης εμπειρίας με τη μέτρηση. Είναι η προσπάθεια να βάλουμε τον άνθρωπο, την επιστήμη, την τεχνολογία και το πραγματικό περιβάλλον μέσα στο ίδιο πεδίο και να δούμε τι μπορούμε να μάθουμε από τη μεταξύ τους σχέση», και χαρακτηρίζει την πορεία «εξερεύνηση μέσα από την πράξη. Ένας άνθρωπος αποφασίζει να κάνει κάτι που δεν γνωρίζουμε εκ των προτέρων αν μπορεί να γίνει ακριβώς όπως σχεδιάστηκε. Αποδέχεται το προσωπικό ρίσκο, αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη της επιλογής του και δίνει ταυτόχρονα τη δυνατότητα σε μία επιστημονική ομάδα να παρατηρήσει τι συμβαίνει. Αυτό είναι πολύ κοντά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι την εξερεύνηση».
«Επιστημονικά, γνωρίζουμε απόλυτα τους περιορισμούς. Μελετάμε έναν άνθρωπο. Και όχι έναν τυχαίο άνθρωπο, αλλά ένα συγκεκριμένο άτομο με συγκεκριμένο αθλητικό, επιστημονικό και ιατρικό υπόβαθρο. Δεν ισχυριζόμαστε ότι από αυτόν τον έναν άνθρωπο θα γενικεύσουμε συμπεράσματα για ολόκληρο τον πληθυσμό. Αυτό δεν θα είχε επιστημονικό έρεισμα», σημειώνει και υπογραμμίζει ότι η αξία βρίσκεται αλλού, «είναι μία λεπτομερής μελέτη περίπτωσης και ένα proof of concept. Ρωτάμε: μπορεί να γίνει; Μπορούμε να μετρήσουμε αυτά που θέλουμε μέσα στο πραγματικό πεδίο; Μπορούμε να συνδυάσουμε την ανθρώπινη φυσιολογία, περιβαλλοντικά και επιδοσιακά δεδομένα; Τι απέτυχε; Τι λειτούργησε; Τι πρέπει να σχεδιαστεί διαφορετικά την επόμενη φορά; Αν η απάντηση σε αρκετά από αυτά είναι θετική, τότε το επόμενο βήμα είναι περισσότερα άτομα, νέες τεχνικές και καλύτερες μεθοδολογίες. Έτσι προχωρά μία ερευνητική ιδέα».
Γι’ αυτό και ο Γιώργος Τσιάνος αποφεύγει να μιλήσει ακόμη για τελικό συμπέρασμα, «Δεν θα ήθελα ακόμη να μιλήσω για ένα τελικό συμπέρασμα. Έχουμε ολοκληρώσει το πεδίο. Δεν έχουμε ολοκληρώσει το AMPHIBIAN», και εξηγεί, «υπάρχουν δεδομένα που πρέπει να καθαριστούν, να αναλυθούν, να συσχετιστούν και να ερμηνευθούν. Υπάρχουν τεχνολογικές λύσεις που πρέπει να αξιολογήσουμε ως προς το τι πραγματικά προσέφεραν και τι όχι. Υπάρχουν επιχειρησιακές αποφάσεις που πρέπει να ξαναδούμε. Υπάρχουν προσωπικές εμπειρίες και γεγονότα που χρειάζονται χρόνο για να αποκτήσουν τη σωστή τους θέση».
«Το AMPHIBIAN απέδειξε την αξία του πραγματικού πεδίου. Έδειξε τι συμβαίνει όταν δεν προσπαθείς να αφαιρέσεις το απρόβλεπτο από την έρευνα, αλλά το δέχεσαι ως μέρος της πραγματικότητας που θέλεις να μελετήσεις. Και μας έδωσε μία βάση επάνω στην οποία μπορούμε πλέον να σχεδιάσουμε το επόμενο βήμα με πολύ περισσότερη γνώση».
Πίσω όμως από έναν άνθρωπο που διένυσε αυτή τη διαδρομή υπήρχαν περίπου 25 άνθρωποι, και γι αυτόν, «η λέξη ομάδα είναι Καθοριστική. Και θέλω να είμαι πολύ συγκεκριμένος όταν χρησιμοποιώ τη λέξη “ομάδα”. Είναι οι άνθρωποι που είχαν άμεση συμμετοχή στην προετοιμασία μου, στην παρατήρηση και την αποκατάστασή μου, στην ιατρική και επιστημονική υποστήριξη, τη διασφάλιση της λειτουργίας του τεχνολογικού και ψηφιακού συστήματος στο πεδίο, αλλά και στην ταυτότητα, την επικοινωνία, την οπτικοακουστική καταγραφή και τον τρόπο με τον οποίο το AMPHIBIAN θα αποκτούσε δημόσια υπόσταση. Δηλαδή άνθρωποι που δεν έκαναν απλώς μία δουλειά. Έβαλαν μέσα στο project τον εαυτό τους».
«Ο καθένας δημιούργησε το δικό του μικρό οικοσύστημα μέσα στο μεγαλύτερο οικοσύστημα του AMPHIBIAN. Όταν κάτι άλλαζε στο πεδίο, δεν περίμεναν απλώς μία εντολή. Προσαρμόζονταν, έλυναν προβλήματα, έβρισκαν άλλον δρόμο και φρόντιζαν ώστε το δικό τους κομμάτι να συνεχίσει να λειτουργεί. Αυτό είναι η πραγματική συνεργασία», και μέσα στις δώδεκα ημέρες, η σχέση με αυτούς τους ανθρώπους άλλαξε, «Κατάλαβα καλύτερα από πού έρχεται ο καθένας, τι τον κινητοποιεί και γιατί είχε αποφασίσει να δώσει τόσο πολύ από τον εαυτό του. Και με πολλούς από αυτούς αισθάνομαι πλέον ότι δεν ολοκλήρωσα απλώς μία συνεργασία. Κέρδισα συνεργάτες και φίλους».
Και ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο βαθιές παρακαταθήκες του εγχειρήματος, «η δημιουργία ομάδων με κοινό στόχο και όραμα, η δημιουργία κοινοτήτων είναι όμορφη δύναμη και είναι και μια μορφή αντίστασης», γιατί, τελικά, όπως υπογραμμίζει ο Γιώργος Τσιάνος, «το AMPHIBIAN είχε έναν άνθρωπο επάνω στη διαδρομή, δεν ήταν όμως έργο ενός ανθρώπου».
ΑΠΕ-ΜΠΕ – Αλεξάνδρα Χατζηγεωργίου / photo: pixabay
Η ιστοσελίδα του AMPHIBIAN