Ευρωπαϊκός Κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη - Οι θέσεις των κομμάτων.
«Η Ελλάδα δεν επιλέγει ανάμεσα στην καινοτομία και την προστασία. Επιλέγει την υπεύθυνη πρόοδο, τον ψηφιακό μετασχηματισμό με δομημένο, καθορισμένο και περιχαρακωμένο τρόπο. Η συνολική στρατηγική κατεύθυνση της ψηφιακής Ελλάδας που οικοδομούμε είναι: Τεχνολογική πρόοδος με κανόνες, καινοτομία, ασφάλεια, ψηφιακό κράτος και με επίκεντρο τον πολίτη, δημόσια διοίκηση πιο αποτελεσματική, και ένα κράτος που αξιοποιεί τα εργαλεία της νέας εποχής για να βελτιώσει την καθημερινότητα των πολιτών». Αυτό τόνισε ο υφυπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Χρήστος Δερμεντζόπουλος, κατά την πρώτη επεξεργασία, στην επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης, του νομοσχεδίου που αφορά «Μέτρα εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Κανονισμού για την Τεχνητή νοημοσύνη».
Όπως είπε ο κ. Δερμεντζόπουλος, «η αλλαγή του θεσμικού πλαισίου για την Τεχνητή Νοημοσύνη, πρέπει να συνοδεύεται από κανόνες, ασφάλεια δικαίου, διαφάνεια και ουσιαστικό όφελος για τον πολίτη».
«Στόχος μας λοιπόν, είναι να την αξιοποιήσουμε με τρόπο που δημιουργεί αξία και να την ρυθμίσουμε με τρόπο που αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τους όποιους κινδύνους υπάρχουν», σημείωσε.
«Για πρώτη φορά, η ΕΕ θεσπίζει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο με στόχο να αυξήσει την παραγωγικότητα, να ενισχύσει την καινοτομία και να δημιουργήσει νέες αναπτυξιακές ευκαιρίες. Ταυτόχρονα όμως δημιουργεί και νέες προκλήσεις, για ζητήματα που αφορούν την προστασία των προσωπικών δεδομένων, τη διαφάνεια των αλγορυθμικών αποφάσεων, την αποφυγή διακρίσεων και την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων», είπε και συμπλήρωσε:
«Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα χρησιμοποιήσουμε την Τεχνητή Νοημοσύνη – η τεχνολογία αυτή υπάρχει και εξελίσσεται με ταχύτατους ρυθμούς – αλλά με ποιους κανόνες θα την αξιοποιήσουμε. Και η απάντηση της κυβέρνησης είναι σαφής: Με υπευθυνότητα, ασφάλεια και με σεβασμό στον πολίτη».
Ο υφυπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης διευκρίνισε ότι «το νομοσχέδιο δεν δημιουργεί ένα νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο, αλλά εφαρμόζει στην ελληνική έννομη τάξη το πλαίσιο που ήδη έχει θεσπιστεί από την ΕΕ και δημιουργεί τους αναγκαίους εθνικούς μηχανισμούς εποπτείας και συντονισμού».
«Για το σκοπό αυτό αξιοποιούμε υφιστάμενους θεσμούς που έχουν σημαντική εμπειρία, όπως είναι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η οποία αναλαμβάνει κεντρικό ρόλο, αξιοποιώντας ουσιαστικά την πολυετή τεχνογνωσία την οποία έχει στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στον ψηφιακό χώρο, και η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων που αναλαμβάνει αρμοδιότητες όπως η εποπτεία της αγοράς και η τεχνική αξιολόγηση», ανέφερε και συνέχισε:
«Η επιλογή μας είναι ξεκάθαρη. Ενισχύουμε και αξιοποιούμε τους φορείς που ήδη διαθέτουν την απαιτούμενη τεχνογνωσία. Παράλληλα, στηρίζουμε την καινοτομία, δίνοντας τη δυνατότητα σε νεοφυείς επιχειρήσεις, σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις να αναπτύσσουν νέες εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης σε ένα ασφαλές σταθερό και ελεγχόμενο περιβάλλον».
Ο κ. Δερμεντζόπουλος, χαρακτήρισε την τεχνητή νοημοσύνη, «ένα τεχνολογικό εργαλείο που πρέπει να είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου, με σκοπό την άρση των ανισοτήτων, την εξέλιξη των επιστημών και την διευκόλυνση της καθημερινότητας».
«Οριοθετώντας λοιπόν με κανόνες τη λειτουργία της τεχνητής νοημοσύνης, προστατεύουμε τον χρήστη και δημιουργούμε ένα ασφαλές και απρόσκοπτο περιβάλλον εργασίας και έρευνας», είπε.
Έμφαση έδωσε επίσης στις διατάξεις για την ενίσχυση της λειτουργίας του Κτηματολογίου, τονίζοντας «την ανάγκη μετάβασης του σε ένα νέο, λειτουργικό μοντέλο, που μπορεί και πρέπει να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις καθημερινές ανάγκες πολιτών, επαγγελματιών αλλά και της οικονομίας».
«Γι αυτό το λόγο προχωρούμε σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις όπου υπάρχουν προβλήματα, παρέχοντας λύσεις που αποτρέπουν την περιττή ταλαιπωρία πολιτών και επαγγελματιών. Παράλληλα, διασφαλίζουμε την ασφαλή μετάβαση στις νέες ψηφιακές διαδικασίες. Βασικός μας στόχος είναι η ψηφιοποίηση του Κτηματολογίου να προχωρήσει με ταχύτητα, αλλά και πάνω από όλα, με ασφάλεια δικαίου και προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών. Για τον ίδιο λόγο ενισχύουμε και την στελέχωση του με την σύσταση 80 οργανικών θέσεων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης νομικών στα κτηματολογικά γραφεία. Η χώρα πλέον περνά από τη φάση της μεγάλης προσπάθειας κτηματογράφησης στη φάση της καθημερινής λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου», σημείωσε.
Τόνισε ακόμα ότι «το νομοσχέδιο περιλαμβάνει σημαντικές παρεμβάσεις για την περαιτέρω αναβάθμιση του ψηφιακού κράτους ενισχύοντας τις υπηρεσίες υποστήριξης πολιτών, βελτιώνοντας την διαχείριση των αιτημάτων μέσω σύγχρονων τεχνολογιών, αναβαθμίζοντας κρίσιμες υποδομές κυβερνητικού νέφους, αποσαφηνίζοντας κρίσιμα ζητήματα που έχουν ανακύψει από την εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης και ενισχύοντας τη λειτουργική ικανότητα φορέων που αποτελούν βασικούς πυλώνες της ψηφιακής διοίκησης, όπως είναι η ΗΔΙΚΑ».
Ιδιαίτερης σημασίας επίσης, χαρακτήρισε την δημιουργία Ηλεκτρονικού Μητρώου Καταχώρησης Σημείων Πρόσβασης και Θέσεων Στάθμευσης ΑΜΕΑ, το οποίο διασυνδέεται με την εφαρμογή My street και το Εθνικό Παρατηρητήριο Εθνικής Ασφάλειας, τονίζοντας ότι «για πρώτη φορά δημιουργείται ένα ενιαίο, αξιόπιστο και διαλειτουργικό πλαίσιο δεδομένων προσβασιμότητας, που σίγουρα θα διευκολύνει και θα βελτιώσει την καθημερινή τους πρόσβαση στη μετακίνηση».
Ο γενικός εισηγητής του ΠΑΣΟΚ, Απόστολος Πάνας, επεσήμανε ότι «αυτό που πραγματικά χρειάζεται η χώρα είναι μια εθνική στρατηγική για τεχνητή νοημοσύνη η οποία δεν θα περιορίζεται μόνο στην συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις».
«Χρειάζεται πολιτικές για την ανάπτυξη των δεξιοτήτων, για την υποστήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, για την ενίσχυση της έρευνας, της καινοτομίας και την παραγωγική αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, με τρόπο τέτοιο που να δημιουργεί προστιθέμενη αξία για την ελληνική οικονομία και φυσικά για την ελληνική κοινωνία. Η τεχνητή νοημοσύνη για μας, δεν είναι μόνο το ελληνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα δημοκρατίας, θεσμών, δικαιωμάτων, εμπιστοσύνης και λογοδοσίας», τόνισε ο εισηγητής του ΠΑΣΟΚ και συμπλήρωσε:
«Το ζητούμενο για εμάς δεν είναι μόνο συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις αλλά και να διασφαλιστούν ταυτόχρονα η διαφάνεια, η ανθρώπινη εποπτεία, η λογοδοσία των δημόσιων φορέων, η προστασία των προσωπικών δεδομένων και των θεμελιωδών δικαιωμάτων».
Για το ΠΑΣΟΚ, όπως είπε ο κ. Πάνας «πρέπει να υπάρχει:
Πρώτον: υποχρεωτική ενημέρωση του πολίτη όταν χρησιμοποιείται AI στη λήψη διοικητικών αποφάσεων.
Δεύτερον: το δικαίωμα της ανθρώπινης επανεξέτασης κάθε διοικητικής απόφασης στην οποία χρησιμοποιήθηκε AI.
Τρίτον: μία ετήσια έκθεση της Κυβέρνησης προς τη Βουλή για τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στο δημόσιο και την εφαρμογή του AI ACT».
«’Αρα, στην ουσία, αυτό που συζητάμε είναι περισσότερη διαφάνεια, περισσότερη λογοδοσία και μεγαλύτερη προστασία του πολίτη», ανέφερε και κατέληξε:
«Το νομοσχέδιο πράγματι περιλαμβάνει αναγκαίες υπερβάσεις ιδιαίτερα ως προς την εφαρμογή του ευρωπαϊκού πλαισίου για τεχνική νοημοσύνη, παράλληλα, όμως, μας δίνεται η δυνατότητα να αναδείξουμε και ζητήματα που αφορούν την ποιότητα της νομοθέτησης, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία και τη δημόσια διαβούλευση. Η πρόκληση δεν είναι μόνο να αποκτήσουμε περισσότερη τεχνολογία, αλλά να αποκτήσουμε περισσότερη τεχνολογία με σοβαρότερους θεσμούς και καλύτερους θεσμούς. Ο ψηφιακός, λοιπόν, μετασχηματισμός πρέπει να αποτελεί εγγύηση για ένα καλύτερο και πιο δίκαιο και διαφανές κράτος».
Σημειώνεται ότι από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ, λόγω κωλύματος του εισηγητή του, η θέση του θα εκφραστεί σε επόμενη συνεδρίαση.
Κατά του νομοσχεδίου τάχθηκε η ειδική αγορήτρια του ΚΚΕ, Αφροδίτη Κτενά, υποστηρίζοντας ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση με αυτόν τον Κανονισμό επιχειρεί να προλάβει τους ανταγωνιστές της, κυρίως ΗΠΑ και Κίνα, τουλάχιστον στο θεσμικό επίπεδο για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό».
«Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης τα προσωπικά δεδομένα είναι χρυσός γιατί είναι το καύσιμο της. Είναι είδος προς εκμετάλλευση από την αγορά από τη μια, και προς αξιοποίηση από το αστικό κράτος από την άλλη, που προορισμός του είναι η θωράκιση, με κάθε τρόπο, της κερδοφορίας του κεφαλαίου εις βάρος εργαζομένων, πολιτών, λαών», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η κ. Κτενά υποστήριξε ακόμα, ότι «το νομοσχέδιο ορίζει, με βάση τον Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το πλαίσιο για την εποπτεία της αγοράς, δηλαδή τον διαιτητή ανάμεσα στα επιχειρηματικά συμφέροντα, με πρόσχημα όπου χρειάζεται, την προστασία των δικαιωμάτων του λαού μας».
«Υποτίθεται λοιπόν, ότι ο ευρωπαϊκός κανονισμός θέτει το ρυθμιστικό πλαίσιο για προστασία από τέτοια επικίνδυνα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης. Ωστόσο, δεν τα απαγορεύει ρητά. Ούτε καν τα μη αποδεκτού κινδύνου δεν απαγορεύονται ρητά. Προβλέπονται τόσες εξαιρέσεις που γίνονται κανόνας», υποστήριξε η ειδική αγορήτρια του ΚΚΕ και κατέληξε: «Πρωτοπορία λοιπόν υπάρχει αλλά αφορά στην εμπορευματοποίηση των δεδομένων, στη χρήση δημόσιου χρήματος και πόρων, για ανάπτυξη εφαρμογών των δομών στρατιωτικής χρήσης από εταιρείες, για να κερδίσουν αυτές εις βάρος εργαζομένων και του λαού μας συνολικά».
Επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητα των νέων ρυθμίσεων, εξέφρασε ο ειδικός αγορητής της Ελληνικής Λύσης, Βασίλης Γραμμένος, κάνοντας λόγο για ανάγκη ολοκληρωμένης στρατηγικής της χώρας.
«Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι απλώς πώς θα εφαρμόσουμε έναν ακόμα Ευρωπαϊκό Κανονισμό. Το μεγάλο καίριο ερώτημα για εμάς είναι άλλο. Ποια θέση θέλει να έχει η χώρα μας στη νέα εποχή της τεχνητής νοημοσύνης; Θέλει να είναι μία χώρα που απλώς ακολουθεί αποφάσεις που λαμβάνονται από αλλού; Μία χώρα που καταναλώνει τεχνολογία χωρίς να την παράγει; Μια χώρα που δημιουργεί μηχανισμούς ελέγχου και γραφειοκρατικές διαδικασίες, αλλά δεν μπορεί να επενδύσει αρκετά στην ελληνική γνώση, στην ελληνική έρευνα και στην ελληνική καινοτομία; Ή θέλει να είναι μια χώρα που θα συμμετέχει ενεργά, που θα δημιουργεί, που ασφαλώς θα παράγει τεχνολογία και θα αξιοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη ως ένα εργαλείο ανάπτυξης και ενίσχυσης της εθνικής ισχύος;» σημείωσε ο κ. Γραμμένος και κατέληξε:
«Δυστυχώς, στο παρόν νομοσχέδιο δεν βλέπουμε και δεν διακρίνουμε πουθενά μια τέτοια εθνική στρατηγική. Βλέπουμε κυρίως μια προσπάθεια ενσωμάτωσης του Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την τεχνητή νοημοσύνη στο Ελληνικό Δίκαιο και ασφαλώς η χώρα μας οφείλει να εφαρμόσει. Δεν απαντά όμως στις πραγματικές ανάγκες της χώρας μας, δεν παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο για την τεχνητή νοημοσύνη, δεν αντιμετωπίζει επαρκώς τα ζητήματα λογοδοσίας και ελέγχου, δεν μειώνει τη γραφειοκρατία όσο θα έπρεπε και δεν δίνει την αναπτυξιακή προοπτική που απαιτεί η εποχή μας. Η Ελληνική Λύση λέει ναι στην πρόοδο, ναι στην καινοτομία, ναι στην τεχνολογία, αλλά λέμε όχι σε μια ψηφιακή μετάβαση χωρίς εθνικό σχέδιο, όχι σε ένα κράτος που δημιουργεί συνεχώς νέους μηχανισμούς χωρίς να λύνει τις βασικές αδυναμίες του, όχι σε μια πολιτική που αντιμετωπίζει την τεχνολογία ως ζήτημα διαχείρισης και όχι, ως ζήτημα εθνικής στρατηγικής».
Την «ανάγκη αποσαφηνίσεων ζωτικής σημασίας θεμάτων» τόνισε η ειδική αγορήτρια της «Νίκης», Ασπασία Κουρουπάκη.
«Στο σύστημα υψηλού κινδύνου χρειάζεται καθαρή νομική εγγύηση. Καμία κρίσιμη εφαρμογή που αφορά τον πολίτη δεν πρέπει να αφήνεται αποκλειστικά σε μηχανή. Η απάντηση ‘έτσι το έβγαλε το σύστημα’ είναι απαράδεκτη για κράτος δικαίου. Ο αλγόριθμος μπορεί να είναι εργαλείο, την ευθύνη όμως την έχει ο άνθρωπος και η διοίκηση που τον χρησιμοποιεί. Γι’ αυτό ζητούμε ρητή πρόβλεψη, ότι σε κάθε κρίσιμη διοικητική διαδικασία όπου χρησιμοποιείται τεχνητή νοημοσύνη, θα υπάρχει ανθρώπινη εποπτεία, δικαίωμα εξήγησης και δικαίωμα ανθρώπινης επανεξέτασης», ανέφερε η ειδική αγορήτρια της «Νίκης».
Υποστήριξε ακόμα, ότι «η Ελλάδα δεν πρέπει να γίνει χώρος πειραματισμού, χωρίς αυστηρές ασφαλιστικές δικλείδες»: «Χρειάζεται σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων και υπεύθυνος συντονισμός με πραγματική λογοδοσία. Χρειάζεται ενίσχυση της αρχής προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και των εποπτικών αρχών, με προσωπικό, τεχνογνωσία και πόρους καθώς και περιορισμός των αόριστων εξουσιοδοτήσεων προς τη διοίκηση. Η τεχνητή νοημοσύνη χρειάζεται αυστηρά όρια. Η «Νίκη» δεν πρόκειται να δώσει λευκή επιταγή σε ένα πλαίσιο που αφήνει κενά ευθύνης, αόριστες εξουσιοδοτήσεις και επικίνδυνες δυνατότητες χρήσεις μιας τόσο ισχυρής τεχνολογίας», ανέφερε.
Η ειδική αγορήτρια της Πλεύσης Ελευθερίας, Έλλη Ρούσου, έκανε λόγο για «την ανάγκη θέσπισης σαφών κανόνων και οριοθετήσεων καθώς ζούμε σε ένα ψηφιακό περιβάλλον στο οποίο έχει εισβάλει η τεχνητή νοημοσύνη και μέχρι στιγμής δεν έχουμε ιχνηλασιμότητα, δεν ξέρουμε τι συστήματα χρησιμοποιούνται […] Γενικώς έχουμε ένα μαύρο κουτί μπροστά μας σήμερα. Αυτά τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης ενσωματώνονται σε ένα εξαιρετικά ευρύ φάσμα οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, υγεία, εκπαίδευση, απασχόληση, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, δημόσιες υπηρεσίες, μεταφορά, δικαιοσύνη, πολιτισμό, καθημερινή λειτουργία επιχειρήσεων. Αυτή η δυνατότητα της τεχνητής νοημοσύνης να μπορεί να βελτιώνει την πρόβλεψη, να αυτοματοποιεί διαδικασίες, να υποστηρίζει τη λήψη αποφάσεων και να εξατομικεύει υπηρεσίες για τον πολίτη, ναι μεν έχει σημαντικές ευκαιρίες για την οικονομία και την κοινωνία αλλά δεν αναιρεί το γεγονός ότι η ίδια αυτή η τεχνολογία, ανάλογα με τον τρόπο και το πλαίσιο χρήσης και το πώς νομοθετούμε, μπορεί να προκαλέσει και ήδη έχει προκαλέσει σοβαρές υλικές και άλλες βλάβες», υποστήριξε η ειδική αγορήτρια της Πλεύσης Ελευθερίας.
Τέλος, η γενική εισηγήτρια της ΝΔ, Μαρία-Αλεξάνδρα Κεφάλα, υπεραμύνθηκε των νέων ρυθμίσεων, τονίζοντας ότι «η Ευρώπη επέλεξε να μην παρακολουθεί παθητικά τις τεχνολογικές εξελίξεις, αλλά να συμβάλλει ενεργά στη διαμόρφωσή τους».
«Επέλεξε ένα δρόμο που συνδυάζει την τεχνολογική πρόοδο με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, την καινοτομία με τη λογοδοσία και την ανάπτυξη με την εμπιστοσύνη, γιατί αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη προϋπόθεση για να μπορέσει η τεχνητή νοημοσύνη να αξιοποιηθεί προς όφελος της κοινωνίας», τόνισε χαρακτηριστικά και συμπλήρωσε:
«Κανείς δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής απέναντι σε μια τεχνολογία που λειτουργεί χωρίς κανόνες. Αντίθετα, η καινοτομία αναπτύσσεται όταν υπάρχουν σαφείς κανόνες, σταθερό θεσμικό πλαίσιο και ασφάλεια δικαίου. Αυτό ακριβώς υπηρετεί και το νομοσχέδιο, με τη χώρα μας να συμμετέχει στη νέα ψηφιακή εποχή και στην αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης ως εργαλείο ανάπτυξης, διασφαλίζοντας παράλληλα την προστασία των πολιτών με σαφείς κανόνες, έλεγχο και εποπτεία».
ΑΠΕ-ΜΠΕ- Νατάσα Θωμά / photo: ΑΠΕ-ΜΠΕ/Αλέξανδρος Μπελτές