Καθαρίζοντας από τους τοίχους τόνους από χώμα, πέτρες και σκόνη, βρέθηκε μπροστά σε κάτι που θεωρητικά δεν έπρεπε καν να υπάρχει: η Μονή του Τρακία ή Ντράγια όπως λεγόταν η περιοχή επί Βυζαντίου και που σήμερα αποκαλείται Μοναστήρι του Γκιουμούσλερ (Gümüşler Monastery). Ένα μνημειώδες βυζαντινό καταφύγιο, λαξευμένο εξ ολοκλήρου μέσα σε έναν μονοκόμματο, γιγάντιο ηφαιστειακό βράχο, το οποίο είχε μείνει εντελώς ανέγγιχτο από τον χρόνο.
Το μοναστήρι άρχισε να σκάβεται στην καρδιά ενός τεράστιου ηφαιστειακού βράχου (μήκους 1,5 χιλιομέτρου) κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Η περιοχή ονομαζόταν τότε Τρακίας ή Ντράγια. Εκείνη την εποχή, η κεντρική Ανατολία δεχόταν συνεχείς επιδρομές. Οι μοναχοί έπρεπε να προστατευτούν. Αντί να χτίσουν τείχη, προτίμησαν την απόλυτη κάλυψη. Σκάβοντας τη μαλακή ηφαιστειακή πέτρα, δημιούργησαν μια εσωτερική τετράγωνη αυλή, βάθους 15 μέτρων. Γύρω της λάξευσαν μια εκκλησία, κελιά, κουζίνες, τραπεζαρία και το πιο εντυπωσιακό, μια υπόγεια πόλη δύο επιπέδων, με πέτρινες κυλιόμενες πόρτες για να κλείνονται μέσα σε περιπτώσεις πολιορκίας. Κατά τον 10ο και 11ο αιώνα, το μοναστήρι έφτασε στο απόγειό του. Μετατράπηκε σε σημαντικό θεολογικό και εκπαιδευτικό κέντρο της νότιας Καππαδοκίας, με κορυφαίους καλλιτέχνες της εποχής να καταφθάνουν για να ζωγραφίσουν τις περίφημες νωπογραφίες του, συμπεριλαμβανομένης και της αινιγματικής «Χαμογελαστής Παναγίας».
Όταν οι Οθωμανοί κατέλαβαν την περιοχή, ο βυζαντινός οικισμός μετονομάστηκε σε Εσκί Γκιουμούσλερ, επειδή διαπιστώθηκε ότι το υπέδαφος ήταν γεμάτο με πλούσια κοιτάσματα ασημιού. Αν και η αυτοκρατορία άλλαξε χέρια, το μοναστήρι δεν καταστράφηκε. Οι Καραμανλήδες (οι τουρκόφωνοι χριστιανοί της Καππαδοκίας) συνέχισαν να χρησιμοποιούν κρυφά τον χώρο για τη λατρεία τους, κρατώντας το ζωντανό για αιώνες.
Το 1924, με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης και την Ανταλλαγή Πληθυσμών, οι Καραμανλήδες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Καππαδοκία και να έρθουν στην Ελλάδα. Με την αποχώρησή τους, το μοναστήρι έχασε τους προστάτες του. Για σχεδόν 40 χρόνια, ο χώρος ερήμωσε, ξεχάστηκε από τις επίσημες αρχές και οι ντόπιοι βοσκοί άρχισαν να τον χρησιμοποιούν ως αχυρώνα, στάβλο και αποθήκη. Οι φωτιές που άναβαν για να ζεσταθούν, γέμισαν τους τοίχους με μαύρη καπνιά, κρύβοντας εντελώς τις βυζαντινές τοιχογραφίες.
Το 1924-1962, το μοναστήρι παρέμενε ένας «χαμένος θησαυρός». Η τύχη του άλλαξε το 1962, όταν ο Άγγλος αρχαιολόγος Μάικλ Γκαφ (Michael Gough), εξερευνώντας την περιοχή της Νίγδης, εντόπισε τη λαξευμένη είσοδο. Καταλαβαίνοντας αμέσως την αξία του, ξεκίνησε ένα τεράστιο έργο καθαρισμού και συντήρησης. Η ομάδα του απομάκρυνε τόνους χώματος, κοπριάς και έξυσε με χειρουργική ακρίβεια την καπνιά από τους τοίχους, φέρνοντας στο φως τα πιο ζωντανά και καλοδιατηρημένα χρώματα βυζαντινής τέχνης σε ολόκληρη την Τουρκία.
Το 1973, το κράτος κήρυξε την περιοχή ως προστατευόμενο αρχαιολογικό χώρο. Σήμερα, το Γκιουμούσλερ θεωρείται ένα από τα πιο εντυπωσιακά ανοιχτά μουσεία της Καππαδοκίας, προσελκύοντας χιλιάδες επισκέπτες που θέλουν να δουν από κοντά το περίφημο βυζαντινό «χαμόγελο» που σώθηκε από τη λήθη.
Το συγκρότημα αυτό αποκαλείται σήμερα «Η Πέτρα της Τουρκίας» (λόγω της ομοιότητάς του με την περίφημη λαξευτή πόλη της Ιορδανίας). Όταν όμως οι ερευνητές μπήκαν στην κεντρική εκκλησία, ανακάλυψαν κάτι ξεχωριστό, μια μοναδική γνωστή βυζαντινή αγιογραφία όπου η Παναγία εμφανίζεται να χαμογελάει. Στη βυζαντινή θρησκευτική τέχνη, οι κανόνες της εικονογραφίας ήταν απαράβατοι και εξαιρετικά αυστηροί. Η Θεοτόκος απεικονιζόταν πάντα με απόλυτη σοβαρότητα, αξιοπρέπεια, μητρική στοργή ή βαθιά θλίψη. Το γέλιο ή το χαμόγελο θεωρούνταν δείγμα εγκόσμιας επιπολαιότητας και απαγορευόταν να απεικονίζεται.
Κι όμως, η νωπογραφία του 11ου-12ου αιώνα στο Γκιουμούσλερ, που δείχνει την Παναγία να κρατά τον Χριστό ανάμεσα στους αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ, σπάει αυτό το πρωτόκολλο. Τα χείλη της είναι ξεκάθαρα κυρτωμένα προς τα πάνω.
Το βλέμμα της εκπέμπει μια μυστηριώδη, ήρεμη ευτυχία, θυμίζοντας έντονα το αινιγματικό χαμόγελο της Μόνα Λίζα.
Η «Χαμογελαστή Παναγία» έχει διχάσει τους επιστήμονες. Κάποιοι θεωρούν ότι πρόκειται για την προσωπική, επαναστατική πινελιά ενός άγνωστου Βυζαντινού καλλιτέχνη, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι ίσως πρόκειται για λάθος κατά τη διάρκεια κάποιας παλιάς συντήρησης του σοβά.
Δείτε βίντεο ΕΔΩ και φωτογραφίες ΕΔΩ , ΕΔΩ κι ΕΔΩ
photo: pixabay