Τα φώτα της πλατείας είναι σβηστά. Μόνον ο βράχος της Ακρόπολης από τα πλάγια κάνει αισθητή την παρουσία του με τον ισχνό φωτισμό του. Τα χρυσόψαρα στο ενυδρείο που στολίζει τη βάση της οθόνης, κινούνται νωχελικά. Το σινεμά είναι πολυτελείας. Δεν έχει πολύ καιρό που έχει ανοίξει στην καρδιά του Θησείου, εκεί στην ανηφοριά της […]
Τα φώτα της πλατείας είναι σβηστά. Μόνον ο βράχος της Ακρόπολης από τα πλάγια κάνει αισθητή την παρουσία του με τον ισχνό φωτισμό του. Τα χρυσόψαρα στο ενυδρείο που στολίζει τη βάση της οθόνης, κινούνται νωχελικά. Το σινεμά είναι πολυτελείας. Δεν έχει πολύ καιρό που έχει ανοίξει στην καρδιά του Θησείου, εκεί στην ανηφοριά της Αποστόλου Παύλου, αμέσως μετά την πλατεία. Μέρες τώρα διαφημίζει το δραματικό αριστούργημα, που έχει σπάσει ταμεία στη μακρινή Αμερική, και απόψε είναι η πρεμιέρα του στην Ελλάδα. «Η Κυρία με τας Καμελίας». Οι θεατές βιώνουν το δράμα της όμορφης πόρνης, που υποδύεται μοναδικά η Γκρέτα Γκάρμπο.
Στην κατάμεστη πλατεία επικρατεί απόλυτη σιωπή, που ταράζουν πού και πού κανένας ασυγκράτητος λυγμός, ένας κοφτός αναστεναγμός, μία γεμάτη μύτη που αδειάζει διακριτικά σε ένα μαντήλι. Είναι η στιγμή που η Μαργαρίτα αναγκάζεται να διώξει από κοντά της τον έρωτα της ζωής της, τον Αρμάνδο, κατά παράκληση του πατέρα του. Οι κυρίες ξεσπούν σε βουβό κλάμα και οι κύριοι τις σφίγγουν καθησυχαστικά το χέρι.
Ξαφνικά, η πλατεία του σινεμά πλημμυρίζει από κακαρίσματα! Δεκάδες, εκατοντάδες ασυγκράτητες κότες διαμαρτύρονται θαρρείς κάτι τάραξε τον γαλήνιο ύπνο τους. Η σπασμένη φωνή της ασθενικής Μαργαρίτας στην οθόνη χάνεται μέσα στην… ένθερμη ορνιθοεπανάσταση και το παράξενο είναι ότι ουδείς μπορεί να εντοπίσει πού ακριβώς εξελίσσεται αυτή. Τα κακαρίσματα από το πουθενά ενισχύουν τον εκνευρισμό των θεατών και από την ατμόσφαιρα του παρισινού σαλονιού και τα φίνα βελούδα όπου βυθίζονταν πριν, βρίσκονται να φωνάζουν το διόλου κομψό: «Χασάπη, μάζεψε τις κότες!».
Για «θορυβώδη ιδιότυπον παρεμβολή» κάνουν λόγο, την επομένη, οι εφημερίδες.
Στην πραγματικότητα, οι κότες βρίσκονταν σε υπόγειο χώρο κάτω από την οθόνη του κινηματογράφου σε ένα πρότυπο για την εποχή ορνιθοτροφείο/εκκολαπτήριο. Αλλά την ώρα της προβολής, που θα έπρεπε να κοιμούνται ύπνο βαθύ, κάτι τις τάραξε και ξύπνησαν.
Είναι η εκπνοή της δεκαετίας του ’30. Η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι. Όλα δείχνουν ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται στο κατώφλι ενός νέου πολέμου. Ο Μεταξάς παροτρύνει τους Έλληνες να προβλέψουν για τα δύσκολα… Να εκθρέψουν ζώα και να καλλιεργήσουν φαγώσιμα ακόμα και στο μικρότερο κομμάτι διαθέσιμης γης. Αυτήν την εποχή, που το αφεντικό του Σινε – ΘΗΣΕΙΟΝ έχει στήσει το ορνιθοτροφείο στο υπόγειο, οι δύο πλαγιές της γραμμής του ηλεκτρικού ίσαμε τον σταθμό του Θησείου, είναι σπαρμένες με στάρι.
Στις αρχές του 20ού αι. η συνοικία της Μελίτης (το κατοπινό Θησείο) απλώνεται σε έκταση 88,96 στρεμμάτων στα βορειοδυτικά της Ακρόπολης. Σύμφωνα με τη μελέτη του νομομηχανικού Αθανάσιου Γεωργιάδη, την οποία ενέκρινε το δημοτικό συμβούλιο Αθηναίων το 1908, η Μελίτη περικλείεται από τις οδούς Αποστόλου Παύλου, Ακάμαντος, Ακταίου και Επταχάλκου.
ΒΡΥΣΑΚΙ – ΜΙΑ ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ
Έως το 1930 περιλαμβάνει και την περιοχή «Βρυσάκι» ή Βλασαρού (από την Παναγία τη Βλασαρού, μία τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική, αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου. Κατά τον ιστορικό Θ. Φιλαδελφέα, επονομαζόταν και Βλασταρού, προφανώς από τον κτήτορά της Βλαστάρη), που βρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά της Ακρόπολης, μεταξύ Στοάς Αττάλου και ναού του Ηφαίστου, αλλά σε λίγο αυτή η γειτονιά θα θυσιαστεί για να αποκαλυφθεί η Αρχαία Αγορά. Η απαλλοτρίωση του χώρου και η κατεδάφιση των σπιτιών μαζί και του ναού της Βλασαρούς θα συντελεστούν σε διάστημα μόλις οκτώ ετών (1931-1939). Σε μεγάλο τμήμα της πρόκειται για έκταση που ανήκε κάποτε σε δύο προξένους, τους οποίους αποζημίωσε αδρά το ελληνικό κράτος. Τους προξένους Ρωσίας και Αυστρίας, Ι. Παπαρρηγόπουλο και G. Gropius, αντίστοιχα, που ζήτησαν και πήραν αποζημίωση, όταν σημαντική έκταση μεταξύ Θησείου και λόφου των Νυμφών, την οποία είχαν αγοράσει από τους αναχωρούντες Οθωμανούς, έμεινε εκτός σχεδίου πόλεως στο ρυμοτομικό της Αθήνας των Κλεάνθη και Σάουμπερτ. Σε ένα εντυπωσιακής κλίμακας ανασκαφικό έργο, η αρχαιολογική σκαπάνη της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών θα εκτοπίσει περί τους 5.000 κατοίκους για να αναδείξει το μεγαλείο των αρχαιοελληνικών χρόνων.
Το Βρυσάκι είναι προσφυγογειτονιά, μάλλον έτσι εξελίχθηκε. Ξεριζωμένοι Μικρασιάτες βρήκαν εδώ απάγκιο και στήσανε τις παράγκες τους και τη ζωή τους. Κάθε οικογένεια ζει σε ένα δύο δωμάτια, που εκτείνονται περιμετρικά μίας κοινής αυλής. Σε τούτη την αυλή μπορεί να ζουν και 15 οικογένειες. Οι πρώτοι πρόσφυγες, βέβαια, δεν ήταν τόσο τυχεροί. Εγκαταστάθηκαν λίγο έξω από το Θησείο, στον Ασύρματο. Μια γειτονιά αφιλόξενη. «Τι ξέρεις από αληθινή φτώχεια; Πήγε κανείς να δει, νοιάστηκε να μάθει πώς ζούνε έξω στον συνοικισμό του Ασύρματου, έξω από το Θησείο; Μέσα σε τρώγλες, κάτω από βράχους, ζούνε σαν τρωγλοδύτες μέσα στα βρώμικα νερά και τη φτώχεια…» περιγράφει η Λιλίκα Νάκου.
Πριν έρθουν οι νοικοκύρηδες από την αντίπερα πλευρά του Αιγαίου, από το δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα ακόμα εδώ ήταν ήδη εγκατεστημένοι παλιοί Αθηναίοι, μεσοαστοί, επαγγελματίες και υπάλληλοι. Έφτιαξαν τις επιχειρήσεις τους, έχτισαν φτωχικά και λιγότερα φτωχικά σπιτικά, πορεύτηκαν απλά και όμορφα. Τρεις γειτονιές περικλείει το Βρυσάκι: Των Αγίων Αποστόλων, της Βλασαρούς και του Αγίου Φιλίππου. Η καρδιά του χτυπάει στην πλατεία των Αγίων Αποστόλων, στη συμβολή των δρόμων Αρείου Πάγου, Πολυγνώτου και Βουλευτηρίου. Γύρω γύρω ταβέρνες, εμπορικά μαγαζιά και καφενέδες. Ο καφενές του Καρατζά, στέκι των βενιζελικών κι ο καφενές του Σοφού, στέκι των βασιλικών. Εδώ βρίσκεται και η κατοικία του προξένου της Γαλλίας, του Φωβέλ. Κοντά είκοσι χρόνια μένει σε τούτο το σπίτι. Το 1821 θα φύγει για τη Σμύρνη. Είναι αρχαιολάτρης, συγκεντρώνει κάθε είδους αρχαιολογικά ευρήματα. Προσπαθεί να δημιουργήσει ένα είδος μουσείου, λέει. Κάποιοι υποστηρίζουν πως πρόκειται για ακόμα έναν ύπουλο άρπαγα των αρχαιοελληνικών θησαυρών… Ποιος ξέρει… Από το σπίτι του, πάντως, ξεδιπλώνεται καθηλωτική η εικόνα της Ακροπόλεως. «Ο οίκος του ξενίζοντός με εφαίνετο μάλλον σπουδαστήριον αρχαιολόγου ή κατάλυμα προξένου. Πόσω δε εχαιρόμην καγώ έχων εν Αθήναις ενδιαίτημα πλήρες γυψίνων απομαγμάτων του Παρθενώνος!» γράφει για την οικία του προξένου, όπου φιλοξενείται στην Αθήνα, ο Γάλλος φιλέλληνας Σατωβριάνδος.
Έχει να θυμάται, λοιπόν, το Βρυσάκι, που πήρε το όνομά του από κάποια δημόσια βρύση ή ίσως από τον Ευρυσάκη, τον γιο του Αίαντα, στον οποίο ήταν αφιερωμένο ένα τοπικό ιερό. Ώσπου ανασκάφηκε και «χάθηκε σαν άλλη Ατλαντίδα», όπως γράφει χαρακτηριστικά στο χρονικό του ο κάτοικος της περιοχής αυτήν την εποχή, αείμνηστος πλέον, Γιάννης Σιμωνέτης.
ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΡΟΛΟΙ ΤΟΥ ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΠΕΙΟΥ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ ΤΟΥ ΣΙΝΕΜΑ ΠΟΥ ΚΑΠΕΛΩΝΕ ΤΟΥΣ ΘΕΑΤΕΣ
Σε όλο το διάστημα του μεσοπολέμου, το Θησείο είναι γειτονιά πολύβουη και πολύχρωμη. Με νεοκλασικά, αλλά και χαμόσπιτα και τρώγλες και παράγκες, σε μίαν αγαστή συνύπαρξη με τις πάμπολλες αρχαιότητες της Αρχαίας Αγοράς, με όνομα δανεισμένο από τον ναό του Ήφαιστου (χτίστηκε τον 5ο αι. π.Χ. για να λατρεύονται ο Ήφαιστος, προστάτης των μεταλλουργών, και η Αθηνά Εργάνη, προστάτις των κεραμέων και της οικοτεχνίας), που αντί να καθιερωθεί ως Ηφαιστείο, ερμηνεύτηκε στρεβλά ως Θησείο, επειδή φέρει στη ζωφόρο του παράσταση από άθλο του Θησέα.
Τα καλοκαίρια στις αλάνες ακούς τα ξεφωνητά των παιδιών που κυνηγιούνται, παίζουν με το τσέρκι, παραβγαίνουν με τα ποδήλατα και τα αυτοσχέδια πατίνια με τα ρουλεμάν. Κάθε μεσημέρι ακούγεται το παράξενο ρολόι του Αστεροσκοπείου στην κορφή του λόφου των Νυμφών. Είναι μία μεγάλη μεταλλική μπάλα δεμένη με γερό συρματόσκοινο σε ιστό της οροφής. Η «έπαρσή» της γίνεται ελάχιστα πριν τις 12 κι όταν ο δείκτης δείξει ακριβώς, η μπάλα αφήνεται στη βάση του ιστού δίνοντας ένα ισχυρό ηχητικό σήμα στα καμπαναριά που παίρνουν τη σκυτάλη και σημαίνουν μεσημέρι. Σαν άλλη καμπάνα, την ίδια ακριβώς στιγμή σφυρίζει και η σειρήνα του Πιλ Πουλ, του πιλοποιείου Πουλοπούλου στο τέρμα της οδού Ηρακλειδών.
«Όταν έπεφτε η μπάλα του αστεροσκοπείου, ακουγόταν από το χαγιάτι του σπιτιού μου, στους πρόποδες του Αρείου Πάγου, ο θόρυβος που έκανε η τροχαλία του συρματόσκοινου από το οποίο κρεμόταν. Ενδεικτικό της ησυχίας, που επικρατούσε τότε στην προπολεμική Αθήνα» μνημονεύει ο Γ. Σιμωνέτης.
Η έλλειψη θορύβου δεν συνεπάγεται ασφαλώς και έλλειψη στιγμών διασκέδασης. Απλώς, οι άνθρωποι -τουλάχιστον για την ώρα- είναι λιγότεροι από όσους χωρά η πόλη. Τ΄ απογεύματα, οι κύριοι της γειτονιάς κατηφορίζουν στα καφενεία της Αδριανού και ανταλλάσσουν απόψεις για τα πολιτικά. Οι κυρίες πάλι απολαμβάνουν το γλυκό τους στα γαλακτοπωλεία του ίδιου δρόμου, όπου βρίσκει κανείς τα καταστήματα όλων των ειδών. Πράγματι, η Αδριανού είναι ένα πλήρες μωσαϊκό των επαγγελμάτων της εποχής. Τσαγκαράδικα, καλαποδάδικα, καθαριστήρια, βαφεία, χαρτοπώλες, γανωματήδες, καρβουνιάρηδες, κορδονοποιοί, φαρμακοποιοί, ραφτάδες, μπαρμπέρηδες με βδέλλες στη βιτρίνα και χασάπηδες, που περιμένουν τον πελάτη με τον μπαλτά και το μασάτι στα χέρια. Αυτοί οι τελευταίοι δυσκολεύονται πολύ για το μεροκάματο. Το κρέας, βλέπεις, δεν είναι ούτε του συρμού ούτε χωράει εύκολα στην… τσέπη του καθενός. Έτσι κι ο κρεοπώλης μέχρι να διαβεί πελάτης το κατώφλι του σκοτώνει με την περίφημη αλογοουρά τις μύγες, που συγκεντρώνει το ωμό προϊόν του.
Αυτήν την εποχή είναι που ξεπετιόνται και τα σινεμά, ως μόδα φερμένη από τις Ευρώπες και τις Αμερικές…
Το περιστατικό με τις κότες, πάντως, δεν ήταν αρκετό για να φρενάρει τη δουλειά του Σινέ – ΘΗΣΕΙΟΝ. Είναι, εξάλλου, ο ένας και μόνος κινηματογράφος που απόμεινε τη δεκαετία του ’30 στην περιοχή και θα επιζεί έναν αιώνα μετά. Οι προηγούμενοι ακολούθησαν τη μοίρα της εξέλιξης και χάθηκαν στη λήθη.
Το πρώτο σινεμά, του Πετσάλη, ήταν ένα τεράστιο πανί όλο κι όλο, στηριγμένο πάνω σε κάτι μεγάλα ξύλινα δοκάρια, μπηγμένα σε ένα μεγάλο χωμάτινο πλάτωμα. Πάνω σ’ αυτό το πανί γίνονταν οι προβολές των ταινιών κι όταν φύσαγε και δυνατός αέρας το ‘φερνε κάτω στα κεφάλια των θεατών! Ύστερα γίνηκε ο «ΖΕΦΥΡΟΣ». Οργανωμένο θερινό σινεμά, σε χώρο στρωμένο με γαρμπίλι, με οθόνη μόνιμη, σταθερή και μεγάφωνα για να φτάνει η φωνή και στα πίσω καθίσματα ή μάλλον στα πίσω τραπεζοκαθίσματα, επειδή οι θεατές δεν πλήρωναν εισιτήριο, αλλά αγόραζαν γλυκά και αναψυκτικά. Ύστερα ο ξακουστός Ελληνοαμερικανός μετρ του σινεμά, Σπύρος Σκούρας, έστησε εδώ, στην οδό Απολλοδώρου, το κινηματοθέατρο «ΕΝΤΕΝ», που λειτουργούσε με κανονικό εισιτήριο. Αυτή η επιχείρηση εισήγαγε και τη διαφήμιση των ταινιών και των θεατρικών παραστάσεων, που κατά διαστήματα φιλοξενούσε, με μικρά έντυπα, τη διανομή των οποίων ανέθετε σε πέντε – έξι πιτσιρικάδες, που όργωναν τη γειτονιά και τα πέριξ, αντί δωρεάν εισόδου τους στο σινεμά. Το πανί του Πετσάλη καταργήθηκε γρήγορα και ΖΕΦΥΡΟΣ και ΕΝΤΕΝ έπεσαν ηρωικά στο πεδίο της αρχαιολογικής σκαπάνης…
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ ΤΟΥ ΘΗΣΕΙΟΥ
Χοντρά ξύλα, τοποθετημένα όρθια το ένα πλάι στ’ άλλο, κρατούν για χρόνια αθέατο από τους κατοίκους της περιοχής το εργοτάξιο της αρχαιολογικής υπηρεσίας κι έρχεται η στιγμή αυτά τα ιδιότυπα παραβάν να σώσουν κόσμο τον καιρό του πολέμου. «Αυτές οι σανίδες έπαιξαν τον σωτήριο ρόλο τους όταν κατά την Κατοχή, στην περίοδο του μεγάλου λιμού, τότε δηλαδή που δεν υπήρχε κανένα είδος καυσίμου, οι σανίδες αυτές χρησιμοποιήθηκαν από τους περιοίκους ως καύσιμη ύλη για μαγείρεμα και για θέρμανση» αφηγείται ο Γ. Σιμωνέτης.
Ασφαλώς, τόσο η αποκάλυψη της Αρχαίας Αγοράς και η διάνοιξη του χώρου όσο και η μεταπολεμική πληθυσμιακή έκρηξη, τροποποιούν τα χωροταξικά -και όχι μόνον- δεδομένα του Θησείου. Η περιοχή απλώνεται, ανανεώνεται, εμπλουτίζεται με νέες πολυώροφες κατοικίες, επαγγελματικές δράσεις και νέο αίμα. Στο ευρύτερο Θησείο εντάσσονται το Μοναστηράκι, ο Ψυρρής, ο Κεραμικός και τμήμα των Πετραλώνων.
Κάποια κατάλοιπα του Θεμιστόκλειου τείχους του 5ου αι. κρύβονται σε ακάλυπτους και υπόγεια πολυκατοικιών των οδών Νηλέως, Αβάντων και Ερυσίχθονος, ενώ ούτε λίθος δεν υπάρχει πλέον από τις πύλες (Πειραϊκή και Μελίτιδα) του τείχους, που βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής από τον ναό του Ηφαίστου.
Εκείνο που θα μείνει ανέπαφο στους αιώνες να θυμίζει την αέναη ελπίδα των εγκύων γυναικών για έναν εύκολο τοκετό, θα είναι η ξουλιάστρα στη βάση του λόφου των Μουσών. Ένας σχεδόν κάθετος ολισθηρός βράχος, όπου, κατά τον θρύλο, την τρίτη μέρα του Πάσχα, έκαναν τσουλήθρα οι εγκυμονούσες για να έχουν εύκολη γέννα!
Ο χρονικογράφος του 19ου αι. ακαδημαϊκός Δημήτριος Καμπούρογλου, επιχειρώντας να ερμηνεύσει την προέλευση της λέξης «ξουλιάστρα», καταλήγει πως προφανώς προέρχεται από το ρήμα κυλίομαι (κυλιέμαι) και τη λέξη «τζουλιά» (κοιλιά).
Σημειώνει, δε, ότι γενικώς η περιοχή του Θησείου και ειδικώς το έδαφος σε μία βραχεία ακτίνα πέριξ του Αστεροσκοπείου είναι συνδεδεμένα με κάμποσους θρύλους, όπως με εκείνον της κυρα-Κανέλλως, που αναφέρει με το γνωστό εύθυμο πενάκι του ο Νίκος Τσιφόρος στο ιστορικό χρονογράφημά του «Η ιστορία της Αθήνας» … «Στο Θησείο υπήρχε, λέει, ένα μεγάλο άγαλμα χωρίς κεφάλι, που το είχανε ονομάσει κυρα-Κανέλλω. Γιατί μια γριά έλεγε ότι, πριν το ανακαλύψουν, άκουγε τακτικά τα μεσάνυκτα φωνές από το ίδιο το άγαλμα που φώναζε: Βγάλτε την κυρα-Κανέλλω. Τώρα, πώς φώναζε, αφού δεν είχε κεφάλι και στόμα, δεν μπορεί να το εξηγήσει μήτε η γριά, που είχε στόμα, αλλά δεν είχε κεφάλι…».
ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΥ ΜΑΚΡΙΝΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ
Καθώς τα χρόνια περνούν, το τείχος του Θεμιστοκλή καταρρέει τμηματικά. Ελάχιστα δείγματά του θα εντοπιστούν αιώνες μετά, είτε από την αρχαιολογική σκαπάνη είτε από συνεργεία που σκάβουν σε οικόπεδα προς ανοικοδόμηση. Τα περισσότερα ευρήματα θα ανήκουν στο δεύτερο τείχος, αυτό που έχτισε το 1778 επί Οθωμανών ο βοεβόδας της πόλης, ο Χατζή Αλή Χασεκή για προστασία από τους Τουρκαλβανούς ατάκτους.
Μία στοιχειώδης ροή πληροφόρησης για την περιτείχιση στην περιοχή του Θησείου παρατηρείται από τον 17ο αι. και μετά, όταν ξένοι περιηγητές φθάνουν στην Αθήνα και αποτυπώνουν τις εντυπώσεις τους σε ξενόγλωσσες εκδόσεις που πρωτοκυκλοφορούν στο εξωτερικό.
Το 1675, ο Γάλλος περιηγητής, γιατρός και αρχαιολόγος Ζακ Σπον (Jacques Spon) δεν αναφέρεται σε τείχος. Κάνει όμως κάνει λόγο για τις πύλες της πόλης, μεταξύ αυτών και για μία σε κοντινή απόσταση από το Ηφαιστείον, οι οποίες «κλειδώνουν εκάστην νύκτα, όπως προφυλάττεται από των πειρατών, οίτινες συχνά αποβιβάζονται και προξενούσι πολλά ζημίας». Στην πραγματικότητα, καταγράφει ως περίπου φυσικά τείχη της Αθήνας οκτώ «κλειδαμπαρωμένα» πλατώματα, εκ των οποίων το ένα με το όνομα Κολύμποι είναι αυτό που οδηγεί στο Θησείο. Το τείχος του Χασεκή, πάντως, θα έχει αντίστοιχες πύλες περίπου στην ίδια θέση με εκείνες του Θεμιστόκλειου.
Ο Σπον, στο λεπτομερές οδοιπορικό του υπό τον τίτλο «Voyage d’Italie, de Dalmatie, de Grèce et du Levant» («Ένα ταξίδι στην Ιταλία, τη Δαλματία, την Ελλάδα και την Ανατολική Μεσόγειο»), καταγράφει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την ευρύτερη περιοχή του Θησείου αυτήν την εποχή. Ανάμεσα σε άλλα, μεταφέρει φήμες για περιστατικό εγκυμονούσας Οθωμανής, που γέννησε εδώ «φοβερόν τέρας, τον οποίο άμα εξελθόν εις τον κόσμον, πηδήσαν ευθύς επί της γης, ήρξατο να περιπατή και να κραυγάζει και να τραυλίζει λέξεις τινάς ομοιαζούσας προς υλακάς του κυνός. Είχεν ώτα λαγωού ορθά, το ρύγχος του ωμοίαζε το του λέοντος, οι οφθαλμοί του εσπινθηροβόλουν, δύο μεγάλοι οδόντες εξήρχοντο του στόματος αυτού».
Ο έτερος Γάλλος περιηγητής της Ελλάδας και ιστοριογράφος της Bασιλικής Aκαδημίας Zωγραφικής Αντρέ Ζορζ Γκιγιέ (André Georges Guillet) αποδίδει το γεγονός σε γέννημα της φαντασίας κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι ήταν αναγκασμένοι να αντικρίζουν τακτικά την αγριευτική κεφαλή του μαρμάρινου λέοντος, που κοσμούσε το Θησείο τοποθετημένος δυτικά του ναού του Ηφαίστου, σε μικρή απόσταση από την Ιερά Οδό. Έπλασαν, λοιπόν, τον μύθο του τερατώδους νεογνού, που έφερε χαρακτηριστικά του γλυπτού λέοντα, τον οποίο παρεμπιπτόντως μαζί με τους αντίστοιχους λέοντες της Ακροπόλεως και του Πειραιά θα φυγαδεύσει λίγα χρόνια μετά ο Μοροζίνι στη Βενετία, ύστερα από μία αποτυχημένη απόπειρα να συλήσει τον Παρθενώνα. Το 1831 ο λόγιος Ανδρέας Μουστοξύδης θα σημειώνει για τον «βαρβαρότατο» Φραγκίσκο Μοροζίνι: «Ο απαίσιος ούτος ανήρ […] τελειώσας το καταστρεπτικόν έργον του, αφού είδε διαφεύγοντα των χειρών του τα ανθρώπινα αγάλματα, έστρεψε την προσοχήν του προς τα τετράποδα και συναθροίσας όσους εύρε λέοντας, ένα επί της Ακροπόλεως, άλλον παρά το Θησείον και τρίτον προ του Πειραϊκού λιμένος, εφόρτωσεν εις το έτοιμον να εκπλεύση εις Βενετίαν πλοίον».
Αλλά και στο λίθινο χρονικό του ναού του Ηφαίστου είναι καταγεγραμμένα συμβάντα του μακρινού παρελθόντος, ονόματα και μηνύματα σημαντικά και μη…
Στο μυθιστόρημά του «Ο Εξόριστος του 1831», ο Αλ. Σούτσος αναφέρει: «Εισήλθεν ασκεπής εις το Θησείον, κει εις μίαν των στηλών αυτού εγχαράξας τ΄ όνομά του, “μάρμαρα αιωνιότητος”, ανέκραξε, “παραδώσατε το άγνωστον όνομά μου εις τας επερχομένας των Ελλήνων γενεάς!”».
Το άσβεστο κιτάπι του ναού θα ενημερώνει τον ιστορικό του μέλλοντος για εισβολές, αρπαγές, επιδημίες, απώλειες σημαντικών προσώπων… «1715. Έπιασαν πάει χαλάσαν την Αθήνα» έχει σκαλισμένο τρεις αιώνες τώρα στο ψυχρό μάρμαρο του Ηφαιστείου ο απλοϊκός Αθηναίος της εποχής, ως μνήμη ισόβια του ιστορικού επεισοδίου κατά το οποίο «Τούρκοι αγαρηνοί εισβολείς, που κατευθύνονταν από τα Μέγαρα προς την Πελοπόννησο, μπήκαν και στην Αθήνα όχι βεβαίως προς επίσκεψιν των αρχαιοτήτων, αλλά μάλλον των ιδιωτικών ταμείων».
ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ
- Ιστορία των Αθηνών επί Τουρκοκρατίας, Θ. Ν. Φιλαδελφεύς (Εκδ. Μπαρτ-Ελευθερουδάκη, Αθήνα 1902)
- «Θησείο» Γ. Σιμωνέτης (Εκδ. Φιλιππότης, Αθήνα 1991)
- Ιστορία των Αθηναίων, Δ. Καμπούρογλου (Εκδ. Παλμός, Αθήνα 1995)
- Ιστορία των Αθηναίων, Δ. Γέροντα (Εκδ. Παλμός, Αθήνα 1995)
- Αθήνα – Ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την ιστορία και τη λογοτεχνία, Θ. Γιοχάλας / Τ. Καφετζάκη (Εκδ. Εστία, Αθήνα 2021)
- Οι συνοικίες των Αθηνών, Ελ. Γ. Σκιαδάς (Εκδ. Μένανδρος, Αθήνα 2018)
- Αρχαιολογία της πόλης των Αθηνών
- Ελληνικό Λαογραφικό και Ιστορικό Μουσείο
- Αρχείο εφημερίδων Τ. Α. Μανιατέα
- Η ιστορία της Αθήνας, Ν. Τσιφόρος (Εκδ. Εκδοτική Ερμής ΕΠΕ, Αθήνα 2009)
(ΑΠΕ -ΜΠΕ / Της Τόνιας Α. Μανιατέα / photo: intime)