Η σχέση των Ελλήνων με την τεχνολογία χαρακτηρίζεται από μια βαθιά αντίφαση: τη χρησιμοποιούμε καθημερινά, βασιζόμαστε σε αυτήν περισσότερο από ποτέ, αλλά δεν είμαστε βέβαιοι ότι μας κάνει να ζούμε καλύτερα.
Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα της νέας έρευνας «Fractures in Thinking», που πραγματοποιήθηκε από τους Industry Disruptors – Game Changers (IDGC) στο πλαίσιο της BEYOND 2026 (17 – 19 Ιουνίου 2026), διερευνώντας πώς η τεχνολογία και η Τεχνητή Νοημοσύνη επηρεάζουν τον τρόπο που σκεφτόμαστε, εμπιστευόμαστε την πληροφορία και αντιλαμβανόμαστε τον ρόλο μας στο μέλλον.
Το κυρίαρχο εύρημα είναι η αμφιθυμία. Οι πολίτες δεν εμφανίζονται ούτε ενθουσιασμένοι ούτε εχθρικοί απέναντι στην τεχνολογία. Αντίθετα, βιώνουν μια συνεχή διαπραγμάτευση μαζί της. Το 80,4% δηλώνει πολύ ή πάρα πολύ εξοικειωμένο με την τεχνολογία, ωστόσο μόλις το 17,8% αισθάνεται ότι αυτή το κάνει πιο ελεύθερο. Παράλληλα, η συχνότερη περιγραφή της σχέσης των πολιτών με την τεχνολογία είναι η φράση «με βοηθά αλλά με εξαντλεί» (29,2%).
Τα τέσσερα «ρήγματα» της ψηφιακής εποχής
Η αντίφαση αυτή αποτυπώνεται σε τέσσερα χαρακτηριστικά «ρήγματα» της σύγχρονης ψηφιακής εμπειρίας.
Η κόπωση της διαρκούς συνδεσιμότητας
Η μόνιμη διαθεσιμότητα έχει μετατραπεί σε κανονικότητα. Το 59,4% δηλώνει ότι αισθάνεται συχνά ή σχεδόν πάντα «πάντα διαθέσιμο», ενώ το 50% νιώθει πίεση να απαντά άμεσα σε μηνύματα. Το 57,6% ελέγχει το κινητό του πολλές φορές την ημέρα χωρίς συγκεκριμένο λόγο και το 47,2% δεν θυμάται πότε πέρασε τελευταία φορά μία ολόκληρη ημέρα εκτός διαδικτύου.
Η ψηφιακή κόπωση διαφοροποιείται ανά γενιά. Οι νεότεροι (18-24) εξαντλούνται κυρίως από τα social media και την υπερφόρτωση προσοχής, οι ηλικίες 25-44 από τον συνδυασμό social media και επαγγελματικών απαιτήσεων, οι 45-54 από την πίεση για άμεση ανταπόκριση και οι άνω των 55 από τη διαρκή ανάγκη προσαρμογής σε νέα εργαλεία και τεχνολογίες. Διαφορετικές γενιές, διαφορετικές πιέσεις, ίδιο συναίσθημα.
Παρά τη συνεχή συνδεσιμότητα, μόλις τρεις στους δέκα δηλώνουν ότι μπορούν να αποσυνδεθούν πραγματικά με ευκολία.
Η ανάθεση της σκέψης
Η τεχνολογία δεν αλλάζει μόνο όσα κάνουμε, αλλά και τον τρόπο που σκεφτόμαστε.
Σχεδόν οι μισοί συμμετέχοντες (48,8%) στρέφονται πρώτα σε μια συσκευή όταν αναζητούν μια πληροφορία, πριν προσπαθήσουν να τη θυμηθούν μόνοι τους, ενώ μόλις το 18,6% θυμάται ακόμη περισσότερους από πέντε τηλεφωνικούς αριθμούς απ’ έξω. Στις ηλικίες 18-24, το 28,1% δηλώνει ότι απευθύνεται απευθείας σε ένα εργαλείο AI για απαντήσεις.
Επιπλέον, το 67% χρησιμοποιεί εργαλεία AI τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα και σχεδόν ένας στους τρεις τα χρησιμοποιεί καθημερινά.
Η σχέση όμως δεν είναι παθητική. Οι πολίτες ορίζουν με σαφήνεια τα όρια του τι αναθέτουν στο AI. Νιώθουν άνετα όταν του ζητούν να τους πει κάτι, αναζήτηση πληροφορίας (49%), μετάφραση (29%), συμβουλές για θέματα υγείας (26%), αλλά παραμένουν επιφυλακτικοί όταν καλούνται να του αναθέσουν να αποφασίσει αντί γι’ αυτούς. Μόλις το 15% θα του εμπιστευόταν τη λήψη μιας απόφασης και το 14% τη σύνταξη ενός email.
Παράλληλα, το smartphone έχει εξελιχθεί σε βασική υποδομή της καθημερινής ζωής. Από την επικοινωνία με οικογένεια και φίλους μέχρι τις συναλλαγές, την πρόσβαση σε υπηρεσίες και την ενημέρωση, ένα μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς μας περνά πλέον μέσα από αυτό. Έτσι, η εξάρτηση από την τεχνολογία δεν είναι μόνο γνωστική, είναι κοινωνική και λειτουργική.
Η κρίση εμπιστοσύνης στην πληροφορία
Η πιο χαρακτηριστική αντίφαση της έρευνας αφορά την ίδια την Τεχνητή Νοημοσύνη. Παρότι το 67% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι χρησιμοποιεί εργαλεία AI τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, μόλις το 7,2% τα θεωρεί αξιόπιστη πηγή πληροφόρησης. Με άλλα λόγια, η Τεχνητή Νοημοσύνη υιοθετείται πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο γίνεται πιστευτή.
Την ίδια στιγμή, το 82% θεωρεί ότι οι αλγόριθμοι επηρεάζουν τις απόψεις μας περισσότερο απ’ όσο συνειδητοποιούμε, ενώ το 61% παραδέχεται ότι έχει στο παρελθόν πιστέψει πληροφορία που αποδείχθηκε ψευδής ή παραπλανητική. Η μεγαλύτερη ανησυχία για το μέλλον της πληροφόρησης δεν είναι η ίδια η AI, αλλά τα fake news και η παραπληροφόρηση (32%), ακολουθούμενα από την απώλεια προσωπικών δεδομένων (21%) και τα deepfakes (17%).
Η έρευνα αποκαλύπτει επίσης ένα βαθύτερο ρήγμα ανάμεσα στις πηγές που επηρεάζουν και σε εκείνες που θεωρούνται αξιόπιστες. Ως ισχυρότεροι διαμορφωτές της κοινής γνώμης αναγνωρίζονται οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης (36,8%) και οι influencers (17%). Όταν όμως οι πολίτες ερωτώνται ποιον εμπιστεύονται για έγκυρη πληροφόρηση, στρέφονται κυρίως στους επιστήμονες (35,8%), ενώ μόλις το 9% δηλώνει ότι εμπιστεύεται δημοσιογράφους και μέσα ενημέρωσης.
Με άλλα λόγια, επηρεαζόμαστε περισσότερο από πηγές που δεν θεωρούμε απαραίτητα αξιόπιστες.
Ποιος χτίζει το μέλλον;
Παρά τη μαζική χρήση της τεχνολογίας, οι πολίτες δεν αισθάνονται ότι συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση του μέλλοντος.
Το 42,8% δηλώνει ότι οι τεχνολογικές αλλαγές συμβαίνουν χωρίς τη συμμετοχή του, ενώ μόλις το 13,2% αισθάνεται ότι συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωσή τους. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι το μέλλον θα διαμορφωθεί κυρίως από τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης (30,8%) και τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες (29,2%).
Για την Ελλάδα, η εικόνα είναι επιφυλακτική. Το 40,8% θεωρεί ότι η χώρα υστερεί έναντι άλλων ευρωπαϊκών κρατών στην καινοτομία. Τα σημαντικότερα εμπόδια εντοπίζονται στο brain drain (38,2%), στην έλλειψη χρηματοδότησης (36,8%) και στη γραφειοκρατία (36%).
Κι όμως, παράλληλα με αυτή την επιφυλακτικότητα συνυπάρχει μια αξιοσημείωτη φιλοδοξία: σχεδόν επτά στους δέκα συμμετέχοντες δηλώνουν ότι θα ήθελαν να εργαστούν σε ελληνική startup ή τεχνολογική εταιρεία. Η εικόνα είναι ακόμη πιο έντονη στους νεότερους: στις ηλικίες 18-24, το 42% βαθμολογεί το ενδιαφέρον του με 5 στα 5. Επιθυμία χωρίς πεποίθηση, οι νέοι Έλληνες δεν θεωρούν την επιτυχία εγγυημένη, εξακολουθούν όμως να πιστεύουν ότι αξίζει η προσπάθεια.
Το «πείραμα» μέσα στο πείραμα
Στο τέλος της έρευνας οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν σε μία απλή ερώτηση: «Πιστεύετε ότι το ερωτηματολόγιο που απαντήσατε γράφτηκε από άνθρωπο ή από AI;»
Μόλις το 40,4% απάντησε με βεβαιότητα ότι δημιουργήθηκε από άνθρωπο. Το 37,6% θεώρησε ότι γράφτηκε κυρίως από AI, ενώ το 22% δήλωσε ότι δεν μπορούσε να ξεχωρίσει.
Με άλλα λόγια, έξι στους δέκα Έλληνες δεν μπορούν πλέον να είναι βέβαιοι εάν αυτό που διαβάζουν έχει παραχθεί από άνθρωπο ή μηχανή.
Συμπέρασμα, η έρευνα «Fractures in Thinking» καταγράφει μια κοινωνία που δεν απορρίπτει την τεχνολογία, αλλά ούτε και την εξιδανικεύει. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό εύρημα να προκύπτει από τη λέξη που χρησιμοποίησαν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες για να περιγράψουν τον ψηφιακό κόσμο. Δίπλα στην «εξέλιξη», την «πρόοδο» και την «καινοτομία» εμφανίστηκαν το «χάος», ο «φόβος», η «πολυπλοκότητα» και η «καταστροφή». Οι πολίτες χρησιμοποιούν την τεχνολογία, την υιοθετούν και αναγνωρίζουν τα οφέλη της, αλλά ταυτόχρονα διαπραγματεύονται τα όριά της. Η αμφιθυμία που καταγράφεται δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη σύγχυσης. Ίσως αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό συναίσθημα μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε μετάβαση. Γιατί, τελικά, η τεχνολογία δεν αλλάζει μόνο όσα κάνουμε. Αλλάζει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, ποιον εμπιστευόμαστε και το κατά πόσο αισθανόμαστε ότι έχουμε θέση στο μέλλον που διαμορφώνεται γύρω μας.
Η έρευνα «Fractures in Thinking» πραγματοποιήθηκε από τους IDGC για τη BEYOND 2026 σε πανελλαδικό δείγμα 500 συμμετεχόντων μέσω ψηφιακής πλατφόρμας. Στόχος της ήταν να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία, η Τεχνητή Νοημοσύνη και τα ψηφιακά οικοσυστήματα επηρεάζουν τη σκέψη, την εμπιστοσύνη, τη λήψη αποφάσεων και τη συμμετοχή των πολιτών στη διαμόρφωση του μέλλοντος. Τον σχεδιασμό και την επιμέλεια της έρευνας ανέλαβε η ‘Αλκηστις Σκοπετέα, Creative Strategist και μέλος της ομάδας των IDGC, η οποία παρουσίασε τα ευρήματα στο πλαίσιο της BEYOND 2026.
ΑΠΕ-ΜΠΕ/photo: pixabay