Το ολοκαύτωμα της Κρήτης (961μ.Χ.)

Τρίτη, 05 Δεκέμβριος 2017 22:02

Η Κρήτη πολλές φορές στα χρόνια του Βυζαντίου είχε προκαλέσει προβλήμτα στην αυτοκρατορία. 

Οι Κρήτες αντιστάθηκαν με ηρωισμό εναντίον των Βυζαντινών και θρήνησαν χιλιάδες θύματα, προσπαθώντας να διατηρήσουν την ελληνικότητα τους και την πατροπαράδοτη αρχαία θρησκεία. Στα χρόνια της βασιλείας του Ρωμανού Β΄, όμως, συντελέστηκε στην Κρήτη μια πραγματική γενοκτονία.

Το νησί είχε περιέλθει στην κυριαρχία των Αράβων, ήδη απο το 824 επί του Μιχαήλ Β΄του Τραυλού. Επρόκειτο για Άραβες Σαρακηνούς, οι οποίοι είχαν εκδιωχθεί από την Κόρδοβα της Ισπανίας μετά την αποτυχημένη εξέγερση, που πραγματοποίησαν εκεί εναντίον των Μουσουλμάνων. Στην προσπάθεια τους για έυρεση πατρίδας, κατέληξαν στην Κρήτη, η οποία είχε ήδη αποδυναμωθεί λόγω της ελλιπούς παρουσίας βυζαντινών στρατευμάτων. Το νησί έγινε την εποχή εκείνη το μεγαλύτερο σκλαβοπάζαρο της Ανατολής. Στην πλειοψηφία τους οι 'Αραβες έποικοι ήταν πειρατές, ωστόσο ανάμεσα τους υπήρχαν πολλοί μορφωμένοι Άραβες, οι οποίοι κουβάλησαν μαζί τους τον προηγμένο πολιτισμό, που είχαν αναπτύξει ήδη στην Ισπανία.

Οι Άραβες με τον καιρό έγιναν χιλιάδες και κατόρθωσαν με τον φανατικό αρχηγό τους Άμπου Χαφς Ουμάρ να επιβάλουν την θρησκεία τους. Το μεγαλύτερο μέρος του νησιού εξισλαμίστηκε, αλλά η συμβίωση με το ελληνικό στοιχείο κατά την πάροδο των χρόνων ήταν αρμονική. Πρωτεύουσα του νέου αραβικού κράτους, που ονομάστηκε Εμιράτο της Κρήτης, έγινε η πόλη – φρούριο του Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο), η επικρατούσα γλώσσα ήταν η αραβική και η επικρατούσα θρησκεία ήταν ο ισλαμισμός.

Οι απομονωμένες, όμως ορεινές περιοχές της Κρήτης, όπως η περιοχή της Σφακιών, είχαν παραμείνει ανέπαφες από την αραβική εισβολή. Εκεί οι Κρήτες αριθμούσαν κάποιες χιλιάδες κατοίκων και ζούσαν ανεξάρτητοι, ενώ το ελληνικό στοιχείο και η αρχαία θρησκεία παρέμεναν ενεργά.

Το 960 ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ρωμανός Β' ανέθεσε στον επιτυχημένο Καππαδόκη στρατηγό του Νικηφόρο Φωκά, τον δομέστικο των σχολών της Ανατολής, να απελευθερώσει την Κρήτη από τον αραβικό ζυγό και να την επαναφέρει στους κόλπους της βυζαντινής αυτοκρατορίας αλλά και του Χριστιανισμού. Ο Φωκάς ξεκίνησε από τα Φύγελα της Μικράς Ασίας με την αρμάδα του, που αποτελούνταν από 3.000 πλοία και από 500.000 βυζαντινούς μαχητές, Αρμένιους, Ρώσους, και Σλάβους. Έφθασε στον κόλπο του Αλμυρού (κοντά στον σημερινό Άγιο Νικόλαο) και στρατοπέδευσε κοντά στον Χάνδακα, απ' όπου άρχισε τις επιχειρήσεις εναντίον του αραβικού στρατού. Εκείνο το διάστημα το μεγαλύτερο τμήμα του αραβικού στρατού ήταν απασχολημένο στο μέτωπο της Μικράς Ασίας, όπου πολεμούσε εναντίον των Βυζαντινών και για τον λόγο αυτόν δεν είχε να αντιπαραθέσει έναντι του Φωκά αξιόλογη δύναμη. Τα ηνία έλαβαν τότε οι Έλληνες της Κρήτης, οι οποίοι με 240 πλοία αντιμετώπισαν με ηρωισμό τον τεράστιο βυζαντινό στρατό.

Μετά τις πρώτες του επιτυχίες ο Φωκάς δίνει εντολή στον στρατηγό του, Νικηφόρο Παστιλά, να προχωρήσει στην ενδοχώρα του νησιού μαζι με 10.000 βυζαντινούς μαχητές. Εκεί βρίσκονται οι Κρήτες, οι οποίοι καιροφυλακτούν στις απόκρυμνες πλαγιές και ξεκινούν ανταρτοπόλεμο εναντίον των Βυζαντινών.

Εμψυχωτής στον άνισο αγώνα τους, όπως αναφέρει ένας εθνικός χρονογράφος, ο Πρίσκος, είναι μια εικοσιπεντάχρονη κοπέλα Κρητικιά, η Κλεαγέτη, η οποία ήταν ιέρεια της Αρτέμιδος. Ο Πρίσκος δίνει την πληροφορία ότι επρόκειτο για ένα πολύ μορφωμένο άτομο και πολύ ικανή τοξοβόλο και ότι μητέρα της ήταν η Ζηνόκλεια, ιέρεια της Ήρας. Ο χριστιανός βυζαντινός ιστορικός και χρονογράφος Λέων ο Διάκονος χαρακτηρίζει την Κλεαγέτη ως “γύναιο” και ως μάγισσα, αλλά αναγνωρίζει την γενναιότητα της, καθώς ήταν αυτή που πλησίαζε στα φυλάκια των Βυζαντινών προκαλώντας τους.

Η Κλεαγέτη οργάνωσε τις κοπέλες και τις ανέθεσε να μεθούν τους βυζαντινούς στρατιώτες και ν΄αποσπούν πληροφορίες. Όταν οι Έλληνες είδαν την απειθαρχία των ζαλισμένων απ' το κρασί Βυζαντινών, επιτέθηκαν εναντίον τους. Μια σφοδρή μάχη διεξήχθη, εώς ότου η Κλεαγέτη με τα βέλη της κατάφερε να κτυπήσει και να σκοτώσει τον αρχηγό τους, Νικηφόρο Παστιλά. Το βυζαντινό απόσπασμα τράπηκε σε άτακτη φυγή και οι Κρήτες τους κυνήγησαν και τους κατατρόπωσαν. Ελάχιστοι Βυζαντινοί κατόρθωσαν να φτάσουν στο στρατόπεδο τους.

Στη συνέχεια η μάχη δόθηκε στην πεδιάδα, όπου οι Κρήτες είχαν στρατοπεδεύσει. Ο Νικηφόρος Φωκάς επιτέθηκε κατά την διάρκεια της νύχτας στο στρατόπεδο τους και τους κατατρόπωσε. Η βαρβαρότητα που επέδειξε έναντι των “ειδωλολατρών”, όπως αποκάλεσε τους Έλληνες Κρήτες, ήταν ανεκδιήγητη. Έδωσε εντολή στους στρατιώτες του, να κόψουν τα κεφάλια των Ελλήνων, να τα βάλουν επάνω σε παλούκια και να τα στήσουν μπροστά από το κάστρο του Χάνδακα. Όσα κεφάλια περίσσεψαν, οι μαχητές του τα εκσφενδόνιζαν με βαλλίστρες προς τα τείχη του κάστρου.

Οι Κρήτες αναγνωρίζοντας τους συναγωνιστές τους ξέσπασαν σε κλάματα και αποφάσισαν να παραδωθούν. Τότε τους εμψύχωσε και πάλι η Κλεαγέτη, “η απόγονος της Αριάδνης”, όπως χλευαστικά την αποκάλεσε ο Νικηφόρος Φωκάς, και αποφασίστηκε η συνέχιση του πολέμου με γρήγορα και αιφνιδιαστικά χτυπήματα κατά την διάρκεια του χειμώνα.

Οι απώλειες των Κρητών είχαν φτάσει τους 30.000 νεκρούς και των Βυζαντινών τους 110.000. Στο τέλος του Φεβρουαρίου του 961, η κατάσταση μέσα στο κάστρο του Χάνδακα ήταν απελπιστική, καθώς ο ναυτικός αποκλεισμός δεν επέτρεπε στους Κρήτες να εφοδιαστούν με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Αντίθετα στο άλλο στρατόπεδο είχαν φτάσει ενισχύσεις. Τότε οι Βυζαντινοί ξεκίνησαν πολιορκία, ενώ συγχρόνως έσκαβαν κάτω από την τάφρο του κάστρου και αποσπούσαν πέτρες από τα τείχη. Όταν κατάφεραν να ρίξουν δυο επάλξεις από το κεντρικό τείχος, εισέβαλαν αλαλάζοντες στην πόλη. Έτσι, μετά από εννέα μήνες σκληρών μαχών και σφαγών ο “Ωχρος θάνατος των Σαρακηνών”, όπως αποκαλούνταν ο Νικηφόρος Φωκάς, κατάφερε να περάσει την Κρήτη και πάλι στην βυζαντινή κυριαρχία.

Το τι επακολούθησε μετά την είσοδο των Βυζαντινών στην πόλη του Χάνδακα είναι ένα κομμάτι της ιστορίας, που πολλοί θέλουν να το σβήσουν απ' την μνήμη τους. Ο Νικηφόρος Φωκάς και οι στρατιώτες του έσφαζαν επί τρείς μέρες ανελέητα άμαχους και μαχόμενους Κρήτες. Επρόκειτο για ένα πραγματικό ολοκαύτωμα. Υπολογίζεται ότι σφαγιάσθηκαν περίπου 200.000 εξισλαμισμένοι ή εθνικοί Κρήτες και Άραβες, οι οποίοι μαζί με τους Κρήτες, που είχαν πέσει στα πεδία των μαχών και στα βουνά φθάνουν τους 270.000. Ο Λέων ο Διάκονος αναφέρει ότι δεν είχε μείνει, ούτε ένας Σαρακηνός στο νησί. Ο Νικηφόρος Φωκάς ζήτησε να του βρουν το πτώμα της ιέρειας Κλεαγέτης. Έκοψαν τότε το κεφάλι της και το κάρφωσαν σ' ένα παλούκι, το οποίο ο Φωκάς περιέφερε πάνω στο άλογο του επιδεικνύοντας το ως τρόπαιο.

Ο Φωκάς, μετά την πολεμική εκστρατεία, ανέλαβε και πολιτιστική και διοικητική εκστρατεία. Κατεδάφησε όλα τα αραβικά αριστουργήματα τέχνης και τα τεμένη και στη θέση τους έκτισε χριστιανικούς ναούς. Εγκατέστησε αξιόλογη βυζαντινή φρουρά για την προστασία του νησιού από νέες αραβικές επιθέσεις και αποφάσισε την φυλετική αλλοίωση του ελληνικού στοιχείου με την εγκατάσταση Αρμενίων, Σλάβων και Ρώσων. Χιλιάδες έποικοι από όλη τη βυζαντινή αυτοκρατορία κατέφθασαν στην Κρήτη και έχουν αφήσει μέχρι σήμερα τα τοπωνύμια τους στις διάφορες τοποθεσίες του νησιού (Αρμένοι, Αποκορώνου, Αρμενοχώρι, Αρμενιανά, Ρωσοχώρια κ.λ.π.). Το νησί στη συνέχεια διαιρέθηκε σε φέουδα, όπου εστάλησαν ως διοικητές επιφανείς άνδρες της Κωνσταντινούπολης.

Η καταστροφή της Κρήτης ολοκληρώθηκε λίγα χρόνια αργότερα, με τον βίαιο εκχριστιανισμό των Κρητών. Όταν είχαν φθάσει οι Βυζαντινοί στο νησί, ελάχιστα ίχνη της χριστιανικής θρησκείας σώζονταν, ενώ μετά το ολοκαύτωμα είχαν μείνει πλέον ελάχιστοι εθνικοί και μουσουλμάνοι. Το ιεραποστολικό έργο, λοιπόν, του Νικηφόρου Φωκά ολοκληρώθηκε με την αποστολή μεγάλου αριθμού ιεραποστόλων, ιερέων και μοναχών προκειμένου να οδηγήσουν στον Χριστιανισμό τους λίγους Κρήτες που είχαν απομείνει στο νησί μετά την γενική σφαγή. Για την χριστιανική στήριξη και αναμόρφωση έστειλε μεταξύ άλλων, ποιόν άλλον; Τον “ειδικό” χασάπη, τον Νίκωνα τον Μετανοείτε, τον Αθανάσιο, τον μετέπειτα Αθωνίτη και τον Ιωάννη τον Ξένο. Ούτε ένας αρχαίος ναός δεν έμεινε όρθιος στο νησί, ενώ εκατοντάδες χριστιανικές εκκλησίες κτίστηκαν. Ο Νίκων ο Μετανοείτε αποβιβάστηκε στο νησί με συνοδεία φρουράς και προσηλύτισε με “όποιον τρόπο” μπορούσε τους Έλληνες Κρήτες: με φοβερές σφαγές.

Έμεινε για επτά χρόνια στο νησί και έπειτα συνέχισε την “θεόπνευστη” δράση του στην Λακωνία. Ο όσιος Ιωάννης ο Ξένος ή Αι – Κυρ Γιάννης, όπως είναι γνωστός, καταγόταν από την Μεσαρά της Κρήτης και θεωρείται συνεχιστής του έργου του Νίκωνος του Μετανοείτε με κεντρικό άξονα της δράσης του την Μονή Παναγίας των Μυριοκεφάλων.

Ο Φωκάς αποχώρησε “θριαμβευτής” από την Κρήτη. Από τα ατελείωτα λάφυρα που πήρε μαζί του, έδωσε ένα μέρος στον φίλο του Αθανάσιο, μετέπειτα Αθωνίτη, ο οποίος τον είχε ακολουθήσει στην εκστρατεία. Κατά την επιστροφή, ο Αθανάσιος αποβιβάστηκε στο Άγιον Όρος, όπου με τα ματωμένα λάφυρα, έκτισε την Μονή Μεγίστης Λαύρας.


Η Κωνσταντινούπολη υποδέχθηκε τον Νικηφόρο Φωκά ως λαϊκό ήρωα. Τελέστηκε θρίαμβος κατά την είσοδο του στην πόλη, ωστόσο λόγω των αποτρόπαιων πράξεων, που είχε διαπράξει στην Κρήτη, ο θρίαμβος δεν ήταν πλήρης και ο συνήθης για έναν νικητή, αλλά περιορίστηκε μόνον σε μία τελετή στον Ιππόδρομο.

Βιβλιογραφία: ΓΙΑΤΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΖΟΥΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ, ΜΑΥΡΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΤΟΜΟΣ 63, Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ

του ΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ

Ο Πολεμιστής Της Ειμαρμένης

Σχετική Ενημέρωση

loading...

Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο!